Once upon a Guide: Τα Νότια δεν είναι trend του σήμερα
The Table – Summer 2026
Από την Μπιφτεκούπολη στον Αστέρα: Μια αναδρομή στα θρυλικά στέκια που διαμόρφωσαν τα Νότια Προάστια.
- Πάνος Κοκκίνης
- 13/09/2026 09:45
Ανέκαθεν, από τη Μεταπολίτευση και μετά, η Παραλιακή ήταν ο δρόμος που οδηγούσαν όσοι δεν κατοικούσαν στα Νότια Προάστια και κυρίως από Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο. Τότε και κυρίως στα ‘70s και τα ‘80s, όλα ήταν πιο απλά, ενώ στα ‘90s και τα ‘00s το lifestyle απέκτησε περισσότερο glitter και λιγότερη ουσία. Όμως η ιστορία δεν πρέπει να ξεχνιέται, ούτε καν να υποτιμάται. Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο κείμενο βρήκε τη δική του θέση μέσα σε σελίδες γεμάτες από το σήμερα και το αύριο της γαστρονομικής Νότιας Αθήνας. Για να θυμίσει και να τιμήσει.
Τον Αντωνόπουλο στην παραλία της Γλυφάδας των ‘80s, που ήταν κάτι παραπάνω από ψαροταβέρνα. Αν ήθελες κορυφαίο φρέσκο ψάρι δίπλα στο κύμα και ήθελες παράλληλα να δεις στο διπλανό τραπέζι τον Ανδρέα Παπανδρέου, έναν εφοπλιστή ή έναν ηθοποιό, το ραντεβού σου ήταν εκεί. Λίγο πιο μέσα, στην Κωνσταντινουπόλεως, γεννήθηκε αυτό που αρχικά οι ντόπιοι και στη συνέχεια όλοι οι Αθηναίοι, ονόμαζαν ανεπίσημα «Μπιφτεκούπολη». Εκεί όπου σερβίρονταν τεράστιες μερίδες πάνω σε ξύλινους πάγκους και λαδόκολλα, με celebrities να τρώνε δίπλα δίπλα με λουόμενους, χωρίς διαχωριστική γραμμή.
Στο κέντρο, το κάρβουνο έκαιγε και ο γύρος γύριζε κάθε βράδυ στον Αίνο, το σουβλατζίδικο θρύλο της περιοχής. Το Ζαχαροπλαστείο Τριανόν είχε τα τρουφάκια που κανείς δεν αρνιόταν, ό,τι κι αν είχε φάει πριν. Και ο Επίκουρος ήταν το μαγαζί που έμαθε ουσιαστικά στην περιοχή πώς ψήνεται σωστά ένα μπιφτέκι, κάτι που ακούγεται απλό μέχρι να καταλάβεις πόσο σπάνιο ήταν τότε. Για κάτι πιο σπιτικό και πιο αυθεντικό, υπήρχε ή Χαρουπιά, το κρυφό χαρτί της παλιάς Γλυφάδας. Μεγάλη, ζεστή ταβέρνα που μεγάλωσε γενιές, με βαρελίσιο κρασί και τραπέζια όπου έκαναν στάση οικογένειες, παρέες, ακόμα και οι αθλητικοί σύλλογοι των Νοτίων Προαστίων.
Η Γλυφάδα άνοιγε παράλληλα τα μάτια της στην ιταλική κουζίνα, με το Antonio και τη La Bussola, και έψηνε λουκάνικα στο Μπάγερν, τη μπιραρία που κρατούσε τη δική της πιστή παρέα. Στα τέλη των ‘90s και στις αρχές των ‘00s, ήρθε το Applebee’s και άλλαξε τα δεδομένα. Ήταν αδύνατο να ζεις στα Νότια και να μην έχεις σταθεί έστω μια φορά στην ουρά του, ειδικά τα απογεύματα της Κυριακής. Ο απόλυτος ναός του αμερικάνικου casual dining. Εκεί μάθαμε τι πάει να πει potato skins με λιωμένο τυρί και μπέικον, χορταστικά ribs και ατέλειωτα refills στα αναψυκτικά.
Η δεκαετία του 1990 έφερε τη Βουλιαγμένη στο προσκήνιο, παρότι η αυτοδιοικητική φιλοσοφία του μοναδικού, η αλήθεια είναι, Γρηγόρη Κασιδόκωστα έθετε αυστηρά όρια και κανονισμούς, ώστε να προφυλαχθεί το κάλλος της. Ο Αστέρας, ο ορθόδοξος, δεν ήταν απλώς παραλία, ήταν σημείο μεσημεριανής συνάντησης μετά το ξενύχτι. Λίγο πιο κάτω, το Island άλλαξε αμετάκλητα το πώς η πόλη καταλάβαινε τη νυχτερινή διασκέδαση με θέα το Σαρωνικό, ενώ νωρίτερα είχες έτσι κι αλλιώς όλα τα μαγαζιά-κοσμήματα της αυτοκρατορίας του Βασίλη Τσιλιχρήστου.
Στο Φάληρο, η ιστορία ήταν πιο παλιά και πιο ρομαντική. Το τραμ σταματούσε εκεί όπου σήμερα απλώνεται η μαρίνα, και γύρω του είχαν φτιαχτεί καφενεία και ζαχαροπλαστεία που θύμιζαν καρτ ποστάλ. Ήταν η πρώτη εκδοχή της Ριβιέρας, πριν καν πάρει αυτό το όνομα. Η Βούλα ζούσε σε εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς από τους σημερινούς, με την πλατεία της να θυμίζει περισσότερο ενός κοσμοπολίτικου χωριού και όχι food spot όπως σήμερα.
Πολλά από αυτά τα μαγαζιά δεν υπάρχουν πια. Όμως όποιος μεγάλωσε εδώ τα θυμάται όλα, τη μυρωδιά, τον ήχο, τη γεύση. Η σημερινή Ριβιέρα μοιάζει πιο λαμπερή, πιο διεθνής, πιο πολλά υποσχόμενη. Χρωστάει όμως κάτι σε όλα αυτά τα μαγαζιά και τον τρόπο ζωής που δημιουργήθηκε, στη νότια πλευρά μιας πόλης που ακόμα προσπαθεί να γίνει τουριστικός προορισμός και όχι μεταβατικός σταθμός.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο «The Table», την νέα, premium εφημερίδα της NouPou Media για τη γαστρονομία στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.