Γιατί να πας στην Αθηναϊκή Ταράτσα ακόμη και αν δεν θέλεις την Ακρόπολη στο πιάτο
Στον μοναδικό αυτόν rooftop προορισμό για έντονες γεύσεις, σκαρφαλωμένο στον 7ο όροφο του ξενοδοχείου Regal στη Μητροπόλεως, η πανοραμική θέα είναι το εντελώς τελευταίο πράγμα που θα θυμάσαι φεύγοντας.
- Πάνος Κοκκίνης
- 12/03/2026 13:47
«Χαρά στο κουράγιο όποιου σεφ τολμά να αναμετρηθεί με αυτή τη θέα». Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου ανεβαίνοντας τα τελευταία σκαλιά (το ασανσέρ φτάνει μέχρι τον 6ο όροφο) με προορισμό αυτό το «εστιατόριο και μπαρ ανοιχτής θέασης», όπως γράφει κάτω από το όνομα του μαγαζιού. Μπροστά μου η φωτισμένη Ακρόπολη σε όλο της το μεγαλείο, και από κάτω η πλατεία της Μητρόπολης και η Πλάκα.
Για περίπου 60 δευτερόλεπτα αγνόησα το ιδιαίτερο design με διακριτική αύρα από ’70s (πράσινα τραπέζια, πορτοκαλί καναπές, μεταλλικές καρέκλες, ανοιχτή κουζίνα και ο καθρέφτης-σήμα κατατεθέν στο bar) και τη βιμπάτη μουσική. Όλα δηλαδή όσα σε κάνουν να νιώθεις ότι σε αυτό το bar restaurant -που φάνηκε από την πρώτη στιγμή που άνοιξε το 2024 ότι είναι «καταδικασμένο» να μακροημερεύσει- όλα είναι comfort και, ταυτόχρονα, τίποτα δεν είναι comme il faut, βαρετό ή προβλέψιμο.

Δύο ώρες μετά, έχοντας δοκιμάσει τον μισό κατάλογο και βάλε, με την πλάτη μόνιμα γυρισμένη στην Ακρόπολη, συνειδητοποίησα το μέγιστο «θράσος» του executive chef Αλέξανδρου Καρακατσάνη. Εκείνον που είδε προφανώς αυτήν την αθηναϊκή καρτ ποστάλ και έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του να φτιάξει ένα μενού που την τιμά, την «κανακεύει», την αναδεικνύει αλλά και -μεταξύ μας- την καθιστά κομπάρσα και όχι πρωταγωνίστρια.
Ένα στοίχημα που φάνηκε ότι το κερδίζει ήδη από την εκκίνηση, με το καλάθι με ακαταμάχητα χειροποίητα ψωμιά από τον ξυλόφουρνο, το ταρτάρ φιλέτο μοσχαριού «Χούνκαρ Μπεγεντί» και τα εμβληματικά ντολμαδάκια γιαλαντζί στα κάρβουνα (ναι, στα κάρβουνα) με αρωματικό γιαούρτι να καθιστούν πασιφανές, ακόμη και αν δεν έχεις διαβάσει τις 1.000+1 θετικές κριτικές που έχουν γραφτεί ήδη για την Αθηναϊκή Ταράτσα, ότι εδώ μιλάμε για σημείο τομής ανάμεσα στην ελληνική και τη λεβαντίνικη κουζίνα.

Κομπλέ με ελληνοτρόπα signature cocktails (από το «Χόρτα 13» με τεκίλα, μεσκάλ και σόδα από βλήτα & βότανα και το «Ένα απόγευμα στο νησί» με μαστίχα, βότκα, πράσινο μήλο και μάραθο μέχρι το «Γιαούρτι με αχλάδι και μέλι» με ρούμι, αχλάδι, μπαχαρικά και μέλι) που ανταγωνίζονται με αξιώσεις την προσεκτικά επιλεγμένη λίστα κρασιών για μια θέση στο τραπέζι σου.
Αν και, προσωπικά, θεωρώ το μενού κυρίως μια εξαιρετική αντανάκλαση των περίπλοκων βιωμάτων του σεφ, που αυτοχαρακτηρίζεται ως μάγειρας με έντονες γεύσεις, οξύτητες και μπαχαρικά και με διάθεση να φτάνει τις γεύσεις στα άκρα. Εκεί όπου τα ταξίδια του (προσωπικά και επαγγελματικά), οι γεύσεις που θυμάται από την Κωνσταντινουπολίτισσα γιαγιά του και μια παιδική ηλικία με ξυλόφουρνο στο σπίτι και τον μερακλή αρχιτέκτονα πατέρα του -που έφτιαχνε ερασιτεχνικά τα δικά του αλλαντικά και τυριά -συναντιούνται και παράγουν ιδιοσυγκρασιακές γεύσεις με βάση την ελληνική κουζίνα και έντονα ανατολίτικα στοιχεία.
Εννοείται πως δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτα από τα παραπάνω ή να εκτιμάς τη συγκεκριμένη κουζίνα επειδή έχεις γιαγιά από το Αϊβαλί, όπως εγώ, για να κάνεις δροσιστικό μακροβούτι σε κάποια από τις σαλάτες (πολύ ιδιαίτερη αυτή με μπρόκολα και κουνουπίδια στα κάρβουνα, πετιμέζι ροδιού, καπνιστό ξινού τυρί Καρπενησίου και ξηρούς καρπούς) ή να απολαύσεις αμετανόητα τη ζεστή καπνιστή μελιτζανοσαλάτα με μοσχαρίσιο μεδούλι και κουκουνάρι και τις -πάρε εξαρχής δύο- κρατσανιστές κυδωνάτες πατάτες με φρέσκα μυρωδικά.

Κρατώντας στο πίσω μέρος του μυαλού σου ότι πρέπει -είναι απαραίτητο, θα το μετανιώσεις αν δεν με ακούσεις- να αφήσεις χώρο για το αψεγάδιαστο πεϊνιρλί (προτίμησε αυτό με κασέρι Ξάνθης και μοσχαρίσιο καβουρμά), τον κόκορα παστιτσάδα μπολονέζ με bucatini και το πρωτότυπο Adana κεμπάπ από φρέσκο χταπόδι με καυτερή πιπεριά και μυρωδικά (ο καλύτερος τρόπος να δοκιμάσεις χταπόδι στη ζωή σου). Όλα πιάτα για τα οποία θα επέστρεφα, ξανά και ξανά.

Αν και, εντάξει, ο πραγματικός λόγος της επιστροφής μου θα ήταν ότι δεν πρόλαβα να δοκιμάσω trademark πιάτα για δύο άτομα, όπως το κατσικάκι στον ξυλόφουρνο (με άγρια χόρτα στα κάρβουνα και γιαούρτι), το αρνάκι ψητό (με κοφτό μακαρονάκι, μαύρη τρούφα και παρμεζάνα Τοσίτσα) και το shawarma από μοσχαρίσια στηθοπλευρά ψημένο στον ξυλόφουρνο με σελινόριζα και αραβικές πίτες. Συν το κεμπάπ από πρόβειο και μοσχαρίσιο κιμά και το κοτόπουλο saslik με ντοματόρυζο Σαντορίνης.
Δεν είναι ότι το μενού είναι ιδιαίτερα μεγάλο -γιατί δεν είναι – αλλά ότι είναι μεστό. Δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Όπως ακριβώς δεν θα ξέρεις πώς να τελειώσεις τη βραδιά σου. Με ένα αρωματικό cocktail, με έναν ανατολίτικο καφέ (μαγικά σερβιρισμένο) ή με μια γλυκιά τριπλέτα που περιλαμβάνει γαλακτομπούρεκο με καραμελωμένο φύλλο, σιμιγδαλένια κρέμα εσπεριδοειδών και παγωτό βανίλια, ζεστό σιμιγδαλένιο χαλβά Αιγίνης με παγωτό κανέλα ή μους σοκολάτας με κρέμα espresso & κάρδαμο;

Το μόνο σίγουρο; Όταν, την επόμενη μέρα στο γραφείο, σε ρωτήσουν πώς πέρασες, η θέα είναι το τελευταίο πράγμα που θα θυμηθείς να πεις. Και αυτό είναι που καθιστά την Αθηναϊκή Ταράτσα παράδειγμα του πώς στήνεις ένα σικάτο bar restaurant που είναι το εντελώς αντίθετο του προβλεπόμενου και του μονοδιάστατου.