Η σύγχρονη αθηναϊκή έξοδος έχει πάψει να είναι μια πράξη αναψυχής κι έχει πλέον μετατραπεί σε μια ιδιότυπη εργασία μερικής απασχόλησης. Στα Notes των κινητών μας, οι λίστες με τα «μέρη που πρέπει να προλάβουμε» μεγαλώνουν με ρυθμό μη βιώσιμο, τροφοδοτούμενες από μια διαρκή ανάγκη να βρισκόμαστε πάντα εκεί όπου χτυπάει ο παλμός της πόλης.
Στη δική μου λίστα (στο εξής: η Λίστα), το εστιατόριο της χθεσινής βραδιάς ήταν το νούμερο 23. Ήμασταν δύο ζευγάρια, το συνηθισμένο καρέ. Ο χώρος ήταν όμορφος, το μενού ενθουσιαστικό. Μου άρεσαν όλα. Παραγγείλαμε μια σαλάτα, δύο ορεκτικά, οπωσδήποτε το «προζυμένιο ψωμί με βιολογικά άλευρα» και από ένα κυρίως. Πήραμε κι από ένα κοκτέιλ. Η παρέα είχε καλή διάθεση και η βραδιά θα ήταν οπωσδήποτε υπέροχη. Ίσως να είχαμε ανακαλύψει μόλις κι ένα από τα μέρη που θα φιλοξενούσε κι άλλες από τις σπάνιες πλέον –λόγω παιδιών και άλλων υποχρεώσεων– κοινές μας εξόδους.
Καθώς όμως η βραδιά κυλούσε και τα πιάτα έφταναν στο τραπέζι, η αλήθεια άρχισε να αποκαλύπτεται πίσω από το εντυπωσιακό περιτύλιγμα. Οι γεύσεις ήταν κάπως φλατ, χωρίς κάποιο κρεσέντο ή εντυπωσιακές επιδόσεις. Δεν υπήρχε τίποτα κακό στο φαγητό που δοκιμάσαμε, αλλά δεν υπήρχε και τίποτα που να δικαιολογεί τον σαματά, την αναμονή ή την τιμή του.
Η τελική απογοήτευση ήταν το επιστέγασμα μιας ολόκληρης γραφειοκρατίας: Είχαν προηγηθεί η καταγραφή στα Notes, το φιλτράρισμα μέχρι τους δύο φιναλίστ της βραδιάς, η ομαδική έγκριση στο chat, η μάχη για ένα τραπέζι στις 9.00 το βράδυ. Ο αυθορμητισμός είχε θυσιαστεί πολύ πριν καθίσουμε στις ντιζαϊνάτες καρέκλες, κάτι που σίγουρα έπαιξε τον ρόλο του στην παγωμένη αίσθηση που μας άφησε το νούμερο 23.
Τελικά, το πρόβλημα ήταν δομικό: Η άψογη σκηνοθεσία του χώρου και όλη η συζήτηση τις προηγούμενες εβδομάδες γύρω από το new hot entry της πόλης ήταν πολύ πιο φιλόδοξες από την ίδια του την κουζίνα. Και κάπου εκεί εντοπίζω προσωπικά την παγίδα της Λίστας – της δικής μου με Λ, αλλά και της λίστας γενικότερα. Δεν αφήνει χώρο για το οικείο, επειδή τρέφεται αποκλειστικά από το καινούριο. Η επανάληψη θεωρείται χαμένος χρόνος. Τα κλισέ, αγαπημένα και δοκιμασμένα στέκια μας, εκείνα τα μέρη όπου ο ιδιοκτήτης ξέρει το όνομά μας, το τραπέζι είναι πάντα λίγο στραβό και το φαγητό έχει τη γεύση της ασφάλειας, μένουν εκτός επικαιρότητας.
Η Λίστα απαιτεί διαρκή εναλλαγή, μια ασταμάτητη κατανάλωση νέων concepts. Έτσι, ο αυθορμητισμός θυσιάζεται στον βωμό του προγραμματισμού: Δεν βγαίνεις πια επειδή πείνασες ή επειδή θέλεις να δεις τους φίλους σου. Βγαίνεις για να εκτελέσεις μια αποστολή, να κάνεις άλλο ένα τσεκ στη Λίστα και να προχωρήσεις επιτέλους στο νούμερο 24.
Τα καλά νέα είναι ότι η ουσία βρίσκεται ακόμα εκεί έξω. Το αληθινά νόστιμο φαγητό υπάρχει και μας περιμένει, σε νέες ή παλιές διευθύνσεις, αρκεί να θυμηθούμε να του παραδοθούμε χωρίς το άγχος της επόμενης κράτησης. Κι αυτό, σε μια αγορά που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, είναι ίσως το πιο χρήσιμο reminder για όλους: για εμάς που βγαίνουμε, για τις επιχειρήσεις που δημιουργούν τις τάσεις και για τα media που τις καταγράφουν.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο The Table, τη νέα, premium εφημερίδα της NouPou Media για τη γαστρονομία στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.