Η Μεγάλη Χίμαιρα: Οι ηθοποιοί της πολυσυζητημένης σειράς της ΕΡΤ
Με περισσότερες από 600.000 προβολές μέσα σε τρεις ημέρες, γυρίσματα σε Ελλάδα και Ιταλία και τη σφραγίδα της ακριβότερης παραγωγής που έγινε ποτέ για την ελληνική τηλεόραση, η Μεγάλη Χίμαιρα έκανε δυναμική πρεμιέρα σε Ertflix και ΕΡΤ1.
- 05/01/2026, 15:21
- Κείμενο: NouPou.gr
Η πολυαναμενόμενη σειρά «Η Μεγάλη Χίμαιρα» έκανε πρεμιέρα την Πρωτοχρονιά στην πλατφόρμα ERTFLIX με τα δύο πρώτα επεισόδια, ενώ ακολούθησε η τηλεοπτική τους προβολή από την ΕΡΤ1, την Κυριακή 4 Ιανουαρίου. Μέσα σε μόλις τρεις ημέρες, η σειρά ξεπέρασε τις 600.000 προβολές στο ERTFLIX, επιβεβαιώνοντας το μεγάλο ενδιαφέρον του κοινού. Στην τηλεθέαση της τηλεοπτικής πρεμιέρας, σημείωσε μέσο όρο 7% στο δυναμικό κοινό, ενώ στο γενικό σύνολο άγγιξε το 10,6%. Η σειρά θα προβάλλεται κάθε Κυριακή, στις 22:00, στην ΕΡΤ1, ενώ τα νέα επεισόδια θα είναι διαθέσιμα και στο ERTFLIX.
Η σειρά βασίζεται στο ομώνυμο αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση και αποτελεί παραγωγή έξι επεισοδίων, σε σκηνοθεσία Βαρδή Μαρινάκη και σενάριο Παναγιώτη Ιωσηφέλη. Την παραγωγή υπογράφει η Foss Productions, σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ, τη γερμανική Beta Film, την ιταλική Mompracem Films και την Boo Productions. Στους πρωταφωνιστικούς ρόλους συναντάμε τους: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Ανδρέα Κωνσταντίνου, Δημήτρη Κίτσο και Fotini Peluso.
Η μεταφορά θεωρείται ιδιαίτερα πιστή στο βιβλίο, θέλοντας να μεταφέρει την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’30, με μία βασική διαφοροποίηση: η ηρωίδα – η Μαρίνα – είναι Ιταλίδα και όχι Γαλλίδα, επιλογή που συνδέεται με τη διεθνή συμπαραγωγή και τα γυρίσματα στην Ιταλία.
Η μεγαλύτερη τηλεοπτική παραγωγή που έγινε ποτέ στην Ελλάδα
Η Μεγάλη Χίμαιρα είναι, μέχρι σήμερα, η ακριβότερη και μεγαλύτερη τηλεοπτική παραγωγή στην ελληνική τηλεόραση. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε Τεργέστη, Σύρο, Αθήνα, Μύκονο και Δήλο, με περισσότερα από 100 άτομα συνεργείο, 3.000 κοστούμια εποχής και 1.000 βοηθητικούς ηθοποιούς.
Μόνο στην Τεργέστη χρησιμοποιήθηκαν 4 αυθεντικές άμαξες, 10 αυτοκίνητα εποχής και 3 βάρκες, αναδεικνύοντας τη φροντίδα στη λεπτομέρεια και την κινηματογραφική κλίμακα της σειράς.

Η ιστορία
Η τηλεοπτική μεταφορά επιχειρεί να αποδώσει με ακρίβεια και σεβασμό την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’30, εστιάζοντας στους χαρακτήρες και στα εσωτερικά τους ρήγματα. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η Μαρίνα, μια γυναίκα που φλέγεται από το πάθος της και αναζητά με αμείωτη ένταση την ευτυχία, οδηγούμενη σταδιακά -μαζί με όσους την περιβάλλουν- σε μια αναπόφευκτη πορεία σύγκρουσης και απώλειας.
Η Μαρίνα είναι μια νεαρή Ιταλίδα που φλέγεται από πάθος και επιδιώκει τη σωματική και συναισθηματική σύνδεση – μια γυναίκα για την οποία η θηλυκότητα και ο ρόλος της μητέρας είναι άρρηκτα δεμένες και αδιαχώριστες μεταξύ τους. Γεννημένη στην Τεργέστη, η Μαρίνα χάνει τον πατέρα της σε μικρή ηλικία και τελικά μεγαλώνει αποκλειστικά με τη μητέρα της, η οποία εργάζεται ως σεξεργάτρια πολυτελείας και δέχεται τους πελάτες της στο ίδιο σπίτι, γεγονός που τραυματίζει τη σχέση της Μαρίνας με τον έρωτα.
Βρίσκει καταφύγιο στην αρχαία ελληνική γραμματεία και γίνεται μία από τις πρώτες γυναίκες κατόχους διδακτορικού, ενώ οι σχέσεις της με τους άντρες τελειώνουν η μία μετά την άλλη, εξαιτίας της έλλειψης ερωτικής απόλαυσης που η ίδια βιώνει. Όλα όμως αλλάζουν όταν ερωτεύεται τον Γιάννη, έναν Έλληνα καπετάνιο που θα απελευθερώσει το σώμα της και θα της χαρίσει την πρώτη ολοκληρωμένη ερωτική της εμπειρία.
Η Μαρίνα τον ερωτεύεται παράφορα και τον ακολουθεί στην πατρίδα του, τη Σύρο- όπου σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις βαθύτερες επιθυμίες και τους φόβους του τραυματισμένου της εαυτού, ακολουθώντας μια διαδρομή αντίστοιχη με αυτή μιας ηρωίδας αρχαίας τραγωδίας.

Οι τρεις πρωταγωνιστές που ξεχωρίζουν στη «Μεγάλη Χίμαιρα»
Εκτός από την εμβληματική Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, αυτοί είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές της σειράς:
Fotini Peluso (Μαρίνα)
Η 26χρονη Φωτεινή Πελούζο αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες παρουσίες της σειράς και ίσως το πιο καθοριστικό στοίχημα της Μεγάλης Χίμαιρας. Ελληνοϊταλίδα, γεννημένη στη Ρώμη από Ελληνίδα μητέρα και Ιταλό πατέρα.
Μιλά τέσσερις γλώσσες, έχει σπουδάσει Οικονομικά και μεγάλωσε ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, με την Ελλάδα να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς των καλοκαιριών της, από τη Χίο και τη Σκύρο έως τη Θήβα, όπου ζούσε η αγαπημένη της γιαγιά. Έχει συμμετάσχει σε μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές και ο πρώτος της ρόλος ήταν στο ιταλικό κανάλι RAI, ενώ ήταν ακόμα μαθήτρια.
Ανδρέας Κωνσταντίνου (Γιάννης)
Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου ενσαρκώνει τον Γιάννη, τον καπετάνιο της «Χίμαιρας» και άντρα γύρω από τον οποίο χτίζεται –και τελικά δοκιμάζεται– ο κόσμος της Μαρίνας. Με σταθερή πορεία στο ελληνικό θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο Κωνσταντίνου ανήκει στους ηθοποιούς που διαθέτουν βάθος, μέτρο και έντονη εσωτερικότητα.
Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και με σπουδές Κοινωνικής Εργασίας, έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από κινηματογραφικές ερμηνείες υψηλών απαιτήσεων, όπως η «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη, ενώ με το τηλεοπτικό κοινό έχει ήδη συνδεθεί με ρόλους ανδρών που κινούνται ανάμεσα στη σιωπή, την ευθύνη και τη συναισθηματική ένταση.
Στη Μεγάλη Χίμαιρα ο Γιάννης δεν παρουσιάζεται ως απλός «ρομαντικός ήρωας». Είναι ένας άντρας της θάλασσας, πρακτικός, φιλόδοξος, αλλά και βαθιά δεμένος με τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής του.
Δημήτρης Κίτσος (Μηνάς)
Ο Μηνάς, ο μικρότερος αδελφός του Γιάννη, φοιτητής της Νομικής και εραστής των τεχνών και της ποίησης, είναι το ακριβώς αντίθετο του Γιάννη. Ευαίσθητος, αλλά ελκυστικός με τον δικό του τρόπο, ο Μηνάς αδυνατεί να υπάρξει σε οποιαδήποτε συνθήκη σταθερότητας. Όταν τον γνωρίζει η Μαρίνα, σπουδάζει και ζει από τα χρήματα της οικογένειας, οι σχέσεις του με τις γυναίκες είναι, όπως φαίνεται, φευγαλέες και ρηχές και ο μόνος κανόνας που καθορίζει τις επιλογές της ζωής του είναι το πάθος. Η Μαρίνα έλκεται από εκείνον, ποθώντας όλα όσα δεν μπορεί να της δώσει ο Γιάννης: πνευματική διέγερση, πάθος, δράμα…
Ο Δημήτρης Κίτσος είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και έχει εμφανιστεί σε πολλές θεατρικές παραγωγές, σε τηλεοπτικές σειρές, όπως οι «Άγριες Μέλισσες» και το «Maestro», ενώ το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο έγινε με την ταινία Park, το 2016, η οποία προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο και του χάρισε υποψηφιότητα στα Βραβεία Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.