Γιώργος Κουμεντάκης: «Θέλουμε οι νέοι να μπαίνουν στη Λυρική χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει να γνωρίζουν όπερα»
Share this
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Γιώργος Κουμεντάκης, συνθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μιλά στο NouPou για το αποτύπωμα του «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», το ρίσκο ως αναγκαία συνθήκη για έναν ζωντανό οργανισμό όπως η Λυρική, τη βαριά σκιά της «Μήδειας» στην Επίδαυρο και το νέο του έργο πάνω σε ποιήματα του Καβάφη που ετοιμάζεται να παρουσιαστεί στο Summer Nostos του ΚΠΙΣΝ.
Τον «πετύχαμε» στην ανάπαυλα που διεκδικεί για τον εαυτό του στον γενέθλιο τόπο. Η Κρήτη λειτουργεί πλέον για τον Γιώργο Κουμεντάκη σαν καθαρτήριο πέρασμα από μια έντονη και πυκνή καλλιτεχνικά περίοδο σε μια ενδοσκόπηση την οποία έχει ανάγκη. Ειδικά τώρα που ετοιμάζει το νέο του έργο, βασισμένο σε τέσσερα ποιήματα του Καβάφη, όπως λέει στη συνέντευξή μας, το οποίο θα κάνει την ελληνική του πρεμιέρα στο Summer Nostos του ΚΠΙΣΝ. Οι αφορμές για να μιλήσει είναι, έτσι κι αλλιώς, πολλές: το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», σε συνεργασία με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και τον Θοδωρή Κουρεντζή, δημιούργησε γεγονός στην Εθνική Λυρική Σκηνή πριν από ένα μήνα, η θητεία του ως καλλιτεχνικού διευθυντή μόλις ανανεώθηκε για άλλα τρία χρόνια, ενώ η έναρξη των Επιδαυρίων συνδέεται με έναν μεγάλο σταθμό της κρατικής σκηνής: Στις 20 Ιουνίου ανασυνθέτει την όπερα «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, ανασυνθέτοντας τη θρυλική παραγωγή του 1961, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, σκηνικά – κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη, χορογραφία Μαρίας Χορς, με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο (φέτος τον αναλαμβάνει η Άννα Πιρότσι).
Το «Ρέκβιεμ» που παρακολουθήσαμε πρόσφατα στη Λυρική Σκηνή άφησε κατά κοινή ομολογία σημαντικό αντίκτυπο. Ποιο είναι το «χνάρι» που αφήνει σ’ εσάς προσωπικά;
Το Ρέκβιεμ δεν μου αφήνει μια αίσθηση κάθαρσης ή δικαίωσης, παρά την εντυπωσιακή ανταπόκριση τόσο από το νέο, όσο και από το κοινό του 1995. Κάθε “νέα” επαφή με το έργο, με φέρνει αντιμέτωπο με τα ζητήματα της απώλειας, της ευαλωτότητας, αλλά και με μια μνήμη της νεότητας και της αθωότητας που χάθηκε. Για μένα, αυτό που επιστρέφει κάθε φορά και που μπορώ να χαρακτηρίσω ως “χνάρι” μετά από αυτή τη νέα παρουσίαση του έργου, είναι η ανάγκη για σύνδεση, όχι ως αδυναμία, αλλά ως μια βαθιά ανθρώπινη αναγκαία συνθήκη. Ο λόγος του Δημήτρη Καπετανάκη (σ.σ.: στίχοι του ποιητή ακούγονταν στην παράσταση) δεν μιλά μόνο για τον θάνατο, μιλά για εκείνη τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις μόνος και ότι για να υπάρξει συνέχεια, πρέπει να υπάρχει ένας κοινός τόπος με τους άλλους. Έτσι και το Ρέκβιεμ αφήνει μέσα μου μια αίσθηση συνέχειας, ότι παρά τη φθορά, την αγριότητα και το σκοτάδι που βιώνουμε συλλογικά, υπάρχει ακόμη χώρος για τρυφερότητα, αλλά και για την αναγκαία σιωπή και σκέψη, και αυτό είναι κάτι βαθιά παρηγορητικό.
Η μουσική δεν εκπέμπει μηνύματα, όπως θα ήθελε ένα στερεότυπο, ούτε προσφέρεται για διδακτισμούς. Αν, όμως, σας ζητούσα να μεταγράψετε σε μια αλληγορία ή αναλογία το αίσθημα της μουσικής του Ρέκβιεμ για όσους δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν, τι θα λέγατε;
Αν έπρεπε να το πω με μια αναλογία, θα έλεγα ότι είναι σαν να περπατάς μέσα σε έναν σκοτεινό χώρο, χωρίς να ξέρεις πού βρίσκονται τα όριά του. Προχωράς, σκοντάφτεις, πέφτεις, σηκώνεσαι ξανά, άλλοτε σταματάς και άλλοτε επιταχύνεις για να βρεις την έξοδο. Η μουσική σκόπιμα δεν εκπέμπει μηνύματα, εκπέμπει όμως σήματα τα οποία σχετίζονται με το συναίσθημα. Σε κρατά εκεί, σε υποχρεώνει να μείνεις, να ακούσεις την αναπνοή σου, να ακούσεις την αναπνοή του άλλου, τον ήχο που παράγει το ανθρώπινο κορμί και να υπομείνεις στωικά παρατηρώντας σώματα σε πένθος, ή καλύτερα ένα συλλογικό σώμα σε πένθος. Αν κάτι μεταφέρει τελικά το Ρέκβιεμ, είναι αυτή η εμπειρία, ότι ο πόνος δεν εξηγείται και δεν λύνεται, αλλά μπορεί να μοιραστεί, και ότι μέσα σε αυτό το μοίρασμα υπάρχει μια κοινή ανάσα μέσα στο σκοτάδι, σαν παρηγοριά. Αυτό αισθάνομαι ότι είναι το αίσθημα και η λειτουργία της μουσικής μέσα σε αυτό το έργο.
Καθώς ο απολογισμός εμπεριέχει μια αίσθηση κλεισίματος, θα έλεγα ότι αυτό που βιώνουμε σήμερα εντός της Λυρικής, σε σχέση με το κοινό της, είναι μια ανοιχτή διαδικασία, μια σχέση που συνεχώς διαμορφώνεται και εξελίσσεται. Δεν είναι η στιγμή να μιλήσουμε για αριθμούς, έχει όμως ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται το κοινό μας με τη Λυρική, και αυτό που βλέπουμε είναι η αίσθηση του χώρου, από το κοινό, ως κάτι οικείο. Η Λυρική, για πολύ καιρό, κουβαλούσε το βάρος ενός θεσμού που, ναι μεν, προκαλούσε δέος, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσε μια απόσταση ανάμεσα στον χώρο και στο κοινό. Το ζητούμενο για μένα δεν ήταν να εκλαϊκεύσουμε την τέχνη, αλλά να αφαιρέσουμε τον φόβο κάποιου νέου ανθρώπου ή κάποιου ανθρώπου που δεν είχε την εμπειρία ανάλογων θεαμάτων. Να μπει δηλαδή στην αίθουσα χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να γνωρίζει, να έχει προετοιμαστεί ή να ανήκει κάπου.
Παράλληλα, η εξωστρέφεια του οργανισμού, με τις παραγωγές στην περιφέρεια, τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές δράσεις που πραγματοποιούνται εκτός του χωρικού πλαισίου της Λυρικής, αλλά και τη γενικότερη παρουσία του οργανισμού σε χώρους εκτός των σκηνών μας, δημιούργησε και καλλιέργησε μια διαφορετική σχέση σύνδεσης και εμπιστοσύνης. Η Λυρική δεν περιμένει μόνο το κοινό να έρθει σε αυτή, πηγαίνει η ίδια προς το κοινό, κι αυτό όχι μόνο αλλάζει ριζικά την ισορροπία, αλλά δημιουργεί μια βαθιά, ενεργή και ζωντανή σχέση.
Υπήρξαν «αγκάθια» σε αυτή τη διαδρομή που, αν μη τι άλλο, οφείλετε να έχετε υπόψη σας για τη θητεία που μόλις ξεκίνησε;
Ένας ζωντανός οργανισμός, που κινείται με ταχύτητα, που προσπαθεί να αλλάξει, που ρισκάρει και “μετακινείται” από παλαιότερες σταθερές, δεν μπορεί να μην συναντά ούτε να μην καλείται να αντιμετωπίσει “αγκάθια” στη διαδρομή του. Το πρώτο και ίσως πιο δύσκολο αγκάθι ήταν η ίδια η ταχύτητα της αλλαγής, από μια συνθήκη ασφάλειας σε μια συνθήκη ανοιχτού ρίσκου, η οποία απαιτεί υπομονή, επιμονή, διαρκή εγρήγορση και αντίσταση στο φόβο. Ένα δεύτερο αγκάθι ήταν η συνεχής ισορροπία ανάμεσα στο καλλιτεχνικό όραμα και στις πραγματικές αντοχές του οργανισμού, ειδικότερα σε διοικητικό επίπεδο. Σε αυτό το κομμάτι κληθήκαμε να ακούσουμε περισσότερο, να εμπιστευτούμε και να αποδεχτούμε τους περιορισμούς του χρόνου, με τους οποίους λειτουργεί το σύστημα. Τέλος, υπήρξαν και τα αγκάθια που συναντάει σταθερά η κοινωνία ευρύτερα σε κάθε εποχή, όπως είναι οι διακυμάνσεις σε σχέση με το κοινωνικό και οικονομικό τοπίο, και φυσικά το μεγάλο αγκάθι της πανδημίας. Όλα αυτά αναπόφευκτα εισβάλλουν μέσα στον οργανισμό και επηρεάζουν τον τρόπο που δουλεύεις, που επιλέγεις, που αποφασίζεις. Αν κάτι λοιπόν κρατάω για τα επόμενα χρόνια, είναι η αναγκαιότητα της επαφής και της διαρκούς συνομιλίας με το πραγματικό, εντός και εκτός Λυρικής. Άλλωστε, η αίσθησή μου είναι ότι η δυναμική της ΕΛΣ είναι πια αδιαμφισβήτητη. Έχοντας σταθερή τη στήριξη και τη χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού, προσπαθούμε να αυξάνουμε διαρκώς τα έσοδά μας από τις ιδιωτικές χορηγίες και δωρεές.
Μετά την πρεμιέρα «καταφύγατε» στη γενέθλια Κρήτη. Ποια ανάγκη σάς τραβάει εκεί;
Νομίζω ότι η Κρήτη λειτουργεί για μένα ως ένα είδος εσωτερικού καταφυγίου. Δεν είναι απλώς ο τόπος καταγωγής μου, είναι ένας χώρος μνήμης και επαναφοράς στον πυρήνα μου. Μετά από μια εξαιρετικά πιεστική περίοδο, ένιωσα την ανάγκη να αποσυρθώ, για λίγο, από τον θόρυβο. Δεν θα έλεγα πως η Κρήτη είναι το “καταφύγιό” μου, με την έννοια της φυγής, αλλά περισσότερο με την έννοια της επιστροφής σε μια ισορροπία, ένας τρόπος να καθαρίσει το βλέμμα, το σώμα και το μυαλό, με στόχο την επιστροφή στη γρήγορη ροή της πραγματικότητας στην Αθήνα.
Στις μουσικές συνθέσεις σας βρίσκουν αναπόφευκτα χώρο οι αναμνήσεις και τα βιώματα από την Κρήτη, οι αναφορές στη μεγάλη λόγια μουσική, οι ανθρώπινες σχέσεις -όπως στο «Ισοκράτημα ενός μεσήλικα». Ποια είναι τα στοιχεία που όντως «λύνουν και δένουν» τη μουσική σας;
Οι μνήμες από την Κρήτη, οι εικόνες που έχουν καταγραφεί μέσα μου, οι καταγραφές σε σχέση με τη λόγια μουσική, και όσα όλα συναντώνται στα έργα μου, είναι βιωμένες συνθήκες, τρόποι που έμαθα να αντιλαμβάνομαι τη ζωή, θεμέλια τα οποία κουβαλώ και επανέρχομαι σε αυτά. Όλα αυτά συνυπάρχουν μέσα μου, αλλά και στα έργα μου, χωρίς κάποιο είδος ιεραρχίας, άλλοτε μιλούν πιο δυνατά και άλλοτε σιωπούν, ωστόσο είναι δύσκολο να απουσιάζουν. Επιπλέον, η μέθεξη, η αναζήτηση της εσωτερικότητας, η ενδοσκόπηση, η καταβύθιση στον ήχο ως επιθυμία βύθισης στο άπειρο, εκεί που οι ψίθυροι και οι ανάσες χάνονται και συντονίζονται υπό τη μουσική που κατακλύζει την αίθουσα, όλα αυτά τα στοιχεία, σε διαρκή συνομιλία, σύγκρουση και αντίστιξη, “λύνουν και δένουν” και βρίσκουν τον χώρο τους μέσα στη μουσική μου.
Πιστεύετε ότι την ώρα που ο -ευαίσθητος- ακροατής ακούει μία σύνθεσή σας και αφήνει το αίσθημά της να τον διαπεράσει βρίσκεται πιο κοντά σ’ εσάς σε σχέση με τους κατά τ’ άλλα «διπλανούς» του;
Η μουσική, ως τέχνη, έχει την ικανότητα να δημιουργεί μια ιδιότυπη εγγύτητα, μέσα στην οποία καταργούνται οι αποστάσεις, τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες και κάθε κοινωνική σύμβαση που σχετίζεται με την ανθρώπινη αλληλεπίδραση και τη λεκτική επικοινωνία. Δεν είναι τόσο ότι ερχόμαστε κοντά μεταξύ μας, όσο ότι συντονιζόμαστε σε κάτι κοινό, σε έναν εσωτερικό χώρο που κατοικεί σιωπηλός μέσα μας. Δεν πρόκειται για μια ανταλλαγή με τη συμβατική έννοια, αλλά για έναν συντονισμό, από τη στιγμή φυσικά, που είμαστε ανοιχτοί και διαθέσιμοι προς ένα τέτοιο άνοιγμα. Έτσι, δεν θεωρώ πως ο ακροατής έρχεται πιο κοντά σε μένα παρά στον διπλανό του, αντίθετα, όλοι μαζί ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια παροδική εγγύτητα, που δεν είναι ούτε μόνιμη ούτε αποκλειστική, μια εγγύτητα που διαρκεί όσο διαρκεί ο ήχος και η σιωπή που τον ακολουθεί.
Ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της Επιδαύρου και η πρεμιέρα ανήκει στην ανασύσταση της «Μήδειας» του Κερουμπίνι. Τι σημαίνει για τη Λυρική και για εσάς από άποψη προκλήσεων και προσδοκιών;
Η πρεμιέρα της Επιδαύρου για την ΕΛΣ με τη Μήδεια του Κερουμπίνι δεν είναι απλώς ένα σημαντικό καλλιτεχνικό γεγονός, είναι μια βαθιά δοκιμασία μνήμης και ευθύνης. Μια πρόκληση να σταθεί απέναντι σε ένα έργο και σε μια ιστορική στιγμή που έχουν σφραγίσει τον ελληνικό πολιτισμό, με σεβασμό απέναντι στο παρελθόν, αλλά και στο σημερινό πρόσωπο της Λυρικής, χωρίς να εγκλωβιστεί στη νοσταλγία και στη λήθη. Η αναβίωση της παράστασης του 1961, με το σκηνοθετικό όραμα του Μινωτή, τον εικαστικό κόσμο του Τσαρούχη και την εμβληματική παρουσία της Κάλλας, σε συνδυασμό με το έργο του Κερουμπίνι, ένα έργο μουσικά και δραματουργικά απαιτητικό που στέκεται κάτω από τη βαριά σκιά της τραγωδίας του Ευριπίδη, μας γεμίζει δέος και επιβάλλει μια προσέγγιση ακρίβειας, τόλμης και βαθιάς γνώσης των ορίων και των ισορροπιών.
Προσωπικά, η προσδοκία δεν έχει να κάνει με τη σύγκριση -αυτή είναι εξ ορισμού άνιση-, αλλά με τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ξανά ένας ζωντανός, κοινός χώρος μέθεξης στην Επίδαυρο. Ένας χώρος όπου το έργο, οι καλλιτέχνες και το κοινό θα συναντηθούν κάτω από το βάρος της ιστορίας σε συνομιλία με την ορμή του παρόντος. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να επιτρέψουμε στη Μήδεια να μιλήσει ξανά, όχι ως μνημείο, αλλά ως ζωντανό σώμα, ως τραύμα και ερώτημα που εξακολουθεί να μας αφορά. Αν αυτό επιτευχθεί, τότε η Λυρική δεν τιμά απλώς το παρελθόν της, αλλά επιβεβαιώνει τον λόγο ύπαρξής της στο παρόν. Και αυτό, για μένα, είναι το πιο ουσιαστικό στοίχημα.
Ένας από τους επόμενους σταθμούς με το κοινό είναι και το Φεστιβάλ Λατρευτικής Μουσικής κοντά στο Πάσχα. Βρίσκετε κατά κάποιο τρόπο εκεί και τον Κουμεντάκη της νεότητας και των προσωπικών αναζητήσεων;
Ναι, κατά έναν τρόπο θα έλεγα πως τον συναντώ ξανά. Όχι ως ανάμνηση ή ως επιστροφή σε κάτι χαμένο, αλλά ως μια συνέχεια. Το Φεστιβάλ Λατρευτικής Μουσικής αγγίζει περιοχές που με απασχολούν από πολύ νωρίς, όπως είναι η σχέση του ήχου με το τελετουργικό και η ανάγκη για ενδοσκόπηση και σιωπή μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας. Η διάσταση της Λατρευτικής μουσικής που με αφορά περισσότερο έχει να κάνει με τη συνομιλία και τη σχέση των Θείων παθών, με τα ανθρώπινα. Εκεί βρίσκω τον εαυτό της νεότητας, όχι ως χρονική περίοδο, αλλά ως μια συνθήκη αναζήτησης, ενός ανθρώπου που άκουγε, που αφουγκραζόταν, που τον συγκινούσε βαθιά η λατρευτική μουσική και προσπαθούσε να κατανοήσει πώς ο ήχος μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα προς κάτι υπερβατικό, χωρίς να χρειάζεται να ονομαστεί ή να εξηγηθεί. Το Φεστιβάλ Λατρευτικής Μουσικής, με τον μουσικό και πολιτισμικό πλουραλισμό του και με τη συνάντηση διαφορετικών παραδόσεων, μου επιτρέπει να διατηρώ αυτή τη στάση ζωντανή.
Οι αναθέσεις που κάνατε σε νεότερους δημιουργούς, συνθέτες και σκηνοθέτες πιστεύετε ότι απέδωσαν ως καλλιτεχνικό αποτύπωμα;
Αν δεν πίστευα ότι απέδωσαν, δεν θα τις υπερασπιζόμουν με τόση επιμονή. Δεν με ενδιέφερε ποτέ οι αναθέσεις σε νεότερους δημιουργούς να λειτουργήσουν ως άλλοθι νεότητας ή ως μια υποχρέωση ανανέωσης. Οι αναθέσεις σε νεότερους δημιουργούς έγιναν από βαθιά πεποίθηση ότι ένας ζωντανός οργανισμός οφείλει να ρισκάρει με ανθρώπους που ακόμη διαμορφώνουν τη γλώσσα τους, με στόχο τη δημιουργία ενός πραγματικού πεδίου δοκιμής, ρίσκου, ευθύνης και συνέχειας. Υπήρξαν περιπτώσεις που το καλλιτεχνικό αποτύπωμα ήταν πολύ πιο ισχυρό από αυτό που περιμέναμε, καθώς έφερε μια καθαρή προσωπική σφραγίδα, μια αναγκαιότητα καλλιτεχνικής κατάθεσης. Κάποιοι δυσκολεύτηκαν, κάποιοι χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο, κάποιοι συγκρούστηκαν, κάποιοι ήρθαν με μια καθαρή ματιά απέναντι στο είδος της όπερας και του μουσικού θεάτρου, ενώ άλλοι με μια ανάγκη αποδόμησης της εικόνας, και μέσα σε όλα αυτά υπήρξαν στιγμές που ένιωσα ότι γεννιέται κάτι που δεν υπήρχε πριν, ούτε για εκείνους ούτε για τον οργανισμό.
Δεν θα ισχυριστώ ότι όλα άφησαν το ίδιο ίχνος ή ότι όλα θα αντέξουν στον χρόνο, αυτό άλλωστε δεν μπορείς να το ξέρεις τη στιγμή που συμβαίνει. Αλλά είμαι σίγουρος ότι μέσα από αυτές τις αναθέσεις δημιουργήθηκε μια γενιά ανθρώπων που ένιωσε ότι την εμπιστεύτηκαν και την στήριξαν ουσιαστικά. Και αυτό, ακόμα κι αν δεν μετριέται άμεσα, είναι ένα αποτύπωμα που θα το δούμε αργότερα, ίσως σε άλλες μορφές, σε άλλους χώρους, σε άλλες στιγμές.
Τι σας φοβίζει στο άκουσμα της διάχυσης των «social media» και τι ελπίζετε όταν ακούτε για την Τεχνητή Νοημοσύνη;
Η μόνη ανησυχία αναφορικά με τα social media έχει να κάνει με τον τρόπο χρήσης τους από τον άνθρωπο. Καμιά φορά αισθάνομαι ότι ο ρυθμός και η ταχύτητα αναπαραγωγής τους, δεν αφήνουν χρόνο και χώρο στη σιωπή, στην αμφιβολία και στη συλλογιστική στάση απέναντι στα γεγονότα και στις μεταβολές του κοινωνικού τοπίου. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο τρόπος λειτουργίας τους μπορεί να γίνει βίαιος, καθώς μπορούν να μετατραπούν σε ένα πεδίο εκτόνωσης και εύκολης κρίσης, αντικαθιστώντας μια ολόκληρη διαδικασία κατανόησης του άλλου. Σε αντιδιαστολή, η Τεχνητή Νοημοσύνη, μου γεννά μια συγκρατημένη ελπίδα, όχι αναφορικά με την αντικατάσταση της δημιουργίας, αλλά γιατί ενδεχομένως μπορεί να μας απελευθερώσει από ένα κομμάτι του θορύβου. Αν χρησιμοποιηθεί με μέτρο και επίγνωση, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο οργάνωσης. Ελπίζω ότι μπορεί να μας βοηθήσει να ξανασκεφτούμε τον τρόπο που παράγουμε, οργανώνουμε και μοιραζόμαστε τη γνώση και την τέχνη. Αυτό που βλέπω ήδη να συμβαίνει είναι ότι με το ΑΙ δημιουργούνται ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες, χωρίς να προλαβαίνει κανείς να εστιάσει στα σημαντικά. Αντιθέτως ο ίδιος είμαι οπαδός της slow art. Μου αρέσει όταν ο χρόνος έχει περιεχόμενο να ακινητοποιείται. Με ενδιαφέρει η τέχνη που αφήνει περιθώρια στον χρόνο να αφομοιωθεί ουσιαστικά και οργανικά χωρίς βιασύνη. Στην περίπτωση του AI ο χρόνος δεν είναι γενναιόδωρος, γιατί τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ίσως ο κίνδυνος είναι ορατός να καταρρεύσει από την ίδια του την ορμή.
Περιμένουμε κάποιο νέο έργο σας και σε ποια φάση βρίσκεται;
Αυτό το διάστημα βρίσκομαι σε πρόβες για το νέο μου έργο Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι, μια νέα παραγωγή του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Πρόκειται για ένα μουσικό έργο βασισμένο σε τέσσερα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, μελοποιημένα στο ιδίωμα του αμανέ, τα οποία λειτουργούν σαν εσωτερικοί μουσικοί μονόλογοι, κάπου ανάμεσα στην επιθυμία, την παρακμή και τη φθορά. Τα τέσσερα ποιήματα συνομιλούν με τέσσερα νέα έργα μουσικής δωματίου, με αναφορές στην ευρύτερη παράδοση της Ανατολής και στη βυζαντινή μουσική, τα οποία, με τη σειρά τους συνομιλούν με τον σύγχρονο χορό μέσα από τέσσερις διαφορετικές χορογραφικές γραφές. Όλα αυτά, σε συνύπαρξη με την εικαστική και ακουστική εγκατάσταση, διαμορφώνουν έναν ενιαίο σκηνικό χώρο, όπου η μουσική δεν συνοδεύει απλώς τη δράση, αλλά τη γεννά, ενώ οι χορευτές δεν είναι μόνο σώματα σε κίνηση, αλλά συμμετέχουν ενεργά και στην παραγωγή του ήχου, μέσα από κρουστά και ρυθμικά ισοκρατήματα. Όπως και στον Καβάφη, τίποτα δεν εκτονώνεται, όλα παραμένουν σε μια κατάσταση έντασης και επίγνωσης. Έτσι και το παρόν έργο δεν αφηγείται μια ιστορία, αλλά εκθέτει μια εσωτερική κατάσταση, τη στιγμή που ο πόνος, η μνήμη και η επιθυμία παύουν να ζητούν λύτρωση και μετατρέπονται σε μορφή. Η παγκόσμια πρεμιέρα θα γίνει στο Φεστιβάλ Χορού του Βελιγραδίου, η ελληνική πρεμιέρα στο Summer Nostos Festival και στη συνέχεια θα παρουσιαστεί για σειρά παραστάσεων στην Εναλλακτική μας Σκηνή.
Δίνετε την αίσθηση ανθρώπου που μπορεί να αντέξει και να «συγκατοικήσει» με τη μοναξιά του στο δωμάτιο. Ισχύει;
Σε ό,τι αφορά στη μουσική δημιουργία, ναι, ισχύει αυτό, με τη μοναξιά όμως ως συνθήκη συνάντησης με τον έσω εαυτό, ως μια κατάσταση που τη χρειάζομαι για να μπορώ να υπάρξω ως δημιουργός. Η μοναξιά, όταν δεν είναι επιβεβλημένη, αλλά είναι συνειδητή, δεν με φοβίζει, αντιθέτως, λειτουργεί ως πεδίο προστασίας και ανασυγκρότησης. Μου επιτρέπει να αντέχω τις αντιφάσεις μου, να συνυπάρχω με τις αμφιβολίες μου, χωρίς την ανάγκη να τις εξηγήσω ή να τις δικαιολογήσω, και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο αλλά και το πιο λυτρωτικό κομμάτι, να μπορείς δηλαδή να μείνεις μόνος, χωρίς να αισθάνεσαι ότι λείπει κάτι. Εκεί, νομίζω, αρχίζει μια πιο καθαρή σχέση με τον εαυτό σου, και κατ’ επέκταση, με ό,τι επιλέγεις να μοιραστείς με τους άλλους. Αντιθέτως, σε ότι αφορά στην προσωπική μου ζωή και την καθημερινότητα, η συνύπαρξη είναι καθοριστική. Άλλωστε η σχέση που έχω μετράει ήδη 30 χρόνια. Είναι κάτι που με εμπνέει και το θεωρώ αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.
Κλείνετε τα μάτια για να θυμηθείτε μια στιγμή συγκίνησης από τη μεγάλη μουσική ή οποιοδήποτε είδος μουσικής. Ποια έρχεται πρώτη ως θύμηση;
Νομίζω πως η εικόνα και η αίσθηση που μου έρχονται πρώτες στο μυαλό είναι η παρακολούθηση ενός ζωντανού ρεσιτάλ για πιάνο και δύο τραγουδιστές στο Νερατζέ Τζαμί στο Ρέθυμνο, έναν χώρο με εξαιρετική ακουστική, όπου άκουγα τον ήχο να επιστρέφει από τους τοίχους αλλοιωμένος, μεγαλύτερος, με έναν τρόπο σχεδόν ακατέργαστο. Εκείνη τη στιγμή δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε, ούτε μπορούσα να το ονομάσω, ήταν όμως μια βαθιά συγκίνηση, όχι με την καθαρά συναισθηματική έννοια, αλλά ένα βαθύτερο αίσθημα το οποίο με κατέκλυσε, μια αίσθηση ότι βρίσκεσαι μπροστά σε κάτι που σε ξεπερνά και ταυτόχρονα σε περιλαμβάνει. Ίσως αυτή να είναι η πρώτη εικόνα που μου έρχεται κάθε φορά. Όχι συγκεκριμένα το έργο ή οι ερμηνείες, αλλά η στιγμή που κατάλαβα ότι η μουσική δεν είναι κάτι που ακούς απλώς, αλλά κάτι στο οποίο μπαίνεις και το οποίο σε περικλείει.
Στη μέχρι σήμερα διαδρομή της Λυρικής Σκηνής επί δικής σας θητείας πέρασαν πολλοί από τους λεγόμενους «θετικούς» ανθρώπους του πολιτισμού, όπως ο Μπομπ Ουίλσον, η Φανί Αρντάν, ο Κ.Βαρλικόφσκι, Έλληνες σκηνοθέτες, όπως οι Γιάννης Χουβαρδάς, Νίκος Καραθάνος, Κατερίνα Ευαγγελάτου κ.ά. Πιστεύετε ότι η δική τους συνεισφορά έχει περάσει στο συναισθηματικό αρχείο της Λυρικής; Ότι δηλαδή έχουν συμβάλει με τον τρόπο τους στην ταυτότητά της;
Απολύτως. Η παρουσία ανθρώπων όπως ο Μπομπ Ουίλσον, η Φανί Αρντάν, ο Κριστόφ Βαρλικόφσκι, Ντμίτρι Τσερνιακόφ, Ολιβιέ Πυ και βεβαίως σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών, λειτούργησε ως μια συνθήκη μετατόπισης για τον οργανισμό. Άφησαν πίσω τους έναν διαφορετικό ρυθμό εργασίας, έναν άλλο τρόπο να στέκεσαι απέναντι στην όπερα, στην ιστορία, στους συνεργάτες, στον χρόνο. Αυτά τα πράγματα δεν φαίνονται αμέσως, αλλά εγγράφονται βαθιά και επίσης, αυτές οι στιγμές καθορίζουν το πώς η Λυρική αναπνέει, πώς αισθάνεται, πώς αντιδρά σε νέες προκλήσεις. Με λίγα λόγια, η συμβολή τους στην ταυτότητα της Λυρικής βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός, ότι σε αυτά τα διαστήματα συνεργασίας η Λυρική αναγκάστηκε να αλλάξει θέση, να διακινδυνεύσει, να αντέξει την αμηχανία, την αβεβαιότητα και να έρθει αντιμέτωπη με τις ελλείψεις και τις αδυναμίες της. Και όταν ένας οργανισμός περάσει από τέτοιες εμπειρίες, δεν επιστρέφει στην προηγούμενη μορφή του, κάτι μετατοπίζεται στον τρόπο που ακούει, που βλέπει, που εμπιστεύεται. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι άνθρωποι, οι καλλιτέχνες που πέρασαν από την ΕΛΣ συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας κοινής εμπειρίας τέχνης και ταυτότητας.
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου