Από τα ζώα συντροφιάς κι από το ισχύον πλαίσιο για τα αδέσποτα μέχρι τα λεγόμενα «παραγωγικά» ζώα και την άγρια ζωή, η προστασία των ζώων από τον νόμο παραμένει ένα σύνθετο και διαρκώς εξελισσόμενο ζήτημα. Ο δικηγόρος και διδάσκων Δίκαιο των Ζώων Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος εξηγεί τι ισχύει σήμερα στην Ελλάδα, ποιες αντιφάσεις παραμένουν και πού βρίσκονται τα όρια της νομικής προστασίας κάθε μορφής ζωής.
Όταν μιλάμε για την προστασία των ζώων, η συζήτηση συχνά περιορίζεται στα ζώα συντροφιάς. Όμως πίσω από τους νόμους που προστατεύουν έναν σκύλο ή μια γάτα υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο και πιο σύνθετο ερώτημα: τι θέση έχουν τα ζώα συνολικά απέναντι στο δίκαιο; Επιφυλάσει ο νόμος την ίδια αντιμετώπιση για ένα κατοικίδιο, ένα «παραγωγικό» και ένα άγριο ζώο; Και τι σημαίνει πραγματικά η αναγνώριση των ζώων ως «συναισθανόμενων όντων»;
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων, επιχειρούμε να δούμε την προστασία τους πέρα από την καθημερινή συζήτηση για τα κατοικίδια και τα αδέσποτα. Από τη νομική τους φύση και τις συνθήκες εκτροφής μέχρι την κακοποίηση και τον ρόλο της Πολιτείας και των Δήμων, ο δικηγόρος Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος*, ο οποίος διδάσκει Δίκαιο των Ζώων στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Ζώα: Ηθική, Δίκαιο, Ευζωία» της Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ και του Ινστιτούτου Παστέρ φωτίζει τις αντιφάσεις ενός δικαίου που βρίσκεται, όπως ο ίδιος λέει, σε «μεταβατικό στάδιο».
Η νομική φύση των ζώων
Η συζήτηση ξεκινά από μια θεμελιώδη νομική αντίφαση: ενώ ο Αστικός Κώδικας εξακολουθεί τυπικά να αντιμετωπίζει τα ζώα ως πράγματα, η σύγχρονη νομοθεσία τους αναγνωρίζει ένα ολοένα ευρύτερο καθεστώς προστασίας. «Η νομική φύση των ζώων θα έλεγα ότι βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο στις μέρες μας. Τυπικά θεωρούνται ακόμη πράγματα κατά τον Αστικό Κώδικα, αλλά η προστασία που τους παρέχει πλέον ο φιλοζωικός νομοθέτης είναι τέτοια και τόση, ώστε να ήταν ακριβέστερο να μιλάμε πλέον για ατελή υποκείμενα του δικαίου, μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ πραγμάτων και προσώπων, όπως είναι οι άνθρωποι ή τα νομικά πρόσωπα. Σε διάφορες ευρωπαϊκές νομοθεσίες ισχύει ήδη η ρητή διακήρυξη ότι τα ζώα δεν είναι πράγματα και κατ’ ουσίαν, αλλά όχι τύποις, το ίδιο ισχύει και στην Ελλάδα. Τα συναισθανόμενα όντα πράγματι δεν μπορούν να είναι πράγματα», ξεκαθαρίζει ο κ. Αναγνωστόπουλος.
Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για τις συνθήκες σε ελληνικά χοιροστάσια επαναφέρουν το ζήτημα των ορίων ανάμεσα σε αυτό που επιτρέπει ο νόμος και σε αυτό που συνιστά κακοποίηση. Τι προβλέπει όμως τελικά η νομοθεσία για τους χοίρους και ποια είναι η σημασία των ελέγχων για την εφαρμογή της; Ο κ. Αναγνωστόπουλος εξηγεί το ισχύον πλαίσιο και επισημαίνει τα σημεία στα οποία, κατά την άποψή του, εντοπίζονται προβλήματα στην πράξη: «Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο είναι πλήρες, δεδομένου ότι καθορίζει κάθε λεπτομέρεια της ζωής του χοίρου κατά την εκτροφή. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η ευζωία του χοίρου πάντα προτάσσεται, κάθε άλλο μάλιστα, αν αναλογιστούμε ότι επιτρέπεται στα νεογέννητα χοιρίδια η αποκοπή της ουράς τους χωρίς αναισθητικό. Ωστόσο, η ύπαρξη του σχετικού νομοθετικού πλαισίου είναι σημαντική, δεδομένου ότι τοποθετεί τους χοίρους σε ένα συγκεκριμένο καθεστώς προστασίας. Το γεγονός ότι προορίζονται για σφαγή με άλλα λόγια καθόλου δεν συνεπάγεται ότι επιτρέπεται η εν ζωή κακοποίησή τους. Η επίβλεψη εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου ωστόσο είναι διαφορετικής τάξεως ζήτημα, φαίνεται δε ότι χωλαίνει στην πράξη, δυστυχώς».
Ζώα συντροφιάς και ζώα εκτροφής: Δύο διαφορετικές νομικές πραγματικότητες
Η διαφορετική μεταχείριση των ζώων ανάλογα με τη σχέση τους με τον άνθρωπο γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν συγκρίνει κανείς την ποινική αντιμετώπιση της κακοποίησης ενός ζώου συντροφιάς με τη νομιμότητα της βιομηχανικής σφαγής ζώων εκτροφής. Ο κ. Αναγνωστόπουλος αναφέρει πως «κάθε νόμος γεννάται σε συγκεκριμένη κοινωνία, υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Στην ελληνική κοινωνία και νομοθεσία τα ζώα διακρίνονται σε ζώα εκτροφής και ζώα συντροφιάς, με διαφορετικές για το καθένα έννομες συνέπειες». Μάλιστα, κατά τη γνώμη του, η διάκριση αυτή «δεν μπορεί να σταθεί ηθικά, ωστόσο αποτελεί το ισχύον στη χώρα μας δίκαιο. Θα θυμίσω σαν παράδειγμα αυτού του είδους των αυθαίρετων διακρίσεων ότι στη γειτονική Ιταλία επιτρέπεται η σφαγή αλόγων, ενώ στη γειτονική Τουρκία η σφαγή χαλάλ, χωρίς πλήρη αναισθητοποίηση».
Όσον αφορά την προστασία των άγριων ζώων στην Ελλάδα, ο κ. Αναγνωστόπουλος διευκρινίζει ότι ο Ν. 4830/2021 δεν κάνει διάκριση ως προς το είδος του ζώου στις διατάξεις που αφορούν την εν ευρεία εννοία προσβολή της ευζωίας του ζώου. Υπό αυτήν την έννοια, προστατεύονται πλήρως και τα άγρια ζώα. «Στην προστασία τους βέβαια εισάγουν πολύ μεγάλες εξαιρέσεις οι διατάξεις περί θήρας» σημειώνει ο ίδιος.
Κακοποίηση ζώων: Από την καταγγελία στην απονομή δικαιοσύνης
Για τα ζώα συντροφιάς, το ελληνικό νομικό πλαίσιο έχει γίνει τα τελευταία χρόνια πιο αυστηρό. Η ύπαρξη αυστηρών ποινών, ωστόσο, δεν εξαλείφει τα πρακτικά προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από τη στιγμή της καταγγελίας έως την εκδίκαση μιας υπόθεσης, όπως οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης ή οι δυσκολίες στην απόδειξη ενός περιστατικού. «Οι καθυστερήσεις είναι δυστυχώς σύμφυτες με την απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας. Ωστόσο, η δικαιοσύνη απονέμεται, συχνά μάλιστα πολύ αυστηρά, επειδή και οι απειλούμενες ποινές είναι πολύ αυστηρές. Για τα αποδεικτικά ζητήματα χρήσιμη και συχνά αναγκαία είναι η σύνταξη μιας έκθεσης κτηνιατρικής πραγματογνωμοσύνης».
Ο ίδιος επισημαίνει επίσης ότι ένας πολίτης που γίνεται μάρτυρας κακοποίησης οποιουδήποτε ζώου (συντροφιάς, παραγωγικού ή άγριου), «μπορεί να καταγγείλει το γεγονός στην Αστυνομία ή στην Δημοτική Αστυνομία, ακόμη και ανωνύμως, στον τηλεφωνικό αριθμό 10410. Ωφέλιμο είναι επίσης να ειδοποιηθεί κάποια τοπική φιλοζωική οργάνωση».
Ο ρόλος των Δήμων και η εφαρμογή του νόμου στην πράξη
Ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς οι Δήμοι έχουν αναλάβει ένα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων για τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων. Πώς ανταποκρίνονται, όμως, στην πράξη σε αυτές τις υποχρεώσεις και ποια είναι τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν;
«Ο Δήμοι έχουν αναδειχθεί από τον ισχύοντα φιλοζωικό νόμο σε κομβικό σημείο εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας. Οι αρμοδιότητές τους αφορούν την διαχείριση των αδεσπότων (περισυλλογή, σήμανση, κτηνιατρική φροντίδα, επανένταξη κ.λπ.), την ενημέρωση των πολιτών, την συνεργασία με τις φιλοζωικές οργανώσεις κ.λπ. Πρόκειται για πολλά και πολυποίκιλα καθήκοντα, για τα οποία είναι η αλήθεια οι Δήμοι μας δεν είχαν τη σχετική τεχνογνωσία, συχνά δε ούτε την απαραίτητη καλή διάθεση. Το ζήτημα των πόρων είναι επίσης ουσιώδες, θεωρώ όμως ότι σπουδαιότερη είναι η πολιτική βούληση να εναγκαλιστεί ο κάθε Δήμος τις σχετικές υποχρεώσεις. Παρατηρούνται συχνά φαινόμενα ανταγωνισμού με τις φιλοζωικές οργανώσεις, έλλειψης λογοδοσίας και διεκπεραιωτικής απλώς νοοτροπίας», εξηγεί ο κ. Αναγνωστόπουλος.
Τα κενά της νομοθεσίας και η επόμενη μέρα
Παρά την εξέλιξη του θεσμικού πλαισίου, ποια είναι σήμερα τα βασικά κενά και τα σημεία που χρειάζονται βελτίωση; Ο κ. Αναγνωστόπουλος επισημαίνει ότι, από τη μία πλευρά, εξακολουθούν να υπάρχουν πεδία χωρίς πλήρες και σαφές νομοθετικό πλαίσιο, ενώ από την άλλη, το υφιστάμενο πλαίσιο χαρακτηρίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις από αυξημένη γραφειοκρατία. «Εχθρός του καλού είναι το καλύτερο και πάντα υπάρχει χώρος βελτίωσης», υπογραμμίζει, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα ιπποειδή: «Δεν υπάρχει πλήρες και σαφές νομοθετικό πλαίσιο για τα ιπποειδή. Από την άλλη μεριά, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από υπερβολική θα έλεγα γραφειοκρατία, πράγμα που επιβαρύνει πολλές φορές υπέρμετρα τους κηδεμόνες των ζώων και τους κτηνιάτρους».
Το αν η Ελλάδα μπορεί να προχωρήσει σε ένα διαφορετικό μοντέλο προστασίας δεν είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, αποκλειστικά ζήτημα νόμων. Συνδέεται με τη νοοτροπία της κοινωνίας, την πολιτική βούληση και τους διαθέσιμους πόρους. Υπάρχουν, ωστόσο, παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημείο αναφοράς. «Σε νομικό επίπεδο υπάρχουν παραδείγματα από τα οποία θα μπορούσαμε να εμπνευστούμε, όπως πολλών ευρωπαϊκών χωρών, τόσο στο Σύνταγμά τους, όσο και στην κοινή νομοθεσία. Η ρητή αναγνώριση των ζώων ως αντικειμένου συνταγματικής προστασίας για παράδειγμα θα είχε μεγάλη συμβολική σημασία, και όχι μόνο».
*Ο Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978 και σπούδασε Νομικά στο ΕΚΠΑ, από όπου έλαβε το πτυχίο του το 2000 και το διδακτορικό του το 2008. Δικηγορεί στην Αθήνα, διδάσκει Δίκαιο των Ζώων στο μεταπτυχιακό «Ζώα: Ηθική, Δίκαιο, Ευζωία» της Φιλοσοφικής Σχολής ΕΚΠΑ και του Ινστιτούτου Παστέρ, καθώς και Ποινικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Είναι παντρεμένος, πατέρας τριών παιδιών και αυστηρός χορτοφάγος.