Spit Jack, ένα κρεατάδικο με τρομερή αυτοπεποίθηση
Προνομιακά τοποθετημένο στα περίξ της πλατείας Συντάγματος, επί της γαστρο-γνώριμης οδού Σκούφου, ο αγαπημένος μας downtown καθεδρικός ναός της σούβλας, με τη ροκ διάθεση, ξέρει ποιος είναι, τι θέλει και πώς να σε κάνει να «στριφογυρνάς» από ευχαρίστηση.
- Πάνος Κοκκίνης
- 20/01/2026 10:04
Υπάρχει κάτι ενδελεχές ειρωνικό, θεωρώ, στο γεγονός ότι ένα εστιατόριο/ροτισερί με σύμβολο και πυρήνα τη σούβλα (αυτό δηλαδή που σημαίνει το Spit Jack – συγκεκριμένα «μηχανική συσκευή που χρησιμοποιούνταν για να περιστρέφει το σούβλισμα σε ανοιχτή φωτιά»), προφανώς στην πιο εκσυγχρονισμένη εκδοχή της, καταφέρνει να εκπροσωπεί αβίαστα το ακριβώς αντίθετο. Δηλαδή μια στιβαρότητα και μια σταθερότητα που μοιάζει να λείπει από τη γαστρονομική σκηνή της Αθήνας.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με ένα -ιδιαίτερο και ιδιαίτερα προσεγμένο- σαλονάτο περιβάλλον, με ξύλινα τραπέζια για δύο, πολυελαίους και διάσπαρτες φωτογραφίες τατουαρισμένων συμβόλων (John F. Kennedy, Elvis Presley, Marilyn Monroe, James Dean, συν τον Trump στον δρόμο για τις τουαλέτες), που σε κάνει να αισθάνεσαι ζεστά και οικεία. Ακόμη κι αν το GPS του υποσυνείδητού σου δεν μπορεί να καταλάβει ακριβώς γιατί συμβαίνει αυτό και πού ακριβώς βρίσκεσαι: ρομαντική brasserie, στιβαρό steakhouse ή τατουατζίδικο στη Νέα Υόρκη;
Τι εννοώ; Ότι, σε μια εποχή που τα media (ΜΜΕ και social) τρέχουν σαν παλαβά πίσω από κάθε νέα buzz άφιξη, συχνά μη δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο -όπως συνέβαινε παλιότερα- στο κατάστημα και στην κουζίνα να ορθοποδήσουν, το Spit Jack σου δίνει την αίσθηση ότι βρισκόταν πάντοτε κοντά μας. Εδώ και δεκαετίες. Παρόλο που ξεκίνησε τη λαμπρή πορεία του μόλις το 2018, με το νέο του αδελφάκι, εντός Golden Hall, να σκάει μύτη στα μέσα του 2025.

Τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί το Spit Jack; Για μένα, ξεκάθαρα η αυτοπεποίθηση. Για την ακρίβεια, η δικαιολογημένη αυτοπεποίθηση, που είναι έκδηλη σε κάθε πτυχή της συνολικής εμπειρίας που προσφέρει. Ξεκινώντας από ένα μενού που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα λιτό και διαχρονικό.
Πιάνοντας τον κατάλογο στο χέρι σου -είτε έρθεις για ρομαντικό ραντεβού, επαγγελματικό γεύμα, ποτό με φίλους ή after-shopping στάση μετά τη γειτονική Ερμού- καταλαβαίνεις αμέσως τι χρειάζεται να κάνεις. Συγκεκριμένα:
- Nα διαλέξεις τη βασική σου πρωτεΐνη (κοτόπουλο ελευθέρας βοσκής, ψητή πάπια γλασαρισμένη με σάλτσα piri piri, ιταλική πορκέτα, πικάνια από αμερικανικό Black Angus ή ισπανικό Black Angus côte de boeuf), με τα δύο πρώτα να σερβίρονται είτε μισά είτε ολόκληρα.
- Να αποφασίσεις (μόνος σου ή με τη βοήθεια του ευγενέστατου προσωπικού που ξέρει το μενού, δεν το απαγγέλλει απλώς) ποια από τις χειροποίητες σάλτσες ταιριάζει καλύτερα: Dijon μουστάρδα με θυμάρι, smokey BBQ, pepper sauce, béarnaise, gremolata και τη signature Jack Daniel’s με τρούφα.
- Και στη συνέχεια να επιλέξεις όχι ποια από τα λαχταριστά συνοδευτικά sides θέλεις, αλλά ποια σου πάει καρδιά να μην δοκιμάσεις αυτή τη φορά. Εννοώ, πέρα από το χειροποίητο mac ’n’ cheese (με κρέμα cheddar και κίτρινων τυριών, τραγανό μπέικον, τραγανό κρεμμύδι και panko) και τα σπιτικά chips «τραγανή τελειότητα» που έρχονται με σος cacio e pepe. Αυτά, μαζί με τον πουρέ γλυκοπατάτας με φρέσκο κρεμμύδι, sour cream και βούτυρο noisette, θα τα πάρεις ντε και καλά. Όχι, δεν στο επιβάλλει το μαγαζί. Απλώς το επιτάσσει η λογική.

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορείς να συνδυάσεις την πρωτεΐνη σου με μια δροσιστική σαλάτα, όπως την εμβληματική coleslaw (λάχανο, καρότο, ραπανάκι, jalapeño, βασιλικός, τραγανό κρεμμύδι, καλαμπόκι και ranch dressing), την all-time classic Caesar (ένας ακόμη λόγος που μπορείς να έρθεις και με παιδί), τη γαλλική με κατσικίσιο τυρί και cranberries, και λοιπές επιλογές.
Γιατί εδώ σαλάτες και συνοδευτικά δεν είναι κομπάρσοι, αλλά character actors επιπέδου Νταφόε. Δίνουν στίγμα με το που εμφανίζονται στη σκηνή, λειτουργώντας γνήσια υποστηρικτικά, χωρίς να κλέβουν ρόλο από το κρέας.

Επίσης, για να μην κάνεις άχρηστες ερωτήσεις: ναι, αυτό το πιάτο που βλέπεις να κυκλοφορεί σε 1 στα 2 τραπέζια τριγύρω σου είναι μοσχαρίσια μάγουλα με σάλτσα κόκκινου κρασιού. Και φυσικά αξίζει να το δοκιμάσεις, μαζί με το υπόλοιπο τρίο που αναπτύσσεται στην κατηγορία comfort (μοσχαρίσιο ταρτάρ με παστό κρόκο αυγού και στηθοπλευρά με ασιατικό γλάσο).
Αρκεί να μην ξεχνάς πως εδώ όλα ξεκινούν και όλα τελειώνουν στη σούβλα. Εκείνη που το Spit Jack πήρε στα σοβαρά και αδιαπραγμάτευτα. Γιατί εδώ το κρέας δεν ψήνεται. Περιστρέφεται, υπομένει, καραμελώνει, αποκτά ένταση και χαρακτήρα.

Όσον αφορά το σταθερό προσωπικό μου κριτήριο -ποιο πιάτο θα με έκανε να αφήσω ό,τι κάνω για να το φάω άλλη μία φορά, αν ήξερα ότι εξαφανίζεται αύριο- στο Spit Jack νικητής είναι η ψητή πάπια. Από εκείνα τα πιάτα που σε κάνουν να σταματάς τη συζήτηση. Ζουμερή, με τραγανή πέτσα, ψημένη με τέτοια υπομονή που δεν χρειάζεται τίποτα άλλο για να σταθεί. Αν και, μεταξύ μας, αυτό το άτιμο το κρακ της πορκέτας δεν είναι κάτι που αγνοείται εύκολα.

Μην διανοηθείς να σηκωθείς από το τραπέζι αν δεν «αναμετρηθείς» με τα αναπάντεχα έξοχα γλυκά, με σημαιοφόρο το μιλφέιγ φυστικιού, με πραλίνα φυστικιού, καραμελωμένα φύλλα σφολιάτας, ανθό αλατιού και βανίλια Μαδαγασκάρης, που έρχεται μαζί με παγωτό βανίλια, και τη μεταξένια σοκολατένια μους με καραμελωμένο ποπ κορν. Εκείνα που, μαζί με την προσεγμένη wine list και τα cocktails, σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι κάποιος πραγματικά σε φροντίζει.

Κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι σημαίνει στην πράξη το όνομα Spit Jack. Αυτός που γυρίζει τη σούβλα. Όχι βιαστικά. Όχι για εντύπωση. Αλλά στα σοβαρά και για σοβαρό αποτέλεσμα.
Τι μένει για το τέλος; Ότι το Spit Jack, πάνω και πέρα από όλα, δεν είναι μαγαζί για «να πας μία φορά» και να το ποστάρεις, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Εκείνο το μαγαζί που, με το που μπαίνεις, βάζεις το κινητό με την οθόνη γυρισμένη ανάποδα και τον ήχο χαμηλωμένο, παίρνεις μια βαθιά ανάσα και -επιτέλους- αφήνεσαι.