Είναι η Μεγάλη Χίμαιρα η καλύτερη σειρά που είδαμε ποτέ στην ελληνική τηλεόραση;
Share this
Η Μεγάλη Χίμαιρα ολοκλήρωσε το ταξίδι της αφήνοντας πίσω της ένα αίσθημα βαρύ, σαν να έκλεισε ένα κεφάλαιο που δύσκολα θα ξαναγραφτεί στην ελληνική τηλεόραση.
Όταν μια σειρά ολοκληρώνεται και δεν αφήνει πίσω της απλώς συζητήσεις, αλλά μια αίσθηση «απώλειας», σαν να έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο, τότε κάτι έχει πετύχει. Η Μεγάλη Χίμαιρα δεν τελείωσε απλώς το περασμένο Σαββατοκύριακο. Έκλεισε έναν κύκλο που δύσκολα θα συγκριθεί με οτιδήποτε έχουμε δει μέχρι σήμερα στην ελληνική τηλεόραση.
Με το έκτο και τελευταίο επεισόδιο, η σειρά ολοκλήρωσε το τηλεοπτικό της ταξίδι με ένα φινάλε υψηλής δραματουργικής έντασης. Ένα τέλος σκληρό, ποιητικό και αμείλικτο – απολύτως συνεπές με το σύμπαν του Καραγάτση. Και δεν μιλάμε απλώς για το κλείσιμο ενός ακόμη project, αλλά για την ολοκλήρωση της μεγαλύτερης και ακριβότερης τηλεοπτικής παραγωγής που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην Ελλάδα: μιας σειράς με ξεκάθαρη διεθνή φιλοδοξία, γυρίσματα σε Ελλάδα και εξωτερικό και κλίμακα που μέχρι πρότινος έμοιαζε απρόσιτη για την ελληνική τηλεόραση.
Πριν αρχίσουμε όμως, ας θυμηθούμε λίγο και την ιστορία της: Βασισμένη στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Καραγάτση, η σειρά αφηγείται την ιστορία της Μαρίνας, μιας νεαρής Ιταλίδας (και όχι Γαλλίδας, όπως στο βιβλίο), που φλέγεται από πάθος και αναζητά με εμμονική ένταση την ευτυχία και την ερωτική ολοκλήρωση. Μια γυναίκα που κουβαλά βαθιά τραύματα από την παιδική της ηλικία και έρχεται αντιμέτωπη με τα όρια της επιθυμίας, της μητρότητας και της κοινωνικής αποδοχής. Όταν ερωτεύεται τον Γιάννη, έναν Έλληνα καπετάνιο, τον ακολουθεί στη Σύρο της δεκαετίας του ’30, όπου η προσωπική της διαδρομή θα μετατραπεί σταδιακά σε πορεία φθοράς και αναπόφευκτης απώλειας.
Μια σειρά που δεν επέλεξε τον εύκολο δρόμο
Η Μεγάλη Χίμαιρα δεν είναι από τα «εύκολα» έργα του Καραγάτση. Πρόκειται για ένα βαθιά εσωτερικό, σκοτεινό και αντιφατικό μυθιστόρημα, όπου το πάθος, η ενοχή και η αυτοκαταστροφή λειτουργούν ως κινητήριες δυνάμεις. Η τηλεοπτική του μεταφορά θα μπορούσε εύκολα να διολισθήσει είτε στον μελοδραματισμό είτε στην επιφανειακή αναπαράσταση της εποχής. Αντί γι’ αυτό, η δημιουργική ομάδα επέλεξε τον δύσκολο δρόμο: πίστη στο πνεύμα του έργου. Με μικρές -και σε ορισμένα σημεία αναπόφευκτες- υπερβολές, η απόδοση ήταν συνολικά υποδειγματική σε καλλιτεχνικό επίπεδο, σεβόμενη την ηθική σκληρότητα και την υπαρξιακή αγωνία που διατρέχουν το πρωτότυπο κείμενο. Σεναριακά, ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης έκανε μια πραγματικά εξαιρετική δουλειά.
Έπειτα, η σκηνοθεσία του Βαρδή Μαρινάκη λειτούργησε ως σταθερός άξονας της σειράς. Με ρυθμό που δεν βιάζεται, η αφήγηση δεν καταφεύγει σε εύκολες κορυφώσεις. Αντίθετα, αφήνει το δράμα να συσσωρευτεί, να βαραίνει σταδιακά, μέχρι να γίνει ασήκωτο. Η κάμερα παραμένει συχνά σε απόσταση, σχεδόν αδιάφορη, ενισχύοντας τη μοιραία αίσθηση πως όλα όσα συμβαίνουν είναι αναπόδραστα. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο τελευταίο επεισόδιο, όπου η απώλεια δεν «δραματοποιείται», αλλά βιώνεται. Ο τρόπος με τον οποίο οι χαρακτήρες θρηνούν –σιωπηλά, αμήχανα, χωρίς μεγάλες εξάρσεις– αποτυπώνεται με σπάνια αληθοφάνεια.
Η ίδια αυτή λογική διατρέχει και την κινηματογράφιση της σειράς. Από τα πρώτα κιόλας επεισόδια, γίνεται σαφές ότι σε επίπεδο φωτογραφίας, με υπεύθυνο τον Γιώργο Βαλσαμή, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι ίσως η πιο άρτια ελληνική σειρά εποχής των τελευταίων ετών. Υπήρχαν στιγμές μάλιστα που η εικόνα κουβαλούσε όλη τη συναισθηματική ένταση χωρίς να χρειαστεί ούτε μία λέξη. Τα κάδρα, το φως, οι σκιές και οι αποστάσεις μεταξύ των σωμάτων κατάφεραν να μιλήσουν όσο και οι διάλογοι. Και σε αυτό το επίπεδο, η σειρά δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από πολλές ξένες παραγωγές.
Αντίστοιχη προσοχή έχει δοθεί και στα σκηνικά και τα κοστούμια. Οι χώροι δεν δείχνουν «στημένοι» για τις ανάγκες του γυρίσματος, αλλά ζωντανοί, με φθορά και ιστορία. Έτσι και τα κοστούμια της Νατάσσας Σαρρή, τα οποία δεν αναπαριστούν απλώς την ένδυση της εποχής, αλλά αποτυπώνουν τις κοινωνικές διαφορές και τις ψυχολογικές καταστάσεις αυτών που τα φορούν.
Υπήρχε κάτι που τελικά δεν άρεσε;
Παρότι η Μεγάλη Χίμαιρα απέσπασε σχεδόν καθολικά θετικά σχόλια, τα ελάχιστα αρνητικά που ακούστηκαν εστίασαν κυρίως στις πολλές ερωτικές σκηνές, ιδιαίτερα στα πρώτα επεισόδια. Πρόκειται, ωστόσο, για μια κριτική που χάνει το νόημα του ίδιου του έργου. Η σειρά δεν είναι –και δεν επιχειρεί να γίνει– μια εύκολη, ψυχαγωγική πρόταση που στηρίζεται σε ίντριγκες και ανατροπές. Δεν επενδύει στην επιφανειακή ένταση της πλοκής, αλλά απαιτεί από τον θεατή προσοχή, σκέψη και συναισθηματική εμπλοκή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ερωτικές σκηνές λειτουργούν ως βασικό δραματουργικό εργαλείο για την κατανόηση του εσωτερικού κόσμου της Μαρίνας. Αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσής της – του τραύματος, της επιθυμίας και, τελικά, της αυτοκαταστροφικής της πορείας. Και ακριβώς γι’ αυτό, δεν μοιάζουν περιττές, αλλά απολύτως αναγκαίες.
Παράλληλα, δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που στάθηκαν στην αλλαγή της καταγωγής της Μαρίνας, η οποία στο μυθιστόρημα του Καραγάτση είναι Γαλλίδα, ενώ στη σειρά παρουσιάζεται ως Ιταλίδα. Ο λόγος είναι η παραγωγή της σειράς: Στη διεθνή συμπαραγωγή συμμετέχει η ιταλική εταιρεία Mompracem Films (η παραγωγή είναι της Foss Productions σε συνεργασία επίσης με την Boo Productions, την ΕΡΤ και τη γερμανική εταιρεία διεθνούς διανομής Beta Film). Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, γυρίσματα στην Ιταλία, γεγονός που οδήγησε και στην προσαρμογή της καταγωγής της ηρωίδας. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό χαρακτηριστικό της Μαρίνας –η «ξενικότητά» της, το γεγονός ότι προέρχεται από έναν πιο ανοιχτό ευρωπαϊκό κόσμο και συγκρούεται με την κλειστή, πατριαρχική κοινωνία της Σύρου– διατηρείται απολύτως. Είτε Γαλλίδα είτε Ιταλίδα, η Μαρίνα παραμένει μια γυναίκα που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τις κοινωνικές αγκυλώσεις που τη συνθλίβουν. Υπό αυτή την έννοια, η Ιταλία λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά ως συμβολικός «άλλος κόσμος» και η αλλαγή αυτή νιώθουμε πως σε καμία περίπτωση δεν αποδυναμώνει το τελικό αποτέλεσμα.
Αντίστοιχα, υπήρξαν και σχόλια που στάθηκαν στο αφηγηματικό ύφος της σειράς, κάνοντας λόγο για έλλειψη έντασης, για μεγάλες παύσεις και για μια φαινομενικά αποστασιοποιημένη σκηνοθετική ματιά, ιδιαίτερα στα πρώτα επεισόδια. Όπως είπαμε, όμως, η Μεγάλη Χίμαιρα δεν επιλέγει να «σπρώξει» το δράμα προς τον θεατή. Οι παύσεις, τα κενά πλάνα και η αίσθηση αναμονής δεν λειτουργούν ως αδράνεια, αλλά ως τρόπος να αποδοθεί η εσωτερική στασιμότητα και η υπαρξιακή κόπωση της ηρωίδας. Δική μας ταπεινή γνώμη.
Η μουσική ως ενεργό κομμάτι της αφήγησης
Ένα από τα πιο δυνατά ατού της σειράς είναι η μουσική της επένδυση, η οποία κινήθηκε με πραγματική ωριμότητα. Όχι ως συναισθηματικός καταλύτης, αλλά ως ενεργό αφηγηματικό σώμα. Δεν προσπάθησε να «πνίξει» το συναίσθημα, ούτε να το κατευθύνει με το ζόρι. Αντίθετα, άφηνε χώρο στη σιωπή, επενέβαινε διακριτικά και ενίσχυε τη δραματουργία, χωρίς να τη σκεπάζει.
Το original soundtrack, που υπογράφει ο Ted Reglis (Θοδωρής Ρέγκλης), μοιάζει να έχει διαμορφώσει τον ίδιο τον ψυχισμό της ιστορίας, λειτουργώντας ως μια εσωτερική διαδρομή στον κόσμο της Μαρίνας. Ο ίδιος ο συνθέτης έχει περιγράψει ότι το κεντρικό μουσικό θέμα γεννήθηκε τη στιγμή που ήρθε αντιμέτωπος με μια από τις πιο σκληρές και καθοριστικές σκηνές του βιβλίου: ένα δραματικό σημείο της πλοκής έγινε η αφετηρία για ολόκληρη τη μουσική κατεύθυνση της σειράς.
«Η μουσική δεν έπρεπε απλώς να συνοδεύει, αλλά να αφηγείται μια παράλληλη ιστορία, μια μυστικιστική βουτιά στον ψυχισμό της Μαρίνας που θα ενίσχυε την πιο “ονειρική” αφήγηση. Με οδηγό την ιστορία, ήθελα να προσεγγίσω αυτή την παράλληλη εξιστόρηση εντάσσοντας και το παραδοσιακό στοιχείο, φιλτραρισμένο όμως μέσα από μια σύγχρονη ματιά κινηματογραφικής σύνθεσης», τόνισε ο Reglis. Έτσι, όργανα όπως η κρητική λύρα συνυπάρχουν με ένα πιάνο ελαφρώς «πειραγμένο», ικανό να σηκώσει τόσο τις τρυφερές όσο και τις πιο τραγικές στιγμές της σειράς.
Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών
Ένα από τα πιο σταθερά και συνεπή στοιχεία της Μεγάλης Χίμαιρας είναι οι ερμηνείες της. Στον πυρήνα της σειράς βρίσκεται η Μαρίνα της Φωτεινή Πελούζο, μια ερμηνεία που ξεχωρίζει για την ωριμότητα και τη λεπτότητά της. Η Πελούζο δεν αποδίδει απλώς τη γεωγραφική και πολιτισμική μετάβαση της ηρωίδας από την Ευρώπη στη Σύρο του Μεσοπολέμου, αλλά –κυρίως– τη διαρκή σύνθεση και αποδόμηση του εσωτερικού της κόσμου. Η ερμηνεία της παραμένει εσωτερική, ακόμη και στις πιο φορτισμένες στιγμές, αποδίδοντας με συνέπεια τη διαρκή ρευστότητα του χαρακτήρα.
Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στον ρόλο του Γιάννη κινείται σε γνώριμα για εκείνον εδάφη και, παρά το γεγονός ότι τον έχουμε χορτάσει σε αντίστοιχους ρόλους, αυτό μοιάζει εδώ να λειτουργεί υπέρ της σειράς. Ενσαρκώνει έναν άντρα λιτό, εσωστρεφή και βαθιά γειωμένο στην πραγματικότητα της εποχής του, χωρίς εύκολες συναισθηματικές κορυφώσεις. (Plus: Στο τελευταίο επεισόδιο, η στιγμή της κατάρρευσής του αποτελεί μία από τις πιο δυνατές στιγμές της σειράς).
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, στον ρόλο της μητέρας του Γιάννη, εμφανίζεται πιο συγκρατημένη στα πρώτα επεισόδια, κάτι που σχετίζεται και με τη θέση του χαρακτήρα της. Όσο όμως η ιστορία βαθαίνει, η ερμηνεία της ανοίγεται σταδιακά και κορυφώνεται στα δύο τελευταία επεισόδια. Εκεί, η Καραμπέτη παραδίδει μια σύνθετη ερμηνεία, ισορροπώντας ανάμεσα στη σκληρότητα, την απώλεια και μια σχεδόν μεταφυσική αποδοχή. Χωρίς καμία υπερβολή, επιβεβαιώνει γιατί παραμένει σταθερή επιλογή σε όλες τις μεγάλες ελληνικές παραγωγές.
Ο Δημήτρης Κίτσος ως Μηνάς (αδερφός του Γιάννη), υπηρετεί με συνέπεια τον ρόλο του: Γοητευτικός και αντικομφορμιστής, μπορεί να μην οδηγείται σκηνοθετικά σε κάποια σκηνή-κορύφωση που να απογειώνει τον χαρακτήρα, όμως η παρουσία του παραμένει λειτουργική και ενδιαφέρουσα, χωρίς να «χάνεται» μέσα στο σύνολο.
Μια σειρά που μας πήρε στα σοβαρά
Η Μεγάλη Χίμαιρα δεν προσπάθησε να αυτοανακηρυχθεί «η καλύτερη ελληνική σειρά όλων των εποχών». Απλώς έκανε τη δουλειά της σωστά. Και κάπως έτσι, αθόρυβα αλλά αποφασιστικά, έθεσε έναν νέο πήχη για τις ελληνικές τηλεοπτικές παραγωγές.
Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η ελληνική τηλεόραση έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια δυνατές παραγωγές και σε άλλα είδη, η Μεγάλη Χίμαιρα μοιάζει να ανήκει δικαίως σε μια πολύ περιορισμένη λίστα σειρών που επαναπροσδιόρισαν τα όρια της εγχώριας μυθοπλασίας. Όχι απαραίτητα ως «η καλύτερη όλων», αλλά σίγουρα ως μία από τις κορυφαίες – και ως σημείο αναφοράς για το τι μπορεί, και τι οφείλει, να επιχειρεί η ελληνική τηλεόραση στο εξής.