Ο ιδιοκτήτης του Staks, Αναστάσης Χάρος, μας αφηγείται την ιστορία του: από τις street food αγορές του Λονδίνου μέχρι το πώς έστησε ένα spot με boho vibes και χειροποίητα burgers. Μια καντίνα που δεν χρειάστηκε ποτέ τη βιτρίνα της παραλιακής, αλλά απλώς έφτιαξε τη δική της αυλή στην Ανάβυσσο - και έκανε τον κόσμο να ανάβει το φλας για να στρίψει.
Υπάρχουν κάποια μέρη που δεν προσπαθούν να σε εντυπωσιάσουν με φανταχτερές επιγραφές. Απλώς υπάρχουν, χαμηλόφωνα, κάπου λίγο πιο μέσα από τη βουή του δρόμου, και σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις. Το Staks στην Ανάβυσσο είναι ακριβώς αυτό. Μια αλλιώτικη, boho καντίνα, κρυμμένη μέσα σε ένα άνετο οικόπεδο, με μια cool ατμόσφαιρα που σε χαλαρώνει από το πρώτο λεπτό, σαν να σε φιλοξενούν στην αυλή ενός φίλου.
Δοκιμάζοντας το φαγητό τους και συζητώντας με τους ανθρώπους πίσω από το εγχείρημα, επιβεβαιώσαμε αυτό που ακούγαμε καιρό τώρα: το Staks έχει καταφέρει, εντελώς οργανικά και από στόμα σε στόμα, να γίνει ένα από τα πιο ξεχωριστά street food spots της περιοχής, φέρνοντας στην Αττική τον αυθεντικό, ανεπιτήδευτο αέρα των street food markets του Λονδίνου.
Η διαδρομή: Από 16 σημεία στο Λονδίνο, σε ένα χωράφι στην Αττική
Πίσω από το Staks βρίσκεται ο Αναστάσης Χάρος – ή Stas, όπως τον φωνάζουν από παιδί στην Αγγλία. Μισός Έλληνας και μισός Άγγλος, μεγάλωσε στο Λονδίνο και εκεί έχτισε βήμα-βήμα το γαστρονομικό του project από το 2016. Η πορεία ήταν εντυπωσιακή: ξεκινώντας από μία καντίνα, έφτασε να τρέχει 16 κινητά σημεία, να καλύπτει μεγάλα φεστιβάλ και events, και σταδιακά να περνάει σε σταθερά μαγαζιά.
Ύστερα, ήρθε η πανδημία. «Όταν ήρθε ο κορωνοϊός, αναγκαστήκαμε να κλείσουμε τα περισσότερα, κρατώντας μόνο ένα. Στην ουσία, η πανδημία ήταν αυτή που μας έφερε στην Ελλάδα». Έτσι, ο Stas, η σύζυγός του Ashley και τα τέσσερα παιδιά τους πήραν τη μεγάλη απόφαση: Επέστρεψαν στην Ελλάδα.
Ο Αναστάσης στην αρχή δεν σκόπευε καν να ξανασχοληθεί με την εστίαση. Σκεφτόταν να βοηθήσει στα χρωματοπωλεία του πατέρα του. Όμως, η αφοσίωση στο καλό, τίμιο street food δεν κρύβεται εύκολα.
Πώς προέκυψε το «Staks»;
Η ιστορία του ονόματος δεν έχει δήθεν marketing concept. Είναι απλή και αποτυπώνει το ξεκίνημα της προσπάθειας στην Αγγλία: «Εμένα με φώναζαν Stas. Ο συνέταιρος και φίλος μου στο Λονδίνο λεγόταν Jack. Ψάχνοντας όνομα, αποφασίσαμε απλώς να κόψουμε και να ενώσουμε τα δύο μας ονόματα: Stas & Jack… Staks!»
Ένα κρυφό, speak-easy καταφύγιο
Το Staks δεν θα το δεις τυχαία περνώντας από την παραλιακή. Βρίσκεται λίγο πιο μέσα, δημιουργώντας την αίσθηση ενός μυστικού spot που περιμένει να το ανακαλύψεις. «Ψάχναμε για παραλία σχεδόν έναν χρόνο, αλλά δεν μας έδιναν σημείο. Έτσι καταλήξαμε εδώ, που ήταν στην πραγματικότητα η τελευταία μας επιλογή. Ο χώρος ήταν ένα παρατημένο οικογενειακό οικόπεδο του θείου μου, γεμάτο χόρτα και αυτοκίνητα», μου λέει ο Αναστάσης.
Με πολύ προσωπική δουλειά, το χωράφι μεταμορφώθηκε σε έναν ζεστό, «κρυφό» κήπο με speak-easy αισθητική. Το βράδυ, το σκηνικό γλυκαίνει με τον προτζέκτορα να προβάλλει βουβές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες ή επεισόδια από τα «Φιλαράκια», και η ατμόσφαιρα σε χαλαρώνει αμέσως.
Τι τρώμε στο Staks;
Στο Staks το μενού είναι προσανατολισμένο στα burgers – και εδώ δεν θα βρεις έτοιμες λύσεις. Όλα πλάθονται και ετοιμάζονται καθημερινά στην κουζίνα τους, με τα μπιφτέκια να φτιάχνονται από 100% μοσχάρι -χωρίς αλάτι ή πρόσθετα στη ζύμη, ενώ οι σάλτσες αποτελούν δικές τους συνταγές.
Πρώτο και καλύτερο δοκιμάσαμε το Holy Jam, το burger που έχει δημιουργήσει το δικό του φανατικό κοινό. Το μπιφτέκι δένει μοναδικά με το λιωμένο cheddar, τις πίκλες, τη μυστική holy sauce και, φυσικά, την ακαταμάχητη χειροποίητη μαρμελάδα μπέικον που σιγοβράζουν οι ίδιοι στο μαγαζί για δύο ολόκληρες ώρες.
Δίπλα του, το OG Smash φέρνει την κλασική, σωστή εκδοχή ενός smash burger με cheddar, τραγανό μπέικον, iceberg, ντομάτα, κρεμμύδι και πίκλες. Στο Korean, το παναρισμένο, τραγανό φιλέτο κοτόπουλο συνδυάζεται με χειροποίητο κορεάτικο glaze, καραμελωμένα κρεμμύδια και τη δική τους Staks black pepper mayo. Όσο για τη μέση, το τραπέζι ξεκινάει με τα Halloumi Fries – τραγανά στικς χαλουμιού περιχυμένα με μέλι που εξαφανίζονται σε λίγα λεπτά.
Η Ashley, η «ψυχή» του μαγαζιού
Αν ρωτήσεις τον Αναστάση ποιο είναι το πραγματικό μυστικό της επιτυχίας του Staks, θα σου δείξει αμέσως τη γυναίκα του. «Η Ashley είναι η μηχανή, είναι το πραγματικό αφεντικό εδώ πέρα. Χωρίς εκείνη, δεν θα είχαμε καταφέρει τίποτα στην Ελλάδα. Στην αρχή δυσκολευτήκαμε να βρούμε προσωπικό και αναγκάστηκε να μπει στην κουζίνα και να δουλέψει σκληρά. Σήμερα είναι το “πρόσωπο” του Staks στο ταμείο – φαντάσου, έμαθε και ελληνικά μιλώντας καθημερινά με τους πελάτες», περιγράφει.
Μια ζεστή κοινότητα που λειτουργεί όλο τον χρόνο
Αν και καλοκαιρινός προορισμός, το Staks έχει αποκτήσει πιστό κοινό και τον χειμώνα. Όπως μου εξηγεί ο Αναστάσης, άνθρωποι έρχονται από τη Γλυφάδα, το κέντρο της Αθήνας, ακόμα και το Λαύριο, μόνο και μόνο για να απολαύσουν την ατμόσφαιρα και το φαγητό του. «Ο κόσμος μάς στηρίζει πολύ. Φέτος τον Γενάρη, τους έβλεπες να έρχονται με τα μπουφάν, να τρέμουν από το κρύο κάτω από το στέγαστρο και να τρώνε burger. Αυτό το “από στόμα σε στόμα” που χτίσαμε είναι η μεγαλύτερη μας επιτυχία. Θέλουμε ο πελάτης να έρχεται, να χαμογελάει, να συνδέεται μαζί μας. Στο τέλος της ημέρας, η καντίνα πρέπει να σε κάνει να νιώθεις πιο οικογενειακά».
Αυτό το προσωποκεντρικό στυλ – που θυμίζει τις παλιές, αυθεντικές καντίνες στις οποίες σε ξέρουν με το μικρό σου όνομα – είναι που κάνει τον κόσμο να επιστρέφει στο Staks. Γιατί -το λέω και το τονίζω- δεν πρόκειται για άλλη μια «τυπική καντίνα», αλλά για μια απόδειξη πως όταν έχεις μεράκι, ποιότητα και αληθινό χαμόγελο, ο κόσμος θα σε βρει – ακόμα κι αν χρειαστεί να στρίψει και να «βγει» λίγο από τη διαδρομή του.