Γιατί όλοι μιλάνε με λατρεία για τα γλυκά του La Maison στην Καλλιθέα
Μια ονειρική νουγκατίνα, αυθεντικό γαλλικό βούτυρο και διπλές βάρδιες στο εργαστήριο. Το La Maison μετατρέπει την Καλλιθέα σε γαστρονομικό προορισμό, δημιουργώντας γλυκά επιπέδου με τη ζεστασιά ενός ζαχαροπλαστείου της γειτονιάς.
- Ιωάννα Ζέρβα
- 30/10/2026 10:45
- Φωτογραφίες: Λεωνίδας Τούμπανος
Φεύγοντας από την Καλλιθέα με ένα κουτί γεμάτο ολόφρεσκα γλυκά (τα καλά του επαγγέλματος), δεν ανυπομονούσα μόνο να δοκιμάσω τις δημιουργίες του Θανάση Τσαγκλιώτη. Έφευγα, επίσης, με μια ευχάριστη διάθεση, από εκείνες που σου αφήνουν οι συζητήσεις με ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν. Ο Θανάσης με υποδέχτηκε σε ένα περιβάλλον με τη ζεστασιά μιας οικογενειακής επιχείρησης, ακόμη κι αν σήμερα το La Maison μετρά 17 εργαζομένους. Άλλωστε, la maison σημαίνει «το σπίτι» στα γαλλικά και, ύστερα από τη συζήτησή μας, η ονομασία έμοιαζε να περιγράφει κάτι περισσότερο από μια αναφορά στη γαλλική ζαχαροπλαστική.

Πρώτα, ήρθε η νουγκατίνα. Δοκιμάζοντάς την, κατάλαβα πως είχα αποκτήσει έναν ακόμη λόγο να επιστρέφω στην Καλλιθέα, ξανά και ξανά. Η φίνα κρέμα, η τραγανή βάση, η χειροποίητη καραμέλα και τα αμύγδαλα συνθέτουν ένα γλυκό που θυμίζει κάτι από μιλφέιγ, χωρίς να χάνει τον δικό του χαρακτήρα. Ποιος θα περίμενε πως star of the show σε ένα ζαχαροπλαστείο με τόσο εκλεπτυσμένες δημιουργίες θα ήταν ένα γλυκό που σε κάνει να αναπολείς;

Στο κουτί υπήρχαν, βέβαια, κι άλλοι πειρασμοί: η αέρινη τάρτα βανίλιας, το σου με κρέμα από πραγματικό φιστίκι, μεταξύ άλλων. Πριν, όμως, αρχίσουμε να αναλύουμε ένα προς ένα τα γλυκά που έχουν κάνει το La Maison προορισμό για τους λάτρεις της ζαχαροπλαστικής, αξίζει να γνωρίσουμε τον άνθρωπο πίσω από αυτά και την πορεία που οδήγησε το εργαστήριό του στη σημερινή του μορφή.
Από την αρτοποιία στην αγάπη για τη ζαχαροπλαστική
Η επαγγελματική του πορεία δεν ξεκίνησε από ένα παιδικό όνειρο να γίνει ζαχαροπλάστης. Όπως λέει, δεν ήταν καλός μαθητής και έπρεπε να βρει έναν δρόμο για το επαγγελματικό του μέλλον. Η πρώτη του δουλειά ήταν σε αρτοποιείο, ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του. Τα δύσκολα ωράρια και το ξενύχτι, όμως, τον οδήγησαν να στραφεί στη ζαχαροπλαστική. Εργάστηκε σε ζαχαροπλαστείο, του άρεσε η δουλειά και στη συνέχεια φοίτησε σε σχολή.
«Δεν μπορώ να σου πω ότι ήθελα να γίνω ζαχαροπλάστης από μικρός», παραδέχεται. Αυτό που ήθελε από νωρίς ήταν να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση. Η αγάπη για το ίδιο το επάγγελμα ήρθε στην πορεία, μέσα από την εμπειρία και τη συνεργασία με παλαιότερους τεχνίτες, οι οποίοι, όπως λέει, είχαν συχνά μια πιο παραδοσιακή και αυστηρή φιλοσοφία στη δουλειά.
Από την Αγγλία στην Καλλιθέα
Η ιστορία του La Maison ξεκινά το 2013, όταν ο Θανάσης Τσαγκλιώτης επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με τη σύζυγό του, Γεωργία, ύστερα από τρεισήμισι χρόνια στην Αγγλία. Τον τελευταίο χρόνο της παραμονής τους εκεί γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί και το ζευγάρι αποφάσισε να επιστρέψει με στόχο να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση. Έναν χρόνο αργότερα, μέσα σε μια ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική συγκυρία, με τα capital controls να κάνουν ακόμη πιο απαιτητικό το ξεκίνημα, άνοιξε το ζαχαροπλαστείο στην Καλλιθέα.

Η ιδέα να αποκτήσει το δικό του μαγαζί υπήρχε στο μυαλό του από τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα. Αρχικά αναζητούσε χώρους σε διαφορετικές περιοχές, αλλά τα ενοίκια ήταν απαγορευτικά για τα οικονομικά δεδομένα της οικογένειας. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε τελικά σε ένα παλιό ζαχαροπλαστείο που γνώριζε η μητέρα του, καθώς εργαζόταν εκεί ως πωλήτρια από το 1996. Ο προηγούμενος ζαχαροπλάστης είχε συνταξιοδοτηθεί και το κατάστημα παρέμενε κλειστό για δύο με τρία χρόνια.
«Δεν ήξερα καθόλου την περιοχή, αλλά το πήρα», θυμάται. Το ξεκίνημα έγινε με τέσσερα άτομα: τον ίδιο, τη σύζυγό του, τη μητέρα του και μία ακόμη συνεργάτιδα. Χρειάστηκαν περίπου πέντε χρόνια μέχρι να αισθανθούν ότι είχαν σταθεί στα πόδια τους, καθώς η επιχείρηση έπρεπε να βρει τον ρυθμό της χωρίς να κάνει εκπτώσεις στη φιλοσοφία της. Όσο για το όνομα La Maison, αυτό προέκυψε σχεδόν την τελευταία στιγμή. Μία εβδομάδα πριν από το άνοιγμα, έπρεπε να αποφασίσουν τι θα γράφει η ταμπέλα του καταστήματος. Επειδή του άρεσε το La Maison du Chocolat στο Παρίσι, αποφάσισε να κρατήσει το La Maison για το δικό του ζαχαροπλαστείο, το δεύτερό του σπίτι.
«Προτιμώ να κλείσω το μαγαζί παρά να αλλάξω την ποιότητα»
Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες των πρώτων χρόνων ήταν το κόστος των πρώτων υλών. Ο Θανάσης ήθελε να χρησιμοποιεί υλικά υψηλής ποιότητας, ακόμη κι όταν αυτό έκανε την οικονομική διαχείριση του καταστήματος ιδιαίτερα δύσκολη. Η Γεωργία τού πρότεινε κάποια στιγμή να εξετάσουν οικονομικότερες επιλογές, όμως εκείνος ήταν ανένδοτος. «Προτιμώ το μαγαζί να το κλείσουμε παρά να αλλάξω την ποιότητα. Εγώ θα συνεχίσω με αυτή την ποιότητα», της απάντησε.

Η θέση του αυτή εξακολουθεί να καθορίζει τη λειτουργία του La Maison. Σήμερα, το ζαχαροπλαστείο διαθέτει περίπου 20 κωδικούς, με τη χειροποίητη παραγωγή να απαιτεί χρόνο, οργάνωση και διαφορετικές παρασκευές για κάθε γλυκό. Ο ίδιος επιμένει ότι η πρόκληση δεν είναι μόνο να διατηρείται η ποικιλία, αλλά κυρίως να παραμένει σταθερή η ποιότητα.
Στο εργαστήριο: Διπλές βάρδιες και μηδενικές εκπτώσεις
Η ημέρα στο εργαστήριο ξεκινά νωρίς. Από τις οκτώ το πρωί, η ομάδα αρχίζει να ανανεώνει τη βιτρίνα, καθώς συνήθως έχουν απομείνει λίγα γλυκά από την προηγούμενη. Η διαδικασία ολοκληρώνεται ενώ ταυτόχρονα ξεκινά η προετοιμασία για τις επόμενες παραγωγές.
Στο εργαστήριο παρασκευάζονται οι κρέμες, οι βάσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία των γλυκών, από ντακουάζ και κρέμες μουσελίν μέχρι κρέμες βραστές και σάλτσες για προφιτερόλ. Ορισμένες παρασκευές χρειάζονται χρόνο για να σταθεροποιηθούν, ενώ κάθε γλυκό ακολουθεί τη δική του διαδικασία.

«Όλα μας τα γλυκά είναι πραγματικά χρονοβόρα. Δεν είναι κάποιο που να λες “αυτό είναι εύκολο, το βγάζουμε εύκολα”, γιατί το κάθε γλυκό που θα πάρεις έχει διαφορετικές παρασκευές», εξηγεί. Η παραγωγή οργανώνεται σε διπλές βάρδιες, ενώ η ομάδα εργάζεται και τις Κυριακές. Γι’ αυτό, κάποιες φορές, ένα γλυκό μπορεί να εξαντληθεί μέσα στην ημέρα. Όπως επισημαίνει, όλα παρασκευάζονται στο εργαστήριο και δεν είναι πάντα εφικτό να αναπληρώνονται διαρκώς οι ποσότητες.
Στην καθημερινή λειτουργία του καταστήματος καθοριστική είναι και η συμβολή του Γιάννη Σινάπη, τον οποίο χαρακτηρίζει δεξί του χέρι. «Χωρίς αυτόν, ξεκάθαρα, το La Maison δεν θα υπήρχε», λέει, αναγνωρίζοντας τη στήριξή του από τα πρώτα χρόνια της επιχείρησης, όταν απαιτούνταν να διαχειριστεί τα άγχη και τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευθύνης σε συνδυασμό με την οικογενειακή και κοινωνική ζωή.
Τα γλυκά του La Maison
Ανάμεσα στα best sellers του La Maison βρίσκεται το γλυκό με μασκαρπόνε, Baileys και καφέ, με κρέμα που θυμίζει τιραμισού και τραγανή βάση μπισκότου. Έρχεται και σε μια παιχνιδιάρικη στο μάτι, ειδική κονσέρβα. Στις επιλογές που ξεχωρίζει ο ίδιος περιλαμβάνονται επίσης το μιλφέιγ, το σου με φιστίκι και η Lemon Pie, ενώ η συνολική γκάμα έχει φτάσει περίπου τους 20 κωδικούς.

Η ποιότητα ξεκινά από τα υλικά που χρησιμοποιούνται στο εργαστήριο. Δουλεύει με γαλλικό βούτυρο, ενώ για τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες που όπου να ’ναι θα κάνουν την εμφάνισή τους, χρησιμοποιεί ΠΟΠ βούτυρο γάλακτος από τη Μυτιλήνη. Στις πρώτες ύλες που αναφέρει περιλαμβάνονται η σοκολάτα Valrhona και Cacao Barry.

Για το αμύγδαλο συνεργάζεται με τον ξάδερφό του, Σπύρο Πολίτη, ο οποίος διαθέτει δικές του αμυγδαλιές στην Ακράτα, και τα φιστίκια έρχονται από τη Λάρισα. Η επιλογή των υλικών συνδέεται άμεσα με τη φιλοσοφία του: η επιδίωξη δεν είναι απλώς μια εντυπωσιακή βιτρίνα, αλλά η σταθερή ποιότητα σε κάθε παρασκευή, από την προετοιμασία μέχρι το τελικό αποτέλεσμα.

Η αξία πίσω από την τιμή
Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει ένα στοιχείο που ίσως κάνει το La Maison ακόμη πιο ξεχωριστό στον σημερινό γαστρονομικό χάρτη της Αθήνας: οι τιμές του παραμένουν απολύτως γήινες και προσβάσιμες. Ας είμαστε ειλικρινείς: Αν το ίδιο ακριβώς εργαστήριο, με την τεχνική, τις πρώτες ύλες και τους 17 εργαζομένους σε διπλές βάρδιες, άνοιγε στην καρδιά της Γλυφάδας ή σε κάποια άλλη high-end γειτονιά της παραλιακής, οι τιμές στις βιτρίνες του πιθανότατα θα ήταν διπλάσιες.
Εδώ, όμως, η φιλοσοφία της «γειτονιάς» δεν λειτούργησε ποτέ ως άλλοθι για εκπτώσεις στην ποιότητα, αλλά ως υπόσχεση σεβασμού προς τον κόσμο που το στηρίζει από την πρώτη μέρα. Το La Maison αποδεικνύει στην πράξη πως η υψηλή ζαχαροπλαστική δεν χρειάζεται να είναι προνόμιο λίγων ούτε να μετατρέπεται σε απρόσιτη πολυτέλεια. Κι αυτός, για όλους εμάς που δεν διστάζουμε να ανηφορίσουμε μέχρι τη Δημοσθένους για την ολόφρεσκη νουγκατίνα του, είναι ίσως ο πιο γλυκός λόγος για να επιστρέφουμε ξανά και ξανά.