Η στροφή προς τις μη επεμβατικές θεραπείες προσώπου κερδίζει διαρκώς έδαφος και αυτή είναι μια τάση που γίνεται πλέον απόλυτα εμφανής στα κέντρα αισθητικής και αντιγήρανσης στα νότια προάστια. Ποιες είναι όμως οι επιλογές πέρα από το μπότοξ και σε ποιες περιπτώσεις απευθύνονται θεραπείες όπως HIFU, microneedling ή ραδιοσυχνότητες; Οι ειδικοί μάς απαντούν.
Όλο και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν θεραπείες χωρίς ενέσιμα, δίνοντας έμφαση στη σφριγηλότητα, την υφή και τη συνολική εικόνα του προσώπου, με ένα αποτέλεσμα που διατηρεί τη φυσικότητά του. Η μετατόπιση αυτής της προσέγγισης στα νότια αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στις επιλογές γύρω από τις θεραπείες, όπως καταγράφεται στο ρεπορτάζ αυτή την περίοδο. Γυναίκες κάθε ηλικίας φαίνεται να απομακρύνονται από πιο παρεμβατικές λύσεις και να επιλέγουν προσεγγίσεις που βελτιώνουν την επιδερμίδα, χωρίς να αλλοιώνουν τα χαρακτηριστικά. Το ζητούμενο είναι ένα αποτέλεσμα πιο αναζωογονημένο, πιο λαμπερό, με πιο φωτεινή όψη και καλύτερη συνοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι θεραπείες που ενεργοποιούν την παραγωγή κολλαγόνου αποκτούν πιο κεντρικό ρόλο, χωρίς όμως να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο σε κάθε επιδερμίδα. Τεχνολογίες όπως το HIFU στοχεύουν σε βαθύτερα επίπεδα του δέρματος, με στόχο τη σφριγηλότητα και τη βελτίωση της δομής του προσώπου, αλλά η απόδοσή τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα χαρακτηριστικά και την πυκνότητα του δέρματος. Παράλληλα, τεχνικές όπως το microneedling κινούνται πιο επιφανειακά, εστιάζοντας στην υφή, τις ατέλειες και τη συνολική εικόνα της επιδερμίδας, με μια προσέγγιση που επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τους διαφορετικούς τύπους δέρματος.
«Το HIFU ενισχύει τη σφριγηλότητα αλλά δεν ταιριάζει σε όλα τα δέρματα»
Όπως εξηγεί η αισθητικός – κοσμετολόγος Ελένη Παπαδοπούλου, που διατηρεί κέντρο αισθητικής στη Γλυφάδα, «η επιλογή της κάθε θεραπείας δεν είναι αυτονόητη, αλλά βασίζεται στη σωστή διάγνωση του δέρματος. Το HIFU μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τη σφριγηλότητα και να επαναπροσδιορίσει το περίγραμμα του προσώπου, ωστόσο δεν είναι κατάλληλο για όλες τις περιπτώσεις, καθώς η πυκνότητα και τα χαρακτηριστικά του δέρματος παίζουν καθοριστικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα».
Στην πράξη, όπως σημειώνει, «το HIFU είναι ένα ιδιαίτερο μηχάνημα. Κατά τη δική μου εμπειρία δεν ταιριάζει σε όλα τα δέρματα. Πρέπει να γίνεται πολύ σωστή διάγνωση της πυκνότητας, ώστε να επιλεγεί και το κατάλληλο βάθος εφαρμογής». Και όπως τονίζει «σε πολύ λεπτά αλλά και σε πολύ πυκνά δέρματα δεν έχουμε το αποτέλεσμα που επιδιώκουμε. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να υπάρξει και το αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς μπορεί να μειωθεί ο λιπώδης ιστός, ενώ στη δεύτερη το δέρμα έχει ήδη έντονη πυκνότητα, με αποτέλεσμα η δράση του μηχανήματος να είναι περιορισμένη».
Στην ίδια λογική, το microneedling λειτουργεί με διαφορετική προσέγγιση, ενεργοποιώντας τη διαδικασία ανανέωσης μέσω μικροτραυματισμών και επιτρέποντας τη στοχευμένη δράση δραστικών συστατικών, ανάλογα με τις ανάγκες του δέρματος. Η βελτίωση της υφής, η λείανση των γραμμών και η πιο ομοιόμορφη όψη είναι από τα πρώτα στοιχεία που παρατηρούνται, ενώ η δυνατότητα προσαρμογής της θεραπείας – τόσο σε βάθος όσο και σε ένταση – το καθιστά ιδιαίτερα ευέλικτο και εφαρμόσιμο σε μεγαλύτερο εύρος τύπων δέρματος.
Σε αυτό το σημείο, η αισθητικός στέκεται ιδιαίτερα στη σημασία της συνέπειας: «Το πιο συχνό λάθος είναι ότι δεν τηρείται ο απαιτούμενος χρόνος και ο αριθμός των συνεδριών». Όπως λέει χαρακτηριστικά: «το lifting χωρίς βελόνες θέλει υπομονή, τακτικότητα και συνδυασμό μηχανημάτων. Η ενεργοποίηση της παραγωγής κολλαγόνου απαιτεί χρόνο και συγκεκριμένες θεραπείες».
Και εδώ φαίνεται πώς «το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι άμεσα ορατό, όμως όταν τηρείται το σωστό πρωτόκολλο, η εικόνα του προσώπου αρχίζει σταδιακά να αλλάζει, με τις γραμμές να δείχνουν πιο καθαρές και πιο ήπιες». Παράλληλα, προτείνει ότι «ένας ενδεικτικός συνδυασμός μπορεί να περιλαμβάνει θεραπείες όπως fractional, HIFU και microneedling, με συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα μεταξύ των συνεδριών, ώστε το δέρμα να προλαβαίνει να ανταποκριθεί».
Χημικά peelings, microneedling και ραδιοσυχνότητες
Στην ίδια κατεύθυνση, η δερματολόγος – αφροδισιολόγος Γιώτα Σπανού, που διατηρεί ιατρείο στο Ελληνικό, τονίζει ότι «θεραπείες όπως τα χημικά peelings και το microneedling δεν αφορούν μόνο την εικόνα, αλλά και τη συνολική λειτουργία του δέρματος».
Όπως αναφέρει η ίδια χαρακτηριστικά στο NouPou, «τα χημικά peelings μπορούν να ξεκινήσουν από την εφηβική ηλικία και μετά, καθώς δεν αφορούν μόνο την αισθητική εικόνα, αλλά και τη συνολική υγεία του δέρματος. Χρησιμοποιούνται ευρέως σε περιπτώσεις ακμής, ουλών, δυσχρωμιών, αλλά και όταν θέλουμε να βελτιώσουμε τη θαμπή ή ανομοιόμορφη όψη της επιδερμίδας».
Παράλληλα, σημειώνει ότι «αυτό που παρατηρείται συχνά από την πρώτη κιόλας εφαρμογή είναι μια πιο καθαρή, πιο φωτεινή εικόνα του δέρματος. Η υφή γίνεται πιο λεία και η επιδερμίδα δείχνει πιο φρέσκια. Δεν πρόκειται μόνο για μια επιφανειακή αλλαγή, αλλά για μια διαδικασία που βοηθά το δέρμα να ανανεωθεί πιο σωστά».
Αναφερόμενη στο microneedling, εξηγεί ότι «προτείνεται όταν θέλουμε να ενεργοποιήσουμε πιο στοχευμένα τη διαδικασία αναγέννησης του δέρματος. Μέσα από τους μικροτραυματισμούς που δημιουργούνται, διεγείρεται η παραγωγή κολλαγόνου και ελαστίνης, κάτι που οδηγεί σε σταδιακή βελτίωση της υφής και της συνολικής εικόνας».
Και, όπως τονίζει, «σε σχέση με άλλες θεραπείες, το αποτέλεσμα του microneedling δουλεύει σε βάθος χρόνου και δίνει μια πιο “δουλεμένη” εικόνα στην επιδερμίδα».
Φωτογραφία: freepik
Η σύγχρονη προσέγγιση δεν βασίζεται σε μία μόνο επιλογή, αλλά σε συνδυασμούς. Σ’ αυτή τη λογική κινείται και η δερματολόγος, δίνοντας έμφαση στη συστηματική φροντίδα και στην επιλογή κατάλληλων θεραπειών, ανάλογα με την εποχή, τις ανάγκες και τον τύπο του δέρματος.
Όπως αναφέρει μάλιστα, «τα χημικά peelings, το microneedling, αλλά και οι φωτοδυναμικές θεραπείες αποτελούν σημαντικά εργαλεία σε αυτή την κατεύθυνση», ενώ «ανάλογα με την ηλικία, την εποχή και τις ανάγκες του δέρματος, διαμορφώνεται κάθε φορά ένα εξατομικευμένο πρωτόκολλο, που συνδυάζει διαφορετικές τεχνικές για ένα πιο ισορροπημένο και φυσικό αποτέλεσμα».
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ραδιοσυχνότητες παραμένουν από τις πιο σταθερές επιλογές σε τέτοιου είδους πρωτόκολλα, καθώς ενεργοποιούν τους ινοβλάστες και ενισχύουν σταδιακά τη σφριγηλότητα και την ομοιομορφία του δέρματος. Η βελτίωση δεν είναι απότομη, αλλά εξελίσσεται στον χρόνο, δίνοντας μια εικόνα πιο ισορροπημένη και «δεμένη».
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το RF microneedling, που συνδυάζει τη δράση των μικροβελονών με την ενέργεια των ραδιοσυχνοτήτων, επιτρέποντας μια πιο στοχευμένη ενεργοποίηση της αναγέννησης και βελτιώνοντας αισθητά την υφή της επιδερμίδας. Το δέρμα δείχνει πιο λείο, πιο καθαρό και με καλύτερη συνοχή, ακόμη και από κοντινή απόσταση.
Παράλληλα, η φωτοθεραπεία εντάσσεται όλο και πιο συχνά σε αυτά τα πρωτόκολλα, υποστηρίζοντας τη διαδικασία αναγέννησης. Με τη χρήση διαφορετικών μηκών κύματος φωτός, ενισχύεται η κυτταρική λειτουργία και βελτιώνεται η ανταπόκριση του δέρματος, είτε πρόκειται για αντιγηραντική φροντίδα είτε για πιο εξειδικευμένες ανάγκες, όπως η ακμή ή η επούλωση.
Αυτό που προκύπτει συνολικά από την εμπειρία των ειδικών είναι μια προσέγγιση που βασίζεται στη διάρκεια και την ακρίβεια. Η εικόνα του προσώπου εξελίσσεται σταδιακά, παραμένοντας φυσική και αναζωογονημένη.
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου