Κάποτε, η επιτυχία ενός αθηναϊκού εστιατορίου κρινόταν από τη βαριά υπογραφή του σεφ, το μέγεθος της λίστας των κρασιών ή, στην περίπτωση των Νοτίων Προαστίων, από το πόσο κοντά στο κύμα βρισκόταν το τραπέζι σου. Σήμερα, κρίνεται (και) από μερικά δευτερόλεπτα κάθετης εικόνας σε μια οθόνη κινητού. Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκονται επαγγελματίες όπως ο Νίκος Μίχαλος, που μοιάζει να έχει περάσει τα τελευταία είκοσι χρόνια μεταφράζοντας την ανάγκη της πόλης για «coolness» σε επιτυχημένα επιχειρηματικά projects.
Αν τον δεις από κοντά, θα γνωρίσεις έναν άνθρωπο που αντιλαμβάνεται την εστίαση τόσο ως operation όσο και ως θέατρο. Η εταιρεία του, η FMN (FollowMeNow), έχει αναλάβει να κάνει ακριβώς αυτό: να σκηνοθετήσει την ψηφιακή εικόνα της αθηναϊκής γαστρονομίας.
«Οι βάσεις μπήκαν το 2004» θυμάται ο ίδιος, αναφερόμενος στην εποχή που η Γλυφάδα ζούσε ακόμα στις ένδοξες, μαξιμαλιστικές μέρες της. «Ήταν τότε που ο Γιάννης Παπαθεοχάρης μου έδωσε την ευκαιρία να αναλάβω την επικοινωνία ενός από τα πιο ιστορικά café της Γλυφάδας, του Balux. Εκεί δημιούργησα την πρώτη μου ομάδα και για περίπου δέκα χρόνια χτίσαμε μια στρατηγική που συνέβαλε καθοριστικά στην εικόνα και την παρουσία του brand. Στη συνέχεια ακολούθησε το Yabanaki, όπου μαζί με μια εξαιρετική ομάδα ανθρώπων δημιουργήσαμε και αναπτύξαμε το Varkiza Resort, αποκτώντας ακόμη μεγαλύτερη εμπειρία στο πώς ένα concept εστίασης μπορεί να μετατραπεί σε σημείο αναφοράς».
Η πραγματική πρόκληση, ωστόσο, δεν ήταν να πειστούν οι πελάτες να πάνε στην παραλία, αλλά να πειστούν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες των εστιατορίων ότι ο κόσμος είχε αλλάξει. Οι πρώτες
μέρες του digital marketing στην Αθήνα έμοιαζαν με άσκηση υπομονής. Ο Νίκος Μίχαλος περιγράφει τις συναντήσεις εκείνης της περιόδου με χιούμορ.
Μίχαλος: «Έλα να φτιάξουμε ένα σωστό website». Ιδιοκτήτης: «Μα έχω Facebook, τι να το κάνω;».
Μίχαλος: «Πρέπει να σχεδιάσουμε μια ολοκληρωμένη στρατηγική». Ιδιοκτήτης: «Δεν χρειάζεται, έχω μια κοπέλα στο μαγαζί που βγάζει πολύ ωραίες φωτογραφίες με το κινητό».
Μίχαλος: «Να οργανώσουμε ένα δυνατό event;». Ιδιοκτήτης: «Θα κάνω όταν έχει γενέθλια το μαγαζί. Καλά όλα αυτά…κόσμο να μου φέρεις όμως!»
Παρά τις δυσκολίες, η επιμονή του agency δικαιώθηκε, καθώς η αγορά ωρίμασε. Και, μοιραία, οι απαιτήσεις εκτοξεύθηκαν. Σήμερα, η FMN διαχειρίζεται δεκάδες διαφορετικά concepts εστίασης σε όλη την Αθήνα. «Το τμήμα αυτό σήμερα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μας. Γιατί πλέον η επιτυχία στην επικοινωνία ενός εστιατορίου δεν κρίνεται από μια όμορφη φωτογραφία που τραβήχτηκε απλά με ένα κινητό. Χτίζεται από μια ολόκληρη ομάδα στρατηγικής, δημιουργικού περιεχομένου και ανθρώπων που γνωρίζουν πώς να μετατρέψουν μια εμπειρία σε ισχυρό brand».
Όσο για το στοιχείο που ο ίδιος θεωρεί ότι κάνει τη διαφορά σε μια αγορά που πλέον κατακλύζεται από ψηφιακή πληροφορία, η απάντηση δεν κρύβεται στις οθόνες.
«Πιστεύω ότι τα μαγαζιά τα κάνουν οι άνθρωποι και όχι οι τοίχοι ή η διακόσμηση. Γι’ αυτό, πριν καν σκεφτούμε το περιεχόμενο ή τη στρατηγική, προσπαθούμε να καταλάβουμε τον χαρακτήρα του ιδιοκτήτη, τη φιλοσοφία της ομάδας και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη φιλοξενία. Πάνω σε αυτή τη βάση χτίζουμε την επικοινωνία, γιατί μόνο έτσι μπορεί να είναι αυθεντική. Αυτός είναι και ο λόγος που, παρότι διαχειριζόμαστε πολλά concepts, κανένα δεν μοιάζει με το άλλο».
Αυτή η εμμονή με την αλήθεια του κάθε χώρου πηγάζει από το γεγονός ότι ο ιδρυτής της FMN δεν περιορίζεται στον ρόλο του marketing strategist. Έχοντας ενεργή επιχειρηματική συμμετοχή σε μερικά από τα πιο δημοφιλή εστιατορικά projects των Νοτίων Προαστίων (Bella Vespa, Pere Ubu, Αναψυκτήριο), βιώνει καθημερινά την απόσταση ανάμεσα στη θεωρία της επικοινωνίας και την πράξη του operation.
«Αυτά τα δύο συχνά απαιτούν διαφορετικές ισορροπίες, αλλά θεωρώ ότι αυτή η δημιουργική ένταση είναι εξαιρετικά χρήσιμη» εξηγεί. «Από τη μία πλευρά, ως strategist προσπαθώ
να βλέπω τη μεγάλη εικόνα και να διαμορφώνω τη σωστή στρατηγική για κάθε concept. Από την άλλη, ως συνέταιρος στα projects καλούμαι να διαχειριστώ την καθημερινότητα,
τις λειτουργικές προκλήσεις και τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Τελικά, ο στόχος είναι να μη λειτουργούν οι δύο ρόλοι ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά».
Το διπλό αυτό πρίσμα αποδεικνύεται πολύτιμο όταν έρχεται η ώρα να συνεργαστεί με τους πρωταγωνιστές της κουζίνας. Οι σεφ, άνθρωποι που έχουν μάθει να εκφράζονται κυρίως μέσα από τη γεύση και τη γεωμετρία των πιάτων τους, καλούνται πλέον να βρουν μια κοινή γλώσσα με τη νέα πραγματικότητα των social media και των short-form βίντεο.
«Το πιο αστείο είναι ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι παίρνουν τη δουλειά τους πολύ σοβαρά, και δικαιολογημένα» εξηγεί ο ιδρυτής της FMN με ένα χαμόγελο που προδίδει τις μάχες που έχει δώσει πίσω από τις κάμερες. «Η δική μου μάχη, όμως, είναι να τους εξηγήσω ότι ο πελάτης δεν θέλει μόνο να δει το τέλειο πιάτο. Θέλει να δει και τον άνθρωπο πίσω από αυτό, λίγη χαρά, αυθορμητισμό και μια πιο χαλαρή πλευρά. Στην αρχή αρκετοί νιώθουν άβολα μπροστά στην κάμερα, αλλά προσπαθώ να τους κάνω να καταλάβουν ότι αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού. Ο κόσμος θέλει να βλέπει ποιος του μαγειρεύει, να ακούει τη φωνή του και να συνδέεται με τον άνθρωπο πίσω από την επιχείρηση. Όταν το συνειδητοποιήσουν, χαλαρώνουν και συνήθως τα καλύτερα πλάνα βγαίνουν αυθόρμητα».
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο «The Table», την νέα, premium εφημερίδα της NouPou Media για τη γαστρονομία στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.