Διατροφικές διαταραχές σε παιδιά & εφήβους: Μια διαφωτιστική συζήτηση με τη Δρ. Μαρία Τσιάκα
Share this
Για την αύξηση περιστατικών παιδιών και εφήβων με διατροφικές διαταραχές, αλλά και για τον κρίσιμο ρόλο της υποστήριξης της οικογένειας μάς μίλησε η Δρ. Μαρία Τσιάκα, Ιδρύτρια και Διευθύντρια του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών.
Η Δρ. Μαρία Τσιάκα έχει πολλούς τίτλους: BA Psychology, PhD Psychological Medicine, IOPN, Section of Eating Disorders, King’s College. Είναι οικογενειακή – συστημική θεραπεύτρια και Ιδρύτρια και Διευθύντρια του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, που ιδρύθηκε το 2006 στην Αθήνα. Πρακτικά, όλα αυτά σημαίνουν πως είναι ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να μας μιλήσει για ένα φαινόμενο που παίρνει τρομακτικές διαστάσεις: Τις διατροφικές διαταραχές σε έφηβους, ακόμα και σε παιδιά.
«Η εξειδίκευσή μου στις διατροφικές διαταραχές προέκυψε σταδιακά και ουσιαστικά μέσα από την κλινική εμπειρία. Από πολύ νωρίς στη δουλειά μου συνειδητοποίησα ότι οι διατροφικές διαταραχές δεν είναι “απλώς” προβλήματα φαγητού ή βάρους, αλλά πολύ σύνθετες καταστάσεις που αγγίζουν τον έλεγχο, το συναίσθημα, την ταυτότητα, το σώμα και τις σχέσεις. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα το γεγονός ότι συχνά εμφανίζονται σε νεαρές ηλικίες, επηρεάζουν ολόκληρη την οικογένεια και, αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα, μπορούν να γίνουν χρόνιες και επικίνδυνες. Η επαφή μου με παιδιά, εφήβους και τους γονείς τους, αλλά και η διαπίστωση ότι υπάρχει ακόμη πολλή άγνοια, φόβος και στίγμα γύρω από τις Δ.Δ., με οδήγησαν να επενδύσω σε περαιτέρω εκπαίδευση, εποπτεία και συνεχή εξειδίκευση, ώστε να μπορώ να προσφέρω μια πιο ουσιαστική, επιστημονικά τεκμηριωμένη και ανθρώπινη φροντίδα».
Έκτοτε, πολλές οικογένειες στράφηκαν το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών, αναζητώντας μια πραγματική σωτηρία για τον άνθρωπό τους, και στο πρόσωπο της Δρ. Τσιάκα και της ομάδας της, βρήκαν μια ευρύτερη οικογένεια, διατεθειμένη να τους στηρίξει βήμα-βήμα στον αγώνα για την ανάρρωση. Το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών απαρτίζεται από μια διεπιστημονική ομάδα ειδικών που πιστεύει ακράδαντα πως όλοι οι ασθενείς, ανεξάρτητα από την ηλικία ή το φύλο τους, μπορούν να αναρρώσουν εφόσον εμπλακεί στοχευμένα η οικογένεια.
Ποιες διατροφικές διαταραχές εντοπίζονται συνήθως σε παιδιά; Για τι ηλικίες μιλάμε;
Στα παιδιά συναντάμε συχνά όχι μόνο τις «κλασικές» διατροφικές διαταραχές της εφηβείας, αλλά και διαταραχές σίτισης/πρόσληψης τροφής. Σε μικρότερες ηλικίες (προσχολική–Δημοτικό) βλέπουμε συχνότερα εικόνες όπως η αποφευκτική/περιοριστική πρόσληψη τροφής (ARFID), όπου το παιδί περιορίζει έντονα το φαγητό λόγω υφής, χρώματος, φόβου πνιγμού/εμετού ή πολύ χαμηλού ενδιαφέροντος για τη κατανάλωση τροφής, χωρίς να υπάρχει φόβος πάχυνσης. Από την προεφηβεία (περίπου 10–13) μπορεί να εμφανιστούν πιο καθαρά περιοριστικές συμπεριφορές με έντονη δυσαρέσκεια γύρω από το σώμα και την έντονη επιθυμία αλλαγή σωματικής εικόνας μέσω ελέγχου της τροφής, ενώ από τη μέση εφηβεία (13-17) και μετά εμφανίζονται συχνότερα η βουλιμία και η επεισοδιακή υπερφαγία. Παράλληλα, πολύ συχνές είναι οι «άτυπες» εικόνες που δεν ταιριάζουν απόλυτα σε κάποια διαγνωστικήκατηγορία, αλλά είναι κλινικά σοβαρές και απαιτούν έγκαιρη αξιολόγηση.
Υπάρχει αύξηση περιστατικών τα τελευταία χρόνια (και τι εννοούμε «τελευταία χρόνια»); Αν ναι, σε τι οφείλεται κατά τη γνώμη σας;
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει έντονη αύξηση περιστατικών, ιδιαίτερα αν ορίσουμε «τελευταία χρόνια» ως την τελευταία πενταετία και ειδικά την περίοδο από το 2020 και μετά, όπου σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου καταγράφηκαν διπλάσιες ως και τριπλάσιες επισκέψεις σε υπηρεσίες αντιμετώπισης διατροφικών διαταραχών και συχνότερες/βαρύτερες νοσηλείες για διατροφικές διαταραχές σε παιδιά και εφήβους. Η αύξηση αυτή συνδέεται με έναν συνδυασμό παραγόντων: μεγαλύτερη ψυχολογική επιβάρυνση (άγχος, καταθλιπτική διάθεση, ανάγκη ελέγχου), διατάραξη ρουτίνας όπως ύπνος, σχολείο, έντονη κοινωνική απομόνωση, ενίσχυση συγκρίσεων και μηνυμάτων της κουλτούρας δίαιτας μέσω social media, αλλά και καθυστερήσεις στην αναζήτηση έγκαιρης βοήθειας από την οικογένεια.
Πως εκδηλώνεται μια διατροφική διαταραχή στην προεφηβεία; Τι είναι αυτό που στην αρχή μπορεί να διαφύγει της προσοχής του γονέα – να φαίνεται αθώο ή τυχαίο, ενώ δεν είναι;
Στην προεφηβεία μια διατροφική διαταραχή συχνά δεν «φωνάζει» από την αρχή και μπορεί να παρουσιαστεί σαν μια αθώα δίαιτα: ένα παιδί που «απλώς τρώει πιο υγιεινά», που κόβει ομάδες τροφίμων, αποφεύγει λάδι/υδατάνθρακες/γλυκά, γίνεται άκαμπτο με κανόνες, τρώει πολύ αργά ή τελετουργικά, ζητά συνεχώς «ασφαλείς» τροφές, αποφεύγει οικογενειακά γεύματα ή κοινωνικές περιστάσεις που περιλαμβάνουν φαγητό. Αυτό που μπορεί να μην είναι εύκολα αναγνώσιμο, είναι ότι πίσω από την επιφανειακή «υγιεινή επιλογή» υπάρχει αυξανόμενο άγχος, ενοχές, ανάγκη ελέγχου, ευερεθιστότητα γύρω από το φαγητό και, συχνά, σωματικά σημάδια όπως κόπωση, ζάλη, δυσκοιλιότητα, έκπτωση στη συγκέντρωση. Ειδικά στις περιπτώσεις παιδιών με διαταραχές σίτισης όπως ARFID, η εικόνα μπορεί να μοιάζει με «ιδιοτροπία», όμως όταν συνοδεύεται από απώλεια βάρους ή στασιμότητα ανάπτυξης, ελλείψεις σε θρεπτικά συστατικά. Όταν ο περιορισμός της τροφής είναι μέρος της καθημερινότητας, χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση.
Μια αδιάγνωστη διατροφική διαταρχή στην εφηβεία παίρνει άλλες διαστάσεις. Τι είναι αυτό που αλλάζει σε αυτές τις ηλικίες;
Όταν μια διατροφική διαταραχή είναι μη διαγνωσμένη και «περάσει» στην εφηβεία, τότε αλλάζει το πλαίσιο και συχνά η σοβαρότητα της κατάστασης, καθώς σωματικές/ορμονικές αλλαγές καθιστούν το σώμα πιο «ευάλωτο» σε θέματα εικόνας, σε συνδυασμό με την αυξημένη επιθυμία για αυτονομία του εφήβου (άρα περισσότερη δυνατότητα να παραλείπει γεύματα ή να κρύβει συμπεριφορές), οι κοινωνικές πιέσεις, οι συγκρίσεις και η έντονη ανάγκη για αποδοχή. Επιπλέον, σε αυτές τις ηλικίες είναι συχνότερο να εμφανιστούν συννοσηρότητες, όπως άγχος, κατάθλιψη, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές ή χρήση ουσιών, κάτι που μπορεί να περιπλέξει την εικόνα και να κάνει την πορεία πιο δύσκολη αν δεν υπάρξει έγκυρη εξειδικευμένη παρέμβαση.
Πως μπορούμε να το προλάβουμε σε αρχικό στάδιο; Πως δηλαδή πρέπει να προσεγγίσει ο γονιός το παιδί; Ποια είναι τα συνηθέστερα λάθη που ενδεχομένως θα κάνει ένας γονιός στην προσπάθεια να «αλλάξει» την κατάσταση, πριν αποταθεί σε ειδικούς;
Η πρόληψη στο αρχικό στάδιο σημαίνει έγκαιρη αναγνώριση συμπεριφορών που συσχετίζονται με κάποια διατροφική διαταραχή άρα και γνώση των γονέων σε ότι αφορά πρώιμα σημάδια της νόσου .Ο γονιός καλείται να υιοθετήσει μια προσέγγιση που μειώνει το άγχος αντί να το αυξάνει. Ο γονιός βοηθά όταν μιλά ήρεμα και συγκεκριμένα για όσα βλέπει, χωρίς κατηγορίες, όταν δείχνει ενδιαφέρον για το «τι δυσκολεύει» το παιδί αντί να το πιέζει να «συμμορφωθεί», και όταν κρατά μια σταθερή δομή γευμάτων που προσφέρει ασφάλεια. Τα συχνότερα λάθη είναι οι φράσεις «απλώς φάε» ή «το κάνεις για προσοχή», οι πιεστικές διαπραγματεύσεις και οι τιμωρίες, ο συνεχής έλεγχος που γίνεται καταδίωξη, τα σχόλια για βάρος/σώμα, η κανονικοποίηση της δίαιτας στο σπίτι και η καθυστέρηση αναζήτησης βοήθειας επειδή «είναι φάση της εφηβείας».
Στην πράξη, όσο πιο γρήγορα ζητηθεί βοήθεια όταν υπάρχει απώλεια βάρους, έντονο άγχος γύρω από το φαγητό ή λειτουργική έκπτωση, τόσο καλύτερη είναι η πρόγνωση.
Στο Κέντρο υποστηρίζετε πως «οι γονείς είναι η βασικότερη πηγή ανάρρωσης». Αλλά αν οι ίδιοι είναι τελικά η πηγή της νόσου;
Το ότι οι γονείς είναι η βασικότερη πηγή ανάρρωσης δεν σημαίνει ότι οι γονείς «δεν επηρεάζουν ποτέ» ή ότι όλες οι οικογένειες είναι ιδανικές. Σημαίνει ότι η θεραπεία, ειδικά στην παιδική και εφηβική ηλικία, χρειάζεται ένα σταθερό, υποστηρικτικό περιβάλλον και οι γονείς είναι οι άνθρωποι που μπορούν να το δημιουργήσουν πιο άμεσα. Ακόμη κι αν υπάρχουν οικογενειακές δυσκολίες, κριτική, συγκρούσεις ή ιστορικό δίαιτας, οι διατροφικές διαταραχές είναι πολυπαραγοντικές και δεν αποδίδονται σε έναν «ένοχο». Η ουσία είναι ότι οι γονείς, με σωστή καθοδήγηση, μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο επικοινωνίας, να μειώσουν τους παράγοντες που συντηρούν τη νόσο, να στηρίξουν τη σίτιση/ρύθμιση και να γίνουν ο βασικός σύμμαχος του παιδιού απέναντι στη διαταραχή.
Πόσο γρήγορα ή όχι θεραπεύεται ένα παιδί; Μπορεί μια διατροφική διαταραχή να ξεπεραστεί τελείως ή θα υπάρχει πάντα κίνδυνος να υποτροπιάσει, ακόμη και πολλά χρόνια μετά; Γίνεται followup;
Η ταχύτητα ανάρρωσης διαφέρει σημαντικά από παιδί σε παιδί και εξαρτάται από το πόσο νωρίς εντοπίστηκε η διαταραχή, τη βαρύτητα, τους ιατρικούς κινδύνους, τις συννοσηρότητες και τη συνέπεια της θεραπείας. Σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά όταν η παρέμβαση είναι έγκαιρη, μπορεί να υπάρξει ουσιαστική και πλήρης ανάρρωση, όμως χρειάζεται να ξέρουμε ότι υπάρχει πιθανότητα υποτροπής, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονου στρες ή μεγάλων μεταβάσεων (π.χ. εξετάσεις, αλλαγή σχολείου, απομάκρυνση για σπουδές). Γι’ αυτό το follow-up είναι συχνά χρήσιμο: στην αρχή γίνεται πιο στενά, ενώ όταν σταθεροποιηθεί η κατάσταση αραιώνει, και επανενισχύεται προληπτικά όταν υπάρχουν ενδείξεις κινδύνου ή νέα στρεσογόνα γεγονότα.
Μπορεί μια διατροφική διαταραχή να εκδηλωθεί στην αρχή της ενήλικης ζωής χωρίς καμία ένδειξη πριν από αυτό;
Ναι, μια διατροφική διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί στην αρχή της ενήλικης ζωής χωρίς εμφανείς προηγούμενες ενδείξεις, επειδή η μετάβαση στην ενήλικη ζωή φέρνει συχνά νέες πιέσεις, αλλαγή περιβάλλοντος, απώλεια δομής, αυξημένη αυτονομία στη διατροφή, αλλαγές σώματος και έντονο στρες. Μπορεί να ξεκινήσει από μια «αθώα» δίαιτα ή από μια περίοδο που το άτομο προσπαθεί να ανακτήσει τον έλεγχο της ζωής και των συναισθημάτων του και να εξελιχθεί χωρίς το περιβάλλον να έχει παρατηρήσει νωρίτερα σαφή σημάδια, ειδικά αν το άτομο ήταν λειτουργικό και συνεπή στις υποχρεώσεις του.
Πότε όμως μια διατροφική διαταραχή θεωρείται επικίνδυνη; Αν φτάσουμε σε νοσηλεία, τι σημαίνει αυτό για τον ασθενή;
Μια διατροφική διαταραχή θεωρείται επικίνδυνη όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι απειλείται η σωματική ή ψυχική ασφάλεια, όπως ταχεία ή μεγάλη απώλεια βάρους, λιποθυμικά επεισόδια, σοβαρή κόπωση, αρρυθμίες, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, αφυδάτωση, αδυναμία να διατηρηθεί βασική θρέψη, ή αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοτραυματισμός. Η νοσηλεία, όταν χρειάζεται, σημαίνει ότι απαιτείται ιατρική σταθεροποίηση και στενή παρακολούθηση για να γίνει η επανασίτιση με ασφάλεια και να προληφθούν επικίνδυνες επιπλοκές. Δεν είναι «τιμωρία» ούτε «αποτυχία», αλλά το κατάλληλο επίπεδο φροντίδας σε μια φάση αυξημένου κινδύνου.
Υπάρχει κρατική υποστήριξη για θεραπείες Δ.Δ. στην Ελλάδα; Αν δηλαδή μια οικογένεια δεν διαθέτει τα χρήματα για να απευθυνθεί στο Κέντρο, υπάρχει κάποια οικονομική ενίσχυση από τα ασφαλιστικά ταμεία;
Στην Ελλάδα υπάρχει κάποια μορφή υποστήριξης, αλλά συχνά δεν είναι όσο άμεσα προσβάσιμη όσο θα θέλαμε, λόγω διαθεσιμότητας εξειδικευμένων υπηρεσιών, γεωγραφικών διαφορών και χρόνων αναμονής. Υπάρχουν δημόσιες δομές και νοσοκομειακά ιατρεία που μπορούν να αναλάβουν αξιολόγηση και θεραπευτική παρακολούθηση. Παράλληλα, υπάρχουν και μη κερδοσκοπικοί/εξειδικευμένοι φορείς που παρέχουν δωρεάν ή χαμηλού κόστους υπηρεσίες, οπότε για μια οικογένεια που δεν μπορεί να καλύψει ιδιωτική φροντίδα έχει αξία να κατευθυνθεί οργανωμένα προς δημόσιες υπηρεσίες και εξειδικευμένους φορείς ώστε να μη μείνει χωρίς θεραπευτική υποστήριξη.
Πως χτίζουμε υγιή σχέση του παιδιού με το φαγητό;
Η υγιής σχέση με το φαγητό χτίζεται από πολύ νωρίς μέσα τη οικογενειακή σταθερότητα, και όχι μέσα από «τέλειους» και άκαμπτους κανόνες. Η ύπαρξη σταθερών γευμάτων και σνακ σε ήρεμο περιβάλλον, όπου αποφεύγεται η πίεση για «άδειο πιάτο» και οι διαρκείς διαπραγματεύσεις, και η διχοτόμηση τύπου «καλή/κακή» ή σύνδεση με κιλά. Πολύ σημαντικό να επισημάνω, ότι καλό είναι οι γονείς να αποφεύγουν συζητήσεις γύρω από δίαιτες και σχόλια για σώματα στο σπίτι, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από το παράδειγμα. Όταν βλέπουν τους ενήλικες να τρώνε ποικιλία χωρίς ενοχές, να ακούν τα σήματα πείνας/κορεσμού και να αντιμετωπίζουν το σώμα με σεβασμό, μειώνεται σημαντικά το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί μια διατροφική διαταραχή. Επίσης, είναι χρήσιμο να μην χρησιμοποιείται η τροφή ως κύριο ανταμοιβή ή παρηγοριά, ώστε το παιδί να μάθει να ρυθμίζει τα συναισθήματά του με περισσότερους από έναν τρόπους και να μην συνδέσει τη τροφή με ενοχή, έλεγχο ή ανακούφιση.
Πως σας επηρεάζει σε προσωπικό επίπεδο η δουλειά σας;
Σε προσωπικό επίπεδο, αυτή η δουλειά είναι απαιτητική και συγκινησιακά φορτισμένη. Η επαφή με παιδιά και εφήβους που υποφέρουν, αλλά και με γονείς που νιώθουν φόβο, ενοχή ή απόγνωση, δεν μπορεί να αφήσει κάποιον ανεπηρέαστο. Υπάρχουν στιγμές βαρύτητας, ευθύνης και ανησυχίας, ειδικά όταν η κατάσταση είναι ιατρικά επικίνδυνη. Ταυτόχρονα όμως, η δουλειά αυτή είναι βαθιά νοηματοδοτική: το να βλέπεις σταδιακά ένα παιδί να ξαναβρίσκει ενέργεια, διάθεση, σχέση με το σώμα και το φαγητό του, να επιστρέφει στη ζωή του, λειτουργεί και ως αντίβαρο στη δυσκολία.
Ποιο είναι το σημαντικότερο γεύμα της δικής σας ημέρας; Υπάρχει, στην ημέρα ή στην εβδομάδα σας, μια έντονη στιγμή συνειδητότητας, ότι για κάποιους δεν είναι καθόλου δεδομένο να απολαμβάνουν κάτι τόσο απλό, όπως ένα γεύμα; Νιώθετε υπερήφανη για όσους, με τη βοήθειά σας, κατάφεραν να το ξεπεράσουν;
Αν έπρεπε να απαντήσω ποιο είναι το σημαντικότερο γεύμα της δικής μου ημέρας, δεν θα έλεγα απαραίτητα ένα συγκεκριμένο γεύμα, αλλά τη στιγμή που μπορώ να απολαύσω τη τροφή με ηρεμία και παρουσία, χωρίς βιασύνη. Υπάρχουν όντως στιγμές, συχνά σιωπηλές, όπου συνειδητοποιώ έντονα ότι αυτό που για εμάς μπορεί να είναι δεδομένο, να καθίσουμε και να απολαύσουμε το φαγητό μας, για τους ασθενείς μου είναι πηγή φόβου, άγχους ή πόνου. Αυτή η συνειδητότητα εμφανίζεται καμιά φορά όταν βλέπω έναν έφηβο που κάποτε πάλευε με κάθε μπουκιά, να μιλά πια για φαγητό χωρίς τρόμο ή να συμμετέχει ξανά σε ένα οικογενειακό τραπέζι. Εκείνες τις στιγμές νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη και υπερηφάνεια, όχι μόνο για τη δική μου συμβολή, αλλά κυρίως για τη δύναμη και την προσπάθεια των ίδιων των παιδιών και των οικογενειών τους, γιατί η ανάρρωση δεν είναι ποτέ κάτι απλό ή αυτονόητο είναι μια καθημερινή κατάκτηση.
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου