Πόση παράδοση κρύβεται πίσω από την Αθηναϊκή Ριβιέρα
The Table – Summer 2026
Στο σύνορο ενός ξένου, αστραφτερού πλανήτη, ανάμεσα σε ξένες γλώσσες και υπερπολυτελή resorts, κρύβονται ακόμα ζωντανά τα σημάδια μιας αυθεντικά ’60s Ριβιέρας.
- Ελένη Ψυχούλη
- 24/08/2026 11:15
Κάποτε, η Αθηναϊκή Ριβιέρα ήταν η αναψυχή του Αθηναίου. Ήταν τα μπάνια και οι βουτιές, ήταν η τηγανητή μαρίδα και τα καλαμαράκια με ρετσίνα πάνω στο κύμα, οι υπαίθριοι οργανοπαίχτες, το χωνάκι παγωτό του παλιού παγωτατζή και τα τρυφερά ραντεβού με θέα στο ηλιοβασίλεμα του Σαρωνικού.
Ήταν η εκδρομή της Κυριακής για ψαράκι στη Ζέα και το Τουρκολίμανο, το παγωτό σικάγο στην Aqua Marina της Βουλιαγμένης και η ψευδαίσθηση των διακοπών, έστω όσο κρατά μια διαδρομή από την Ομόνοια ως τον Μπάτη. Η Ριβιέρα ήταν η πεποίθηση του Αθηναίου πως κατοικεί σε πρωτεύουσα που βρέχεται από θάλασσα.
Σιγά-σιγά, ο αθηναϊκός Νότος άρχισε να κρατά τις αποστάσεις του από την πόλη. Για την ακρίβεια, λίγο της γύρισε την πλάτη, μαγεμένος από νεοφερμένους ενοίκους, που είχαν την τύχη να κουβαλούν μαζί τους άφθονο χρήμα και ένα καινούριο, γκλίτερ όραμα για τα παραθαλάσσια προάστια. Μέχρι που στο τέλος, οι δυο τους τσακώθηκαν, σιωπηλά, αθόρυβα και υπόγεια, χωρίς να ανταλλάξουν βαριές κουβέντες.
Τώρα πια, αν είσαι άνθρωπος του κέντρου, περνώντας το σύνορο ανάμεσα στον δυσθεώρητα ψηλό πύργο του Ελληνικού, έχεις την απόλυτη πεποίθηση πως άλλαξες χώρα. Από δω και κάτω, ξεκινά το Αθηναϊκό Ντουμπάι. Τα εξάστερα resorts, οι άγνωστες γλώσσες στον δρόμο, οι ξένες πινακίδες στα αυτοκίνητα, τα μαγαζιά που πουλάνε μαγιό και παρεό όλο τον χρόνο, το άρωμα του αντηλιακού μέσα στον Δεκέμβρη, τα μαυρισμένα κορμιά, τα θεαματι κά σπίτια που κανείς δεν διαθέτει στην καρδιά της πόλης. Πόσο ξένος και ανοίκειος αυτός ο πλανήτης για κάποιον που βιοπορίζεται στην τσιμεντούπολη του κέντρου. Τίποτα, θαρρείς, δεν έχει απομείνει από τον κόσμο της παραλίας όπως τον θυμόμαστε στις ταινίες της Φίνος-Φιλμς.
Κι όμως. Αν σκύψεις, αν αφουγκραστείς, τα σπαράγματα της μνήμης επιβιώνουν, ζουν και βασιλεύουν, πίσω από τη λαμπερή πρόσοψη. Οι χειμερινοί κολυμβητές του Μπάτη, με τους ξεροψημένους all weather κολυμβητές σαν τρισδιάστατο σύμπαν του Τέρι Ρίτσαρντσον, τα μπαρμπουνάκια ακόμη τσιτσιρίζουν στο παλιό τηγάνι της Μαργαρώς πλάι στην κορμοστασιά της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και ένα γατί κοιμάται ακόμα κουλουριασμένο στο Λιμανάκι, στη σκιά του Φουγάρου της ΔΕΗ, με φόντο τα ασβεστωμένα σκαλιά που καταλήγουν στο νερό. Στα μετόπισθεν του Αστακού της Γλυφάδας μοσχοβολά φύκια και δίχτυα, τα παρατεταγμένα λευκά κιόσκια που διαλαλούν το φρέσκο ψάρι και αντιδιαστέλλονται με τις πολύχρωμες ψαρόβαρκες στη 2η Μαρίνα της Γλυφάδας και η πανσέληνος σκάει ολοστρόγγυλη πίσω από τις βαρκούλες της Ένωσης Αλιέων της Βάρκιζας μπροστά στο Λατίνι. Με τηγανητά καλαμαράκια και ένα γραφικό ψαρολίμανο μπροστά σου, το Καστελόριζο σε επιστρέφει πίσω στην αυθεντικά ‘60s Ριβιέρα. Κάπως έτσι καταλαβαίνεις πως το παρελθόν δεν ξεριζώνεται έτσι εύκολα και πως ο χρόνος αυθαίρετα σταματά σε μνήμες που ίσως δεν έχουν ποτέ τους βιώσει οι περισσότεροι νέοι ένοικοι-κατακτητές της Παραλιακής.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο «The Table», την νέα, premium εφημερίδα της NouPou Media για τη γαστρονομία στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.