Η φυγή ενός εφήβου δεν ξεκινά τη μέρα που εξαφανίζεται
Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Ζωή Οικονόμου γράφει για τους αθέατους λόγους πίσω από τη φυγή των εφήβων. Αναλύει γιατί η εξαφανιση δεν είναι απλώς μια πράξη ανυπακοής αλλά μια κραυγή αγωνίας, και εξηγεί πώς οι γονείς μπορούν να χτίσουν μια ουσιαστική σχέση εμπιστοσύνης πριν να είναι αργά.
- NouPou.gr
- 27/09/2026 10:32
Κάθε φορά που οι ειδήσεις μεταδίδουν την εξαφάνιση ενός εφήβου, η κοινωνία παγώνει. Μια φωτογραφία, ένα όνομα, μια ηλικία και μια αγωνιώδης έκκληση για βοήθεια αρκούν για να γεμίσουν τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα με το ίδιο ερώτημα: «Πού βρίσκεται; Είναι ασφαλής;»
Πίσω όμως από κάθε εξαφάνιση υπάρχει σχεδόν πάντα ένα δεύτερο, πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: Τι προηγήθηκε; Τι οδήγησε ένα παιδί να εγκαταλείψει το σπίτι του, μια δομή φιλοξενίας ή ένα περιβάλλον που θεωρητικά όφειλε να του προσφέρει ασφάλεια;
Η εξαφάνιση δεν είναι πάντα ανυπακοή
Πολύ συχνά αντιμετωπίζουμε τη φυγή ενός εφήβου ως μια πράξη ανυπακοής, παρορμητισμού ή «εφηβικής επανάστασης». Η πραγματικότητα, όμως, είναι συνήθως πολύ πιο σύνθετη.
Πίσω από μια τέτοια απόφαση μπορεί να κρύβεται μια καθημερινότητα γεμάτη ένταση, συνεχείς συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, παραμέληση, συναισθηματική ή σωματική κακοποίηση, χρήση ουσιών, σχολικός εκφοβισμός, αλλά και διαδικτυακή χειραγώγηση ή σχέσεις που παρουσιάζονται ως ασφαλείς, ενώ στην πραγματικότητα βασίζονται στον έλεγχο, την εξάρτηση και την εκμετάλλευση.
Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία δεν αντιμετωπίζει τη φυγή των εφήβων ως ένα απλό περιστατικό ανυπακοής. Τη θεωρεί ένα σύνθετο ψυχοκοινωνικό φαινόμενο και έναν σημαντικό δείκτη ότι ένας νέος άνθρωπος πιθανόν να βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο ή να βιώνει δυσκολίες που δεν κατάφερε να εκφράσει διαφορετικά.
Έρευνες δείχνουν ότι οι έφηβοι που εγκαταλείπουν το σπίτι τους εμφανίζουν συχνότερα δυσκολίες ψυχικής υγείας, αυξημένη ευαλωτότητα σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης και μεγαλύτερο κίνδυνο να βρεθούν εκτεθειμένοι σε επικίνδυνες καταστάσεις.
Η φυγή ως μια κραυγή που δεν ειπώθηκε ποτέ με λόγια
Στην εφηβεία, η φυγή συχνά λειτουργεί ως ένα μήνυμα που δεν κατάφερε ποτέ να ειπωθεί με λόγια. Η εσωτερική ένταση δεν βρίσκει πάντα τρόπο να εκφραστεί. Ο έφηβος μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ακόμη και ο ίδιος αυτό που βιώνει.
Μπορεί να αισθάνεται φόβο, ντροπή, θυμό, απόγνωση ή εγκλωβισμό, χωρίς να μπορεί να πει καθαρά: «Δεν αντέχω άλλο», «Χρειάζομαι βοήθεια», «Έχω μπλέξει», «Δεν νιώθω ασφαλής».
Η φυγή δεν αποτελεί συνήθως ένα οργανωμένο σχέδιο. Είναι μια παρορμητική προσπάθεια διαφυγής από μια κατάσταση που εκείνη τη στιγμή βιώνεται ως αφόρητη ή απειλητική.
Γι’ αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα σοβαρό προειδοποιητικό σήμα και όχι ως μια «κακή συμπεριφορά».
Δεν αρκεί να αναρωτηθούμε γιατί έφυγε ούτε να αναζητήσουμε γρήγορα ευθύνες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι συνέβη πριν και τι έκανε έναν έφηβο να πιστέψει ότι η απομάκρυνση ήταν η μοναδική λύση.
Χρειάζεται να καταλάβουμε τι βίωσε ως απειλητικό ή αφόρητο και προς ποια κατεύθυνση αναζήτησε καταφύγιο.
Απομακρύνθηκε μετά από έναν έντονο καβγά; Φοβήθηκε την τιμωρία; Υπήρχε βία, πίεση ή εκφοβισμός; Και τελικά, πού στράφηκε για βοήθεια;
Κατέφυγε σε έναν φίλο; Σε κάποιο άτομο που γνώρισε διαδικτυακά; Ή σε ένα περιβάλλον που τελικά μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο επικίνδυνο από εκείνο από το οποίο προσπάθησε να φύγει;
Πώς μπορούμε να προλάβουμε μια φυγή
- Δημιουργούμε μια σχέση εμπιστοσύνης – Ο γονιός χρειάζεται να είναι το πρόσωπο στο οποίο ο έφηβος θα μπορεί να μιλήσει ακόμη και όταν έχει κάνει λάθος. Η σχέση γίνεται πραγματικά προστατευτική όταν το παιδί μπορεί να ζητήσει βοήθεια χωρίς να φοβάται την ταπείνωση ή την τιμωρία.
- Δημιουργούμε ένα «πρωτόκολλο ασφάλειας» – Το σημαντικότερο μήνυμα που χρειάζεται να ακούσει ένας έφηβος είναι:«Ό,τι κι αν συμβεί, πρώτα θα σε προστατεύσουμε και μετά θα συζητήσουμε τι έγινε.»Αν βρεθεί σε μια δύσκολη ή επικίνδυνη κατάσταση, πρέπει να γνωρίζει ότι η οικογένειά του θα αποτελέσει το ασφαλές του καταφύγιο και όχι την πρώτη του απειλή.
- Επιλέγουμε έναν δεύτερο ασφαλή ενήλικα – Δεν μιλούν όλοι οι έφηβοι εύκολα στους γονείς τους. Ένας θείος, ένας εκπαιδευτικός, μια οικογενειακή φίλη ή ένας ψυχολόγος μπορεί να λειτουργήσει ως το πρόσωπο αναφοράς πριν μια κατάσταση ξεφύγει.
- Παρατηρούμε τις αλλαγές στη συμπεριφορά – Η έντονη μυστικότητα, η απότομη απομόνωση, οι κρυφές συνομιλίες, η χρήση ουσιών, οι σχέσεις απόλυτης εξάρτησης ή φράσεις όπως «θα φύγω» δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια απλή φάση της εφηβείας.Αξίζουν προσοχή, συζήτηση και έγκαιρη υποστήριξη.
- Μιλάμε ανοιχτά για τους κινδύνους του διαδικτύου – Ο κίνδυνος στο διαδίκτυο σπάνια εμφανίζεται ως απειλή.Συχνά ξεκινά ως ενδιαφέρον, φιλία ή φλερτ και σταδιακά εξελίσσεται σε χειραγώγηση, μυστικότητα, εκβιασμό και απομόνωση.Δεν αρκεί να πούμε στο παιδί «Πρόσεχε τους αγνώστους». Χρειάζεται να του εξηγήσουμε πώς κάποιος μπορεί πρώτα να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και στη συνέχεια να το απομακρύνει από τους ανθρώπους που το προστατεύουν.
Μια άσκηση ενός λεπτού για κάθε γονιό
Απόψε, πριν κοιμηθεί το παιδί σας, κάντε μία μόνο ερώτηση:
«Υπάρχει κάτι που σε δυσκόλεψε σήμερα και θα ήθελες απλώς να το ακούσω;» Ακούστε χωρίς να διακόψετε. Χωρίς να δώσετε συμβουλές. Χωρίς να διορθώσετε ή να κρίνετε.Ένα λεπτό ουσιαστικής ακρόασης μπορεί να ενισχύσει περισσότερο την εμπιστοσύνη από μία ώρα συμβουλών.
Αν ένας έφηβος εξαφανιστεί, κινηθείτε άμεσα:
- Μην περιμένετε – Επικοινωνήστε αμέσως με την Ελληνική Αστυνομία και με την Ευρωπαϊκή Γραμμή 116000 για τα εξαφανισμένα παιδιά, η οποία στην Ελλάδα λειτουργεί από «Το Χαμόγελο του Παιδιού».
- Συγκεντρώστε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες – Πρόσφατη φωτογραφία, περιγραφή ρούχων, τελευταίο σημείο όπου εθεάθη, πρόσφατες συνομιλίες, πιθανοί φίλοι ή επαφές, ψυχική κατάσταση, καθώς και πληροφορίες για το αν πήρε μαζί του χρήματα, ταυτότητα, κινητό ή ρούχα.
- Μην δημοσιοποιείτε ανεξέλεγκτα πληροφορίες στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης – Η ανεξέλεγκτη δημοσίευση προσωπικών στοιχείων μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετους κινδύνους. Ακολουθήστε πάντα τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών.
- Μην απαντήσετε με απειλές – Αποφύγετε μηνύματα όπως:«Αν γυρίσεις, θα δεις…»Το πρώτο μήνυμα πρέπει να είναι προστατευτικό:«Θέλουμε μόνο να ξέρουμε ότι είσαι ασφαλής. Πες μας πού βρίσκεσαι ή πήγαινε σε ένα ασφαλές σημείο και ζήτησε βοήθεια.»
Η επιστροφή δεν είναι το τέλος της ιστορίας
Η επιστροφή του εφήβου δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα λύθηκε. Είναι η αρχή της ουσιαστικής παρέμβασης.
1.Πρώτα διασφαλίζουμε την ασφάλειά του – Εξετάζουμε αν έχει τραυματιστεί, αν έκανε χρήση ουσιών, αν βρίσκεται σε κατάσταση σοκ ή αν υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης.Το πρώτο μήνυμα είναι:«Χαιρόμαστε που είσαι ασφαλής. Θα μιλήσουμε για όλα, αλλά πρώτα θέλουμε να σε ακούσουμε.»
2.Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι προηγήθηκε – Η συζήτηση χρειάζεται να γίνει χωρίς φωνές, απειλές, εξευτελισμό ή επικρίσεις.Στόχος δεν είναι η τιμωρία, αλλά η κατανόηση των αιτιών που οδήγησαν στη φυγή και η αποτροπή μιας επανάληψης.
3.Ζητούμε βοήθεια όταν χρειάζεται – Όταν υπάρχουν ενδείξεις κακοποίησης, τραύματος, αυτοτραυματισμού, χρήσης ουσιών, κατάθλιψης ή επαναλαμβανόμενων φυγών, η παρέμβαση επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι απαραίτητη.
Η πρόληψη ξεκινά πολύ πριν από την εξαφάνιση
Η πρόληψη δεν χτίζεται την ώρα της κρίσης. Χτίζεται καθημερινά, μέσα στη σχέση, στην εμπιστοσύνη και στην αίσθηση ότι το σπίτι δεν είναι μόνο ένας χώρος κανόνων αλλά και ένας ασφαλής τόπος επιστροφής.Κανένας έφηβος δεν μεγαλώνει χωρίς λάθη, συγκρούσεις ή παρορμητικές αποφάσεις. Εκείνο που κάνει τη διαφορά είναι να γνωρίζει ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που θα τον ακούσει πριν τον κρίνει, θα τον προστατεύσει πριν τον τιμωρήσει και θα τον βοηθήσει να βρει ξανά τον δρόμο του.
Η πραγματική πρόληψη δεν ξεκινά όταν ένα παιδί εξαφανιστεί. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, μέσα στις μικρές στιγμές της καθημερινότητας. Κάθε φορά που ένας γονιός ακούει χωρίς να κρίνει, αγκαλιάζει χωρίς να απορρίπτει και λέει με πράξεις –και όχι μόνο με λόγια– «Είμαι εδώ για σένα.»
Γιατί πολλές φορές αυτό είναι αρκετό ώστε ένας έφηβος να επιλέξει να ζητήσει βοήθεια αντί να φύγει!
Ζωή Οικονόμου: Το βιογραφικό
Η Ζωή Οικονόμου είναι Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, απόφοιτος του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος Άδειας Ασκήσεως Επαγγέλματος Ψυχολόγου. Εκπαιδεύεται στη Γνωσιακή – Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT), ενώ εκπαιδευτεί για ένα έτος στην Ψυχοθεραπευτική Προσέγγιση Gestalt.
Διαθέτει πολυετή κλινική εμπειρία στην υποστήριξη ενηλίκων και ζευγαριών, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διαχείριση του άγχους, των κρίσεων ζωής, των δυσκολιών στις σχέσεις, των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και των διαταραχών πρόσληψης τροφής. Παράλληλα, έχει εξειδικευτεί σε πεδία όπως η συμβουλευτική ζεύγους και οικογένειας, η ενσυνειδητότητα (Mindfulness), η Σχολική Ψυχολογία, το coaching και η οικοθεραπεία (ecotherapy).
Η επαγγελματική της διαδρομή ξεχωρίζει για έναν σπάνιο συνδυασμό εμπειριών. Πριν αφοσιωθεί στην ψυχολογία, υπηρέτησε επί σειρά ετών ως Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, φτάνοντας στον βαθμό του Ταξιάρχου. Ως απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών Νοσηλευτικής, υπηρέτησε σε μεγάλα στρατιωτικά νοσοκομεία και σε επιτελικές θέσεις ευθύνης, αποκτώντας βαθιά γνώση της ανθρώπινης ανθεκτικότητας, της διαχείρισης κρίσεων και των ψυχολογικών επιπτώσεων της πίεσης και της ευθύνης.
Σήμερα, μέσα από το συγγραφικό και επιστημονικό της έργο, εστιάζει σε θέματα ψυχικής υγείας, αυτοεκτίμησης, σχέσεων, προσωπικής ανάπτυξης, ψυχικής ανθεκτικότητας και σύγχρονων ψυχολογικών προκλήσεων της καθημερινότητας. Η γραφή της συνδυάζει επιστημονική τεκμηρίωση, κλινική εμπειρία και ανθρώπινη προσέγγιση, με στόχο να φέρει την ψυχολογία πιο κοντά στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
📍 Κανάρη 10, Δάφνη
📞 6946423888
🌐 zoeoikonomou-psy.eu
✉️ info@zoeoikonomou-psy.eu