Μάρκος Κούμαρης: Ο frontman των Locomondo μιλάει για τη μαγεία της σκηνής, το ρίσκο της reggae και τη διαρκή ανάγκη για γιορτή
Share this
Με αφορμή τη μεγάλη τους συναυλία στην Τεχνόπολη την Τετάρτη 24 Ιουνίου, ο Μάρκος Κούμαρης μοιράζεται τις σκέψεις του για τα 23 χρόνια αδιάκοπης πορείας των Locomondo, εξηγεί πώς η μουσική μεταμορφώνει τη δική τους ψυχολογία και αποκαλύπτει τα αγαπημένα καλοκαιρινά σποτ της μπάντας στα νότια προάστια.
Από το 2003 που ξεκίνησαν στην Αθήνα, οι Locomondo –ο «τρελός κόσμος» που ένωσε τη reggae, τη ska και τους latin ρυθμούς με τον ελληνικό στίχο– κατάφεραν να γίνουν ο απόλυτος συνώνυμος ήχος του ελληνικού καλοκαιριού.
Με αφορμή τη μεγάλη τους επιστροφή στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων την Τετάρτη 24 Ιουνίου, ο frontman του συγκροτήματος, Μάρκος Κούμαρης, μιλάει στο NouPou για τα 23 χρόνια αδιάκοπης παρουσίας τους, τα ρίσκα των μουσικών πειραματισμών, την κοινωνική τους δράση, αλλά και τις κλασικές καλοκαιρινές βουτιές στα νότια προάστια.
Φωτογραφία: Δημήτρης Φατίτσης
Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια πορείας, πώς καταφέρνετε ως μπάντα να διατηρείτε την ίδια «εφηβική» ορμή; Υπάρχει κάποιο μυστικό για τη μακροζωία των Locomondo;
Ίσως το μυστικό να είναι o τρόπος που βιώνει τη συναυλία το συγκρότημα. Η σκηνή είναι το μέρος που έχουμε ζήσει τα πιό μαγικά πράγματα. Όταν ανεβαίνουμε στη σκηνή ο χρόνος σταματαέι. Ίσως το μυστικό να είναι επίσης η φιλία, ο σεβασμός και το να μην παίρνουμε τους εαυτούς μας πολύ σοβαρά. Στα live θέλουμε να νιώσουμε και να προσφέρουμε τη χαρά μας, να ζήσουμε παρέα με το κοινό τη συγκεκριμένη στιγμή.
Σε αυτή τη διαδρομή των δύο δεκαετιών, υπήρξε ποτέ κάποια στιγμή που σκεφτήκατε σοβαρά να σταματήσετε;
Όταν το γκρουπ έκλεισε τη δεκαετία καθίσαμε και συζητήσαμε το ενδεχόμενο να σταματήσουμε. Ωστόσο, σήμερα φτάσαμε να κλείνουμε τα 23 χρόνια αδιάκοπης παρουσίας και είναι κάτι που δεν το έχουμε μετανιώσει.
Όταν ξεκινήσατε, η reggae και η ska ήταν σχεδόν άγνωστες λέξεις για το ελληνικό κοινό. Θυμάσαι πότε άρχισε να αλλάζει αυτό;
Σίγουρα στην αρχή τα βλέμματα ήταν περισσότερο απορίας και έκπληξης. Ακόμα και φίλοι μουσικοί μας έλεγαν “Ρε παιδιά, είστε σίγουροι γι αυτό που πάτε να κάνετε;”. Η μετάβαση στο σήμερα ήταν σταδιακή και πλέον έχει πολλή πλάκα να θυμάσαι αυτές τις μέρες.
Μπορεί τελικά οποιοδήποτε κομμάτι να μεταμορφωθεί σε reggae ρυθμό ή υπάρχουν όρια στους πειραματισμούς σας;
Δεν μπορείς να πάρεις οποιοδήποτε τραγούδι και να το κάνεις Reggae. Δεν είναι πολλά τα τραγούδια που προσφέρονται. Μας αρέσει να πειραματιζόμαστε. Κάποιες ιδέες προχωράνε, κάποιες όχι. Πολλά τραγούδια, άλλωστε, αλλάζουν εντελώς στο στούντιο ή στη σκηνή.
«Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα» – πότε καταλάβατε ότι αυτό το τραγούδι ξέφυγε από εσάς; Ότι δεν ήταν πια δικό σας με την έννοια που το ξέρουμε, αλλά ανήκε στον κόσμο;
Το “Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα” κυκλοφόρησε το 2005, όταν μπήκε στον δίσκο που ηχογραφήσαμε στην Τζαμάικα με τίτλο “12 μέρες στην Τζαμάικα”. Έχει ενδιαφέρον οτι ανακαλύφθηκε και αγαπήθηκε από τον κόσμο πολύ αργότερα, 4-5 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, κυρίως από μαθητές και φοιτητές. Στη συνεχεια έγινε σλόγκαν και σήμερα η συγκεκριμένη φράση είναι ίσως πιο γνωστή από το γκρουπ μας.
Η εμφάνιση στην Τεχνόπολη στα τέλη Ιουνίου είναι πάντα ξεχωριστή. Πώς στήνεται το setlist για μια τέτοια καλοκαιρινή βραδιά στην Αθήνα;
Στην Τεχνόπολη είναι πάντα ιδιαίτερο το live, γιατί είναι ένας από τους ομορφότερους συναυλιακούς χώρους που έχουμε στην Αθήνα. Το setlist θα είναι όπως πάντα δυναμικό. Στήνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να βάλει σιγά σιγά το κοινό στον κόσμο των Locomondo.
Τελικά, ποια είναι η πραγματική δύναμη μιας συναυλίας των Locomondo;
Τα κύρια χαρακτηριστικά των συναυλιών μας είναι η χαρά και η γιορτή. Τα τραγούδια μας μιλάνε για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν θετικά τις δοκιμασίες της ζωής και αυτό συνεπαίρνει κι εμάς την ώρα της συναυλίας. Η μουσική μεταμορφώνει πρώτα εμάς και στη συνέχεια το κοινό.
Φωτογραφία: Thanasis Maikousis
Παράλληλα, έχετε και έντονη κοινωνική δράση. Πώς επιλέγετε τους σκοπούς που στηρίζετε και τι σας ευαισθητοποιεί ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό;
Είναι απλά θέματα που μας άγγιξαν και νιώσαμε την ανάγκη να βοηθήσουμε. Για παράδειγμα, γράψαμε ένα τραγούδι για την καμπάνια της Greenpeace για την εξαφάνιση των μελισσών, ένα τεράστιο ζήτημα που απειλεί άμεσα την παγκόσμια παραγωγή τροφής. Παράλληλα, στηρίζουμε εδώ και χρόνια το περιοδικό δρόμου “Σχεδία” μέσα από ποικίλες δράσεις. Το βασικότερο κριτήριο για εμάς σε όλα αυτά είναι η προσωπική επαφή· θέλουμε να γνωρίζουμε τους ανθρώπους πίσω από κάθε προσπάθεια.
Ως NouPou δεν μπορούμε να μην ρωτήσουμε: τα νότια προάστια, η παραλιακή, οι πρώτες βουτιές του καλοκαιριού – έχεις κάποια προσωπικά σου αγαπημένα spots στα νότια;
Εγώ προσωπικά δεν έχω τόσο άμεση σχέση με την περιοχή, αλλά ο Γιάννης Βαρνάβας έχει μεγαλώσει στα νότια προάστια και συγκεκριμένα στη Βούλα, από την εποχή μάλιστα που η περιοχή είχε ακόμα… πρόβατα και χωματόδρομους. Τα δικά του αγαπημένα σποτ, που μοιραζόμαστε κι εμείς, είναι σίγουρα το Καβούρι για περπάτημα και χαλάρωση –ειδικά τις μέρες που δεν έχει πολύ κόσμο– αλλά και οι κλασικές βουτιές στα βραχάκια της Βουλιαγμένης.
Αν έπρεπε να κλείσεις το φετινό καλοκαίρι μέσα σε έναν στίχο σας, ποιος θα ήταν αυτός;