Απαγόρευση social media: Τι λένε ειδικοί, γονείς και παιδιά για την ψηφιακή ενηλικίωση στα 15
Share this
Φωτογραφία: Eurokinissi
Η Ελλάδα εξετάζει την καθιέρωση της απαγόρευσης χρήσης social media μέχρι τα 15 έτη, ακολουθώντας το παράδειγμα και άλλων χωρών. Το μέτρο στοχεύει στην προστασία των ανηλίκων από τους ψηφιακούς κινδύνους, εγείροντας όμως ερωτήματα για την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητά του.
Μετά την Ισπανία και τη Γαλλία, η Ελλάδα σχεδιάζει την καθιέρωση της λεγόμενης «ψηφιακής ενηλικίωσης» στα 15 έτη, με στόχο την προστασία των ανηλίκων από μια σειρά κινδύνων που συνδέονται με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Από την έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο, την παραπληροφόρηση, τις διαδικτυακές απάτες και τον διαδικτυακό εκφοβισμό, έως τις επιπτώσεις στον ύπνο, τη διάθεση, την αυτοεκτίμηση και την ψυχική υγεία, το ζήτημα έχει σαφώς πολλές και διαφορετικές προεκτάσεις.
Σε τεχνικό επίπεδο, η απαγόρευση χρήσης social media για άτομα κάτω από ένα συγκεκριμένο ηλικιακό όριο προϋποθέτει την αξιόπιστη επαλήθευση της ηλικίας του χρήστη. Εκεί όμως εντοπίζονται σοβαρά εμπόδια: μια «χαλαρή» επαλήθευση μπορεί να παρακαμφθεί εύκολα, ενώ μια αυστηρή διαδικασία ενδέχεται να θίξει την προστασία προσωπικών δεδομένων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημοσιεύσει κατευθυντήριες γραμμές που προτείνουν ακριβείς μεθόδους επαλήθευσης ηλικίας, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μηχανισμός που να μπορεί να εφαρμοστεί καθολικά και χωρίς νομικά ή τεχνικά κενά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αυστραλία, η οποία τον Δεκέμβριο του 2025 θέσπισε ελάχιστο όριο ηλικίας τα 16 έτη για την πρόσβαση σε ορισμένες πλατφόρμες. Εκεί, ωστόσο, η ευθύνη της επαλήθευσης – και τα αντίστοιχα πρόστιμα – βαραίνουν τις ίδιες τις πλατφόρμες και όχι τους ανήλικους χρήστες ή τις οικογένειές τους. Στην Ευρώπη, αντίθετα, οι χώρες εξακολουθούν να αναζητούν μια κοινά αποδεκτή λύση. Στη Γαλλία, το όριο των 15 ετών προβλέπεται από τον νόμο, όμως η εφαρμογή του έχει «παγώσει» λόγω της απουσίας εγκεκριμένου μηχανισμού επαλήθευσης και των περιορισμών που απορρέουν από το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο.
Social media και εφηβεία
Τα παιδιά που σήμερα φοιτούν στο Γυμνάσιο (12–15 ετών) και επηρεάζονται περισσότερο από το υπό συζήτηση μέτρο, μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου τα social media αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας. Δεν λειτουργούν μόνο ως μέσο επικοινωνίας, αλλά και ως πηγή ενημέρωσης, ψυχαγωγίας και κοινωνικοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση γύρω από μια οριζόντια απαγόρευση εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά σε μια πραγματικότητα ήδη βαθιά ψηφιοποιημένη. Μήπως τελικά η απαγόρευση σε μια τόσο «προχωρημένη» κατάσταση, μοιάζει σαν να προσπαθούμε να γυρίσουμε πίσω το ποτάμι;
Σε ερευνητική εργασία του κ. Γιώργου Ντούτσουλη, προέδρου της πρώτης Ένωσης Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων του Δήμου Βάρης- Βούλας -Βουλιαγμένης), στην οποία συμμετείχαν 230 άτομα (μαθητές 12-16 ετών, γονείς και εκπαιδευτικοί από τον Δήμο ΒΒΒ), τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) καταγράφηκαν ως παράγοντας υψηλού κινδύνου με σύνθετο δείκτη, 19,4 με μέγιστο το 20. Ο σύνθετος αυτός δείκτης προκύπτει από τη συνδυαστική αξιολόγηση πολλαπλών παραμέτρων, όπως η ένταση χρήσης, η έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο και η επίδραση στη συμπεριφορά των ανηλίκων. Παράλληλα, η έρευνα κατέδειξε ότι η επιρροή συνομηλίκων, αλλά και η αναπαραγωγή περιστατικών βίας από τα ΜΜΕ και τα social media, λειτουργούν ως επιταχυντές.
Ο κ. Ντούτσουλης εξηγεί στο NouPou: «Η εφηβεία χαρακτηρίζεται από αυξημένη ευαισθησία στην κοινωνική επιβράβευση και ατελή ακόμη ικανότητα εκτελεστικού ελέγχου, καθιστώντας τις πλατφόρμες αυτές ιδιαίτερα ελκυστικές, κάτι που βέβαια και οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες αυτών των μέσων χρησιμοποιούν. Το πρόβλημα, επομένως, είναι πραγματικό. Ωστόσο, η ίδια έρευνα ανέδειξε και ένα κρίσιμο στοιχείο: Οι έφηβοι τείνουν να υποεκτιμούν τον κίνδυνο, ενώ οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί συχνά τον υπερεκτιμούν. Σε αυτό το χάσμα, μια απότομη, γενική απαγόρευση της χρήσης social media, χωρίς σχέδιο μετάβασης, μπορεί να αυξήσει την ένταση στο σπίτι και να ενισχύσει τη μυστικότητα».
Όπως σημειώνει, από τη σκοπιά της διαχείρισης κινδύνου, η απαγόρευση «μειώνει την άμεση έκθεση, αλλά μετακινεί τον κίνδυνο από το ορατό στο αόρατο», καθιστώντας τον δυσκολότερο στη διαχείριση. «Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η οριζόντια απαγόρευση, όταν δεν συνοδεύεται από θεσμική ενίσχυση, λειτουργεί περισσότερο ως προσωρινή διαχείριση κρίσης παρά ως δομική και συστημική λύση».
Η ίδια έρευνα δείχνει, ωστόσο, ότι βρισκόμαστε ήδη σε συνθήκες κρίσης. Σύμφωνα με τον κ. Ντούτσουλη, αυτό μπορεί να δικαιολογεί την απαγόρευση, όχι ως μόνιμο μέτρο, αλλά ως μεταβατική παρέμβαση μέχρι να δημιουργηθεί ένα σταθερό πλαίσιο ασφάλειας.
Η κα Στέλλα Σανταμούρη, ψυχολόγος παιδιών και εφήβων, θεωρεί ότι το μέτρο έχει ήδη αργήσει να εφαρμοστεί. Παρατηρεί έντονα σημάδια εθισμού, κυρίως σε παιδιά Γυμνασίου, και μια διαρκή αγωνία για «παρουσία» στα social media, ακόμη και σε στιγμές που απαιτούν συγκέντρωση και αποσύνδεση. Όπως αναφέρει, ακόμη και στο πλαίσιο θεραπευτικών συνεδριών, τα παιδιά δυσκολεύονται να αποχωριστούν το κινητό τους.
«Πέρα από την ανάγκη για επικοινωνία, θεωρώ ότι μεγάλο μέρος του προβλήματος εστιάζεται στη γρήγορη πρόσβαση σε αφιλτράριστη πληροφορία, σε συνδυασμό με την έλλειψη ώριμης κρίσης», σημειώνει. «Μέχρι τα 15 έτη, τα παιδιά επηρεάζονται έντονα από εικόνες και απόψεις που προβάλλονται στα social media. Πριν αναπτύξουν κριτική σκέψη, καταναλώνουν έτοιμο περιεχόμενο και υιοθετούν τάσεις που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες, όπως τα λεγόμενα “challenges θανάτου”. Θα πρέπει λοιπόν, να υπάρχει αυστηρός έλεγχος πρόσβασης στο περιεχόμενο που καταναλώνουν».
Τι λένε τα ίδια τα παιδιά
Μιλώντας με μαθητές Γυμνασίου, προκύπτει συχνά μια θολή αντίληψη για το τι ακριβώς συνιστά «social media». Οι περισσότεροι αναφέρουν πλατφόρμες όπως Instagram, TikTok, Snapchat και YouTube, ενώ εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων, όπως το viber και το messenger, κινούνται σε μια γκρίζα ζώνη.
Η Λυδία, 14 ετών, θεωρεί ότι «τα social media είναι τρόπος επικοινωνίας και ενημέρωσης», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι για κάποιους αποτελούν πηγή διάσπασης προσοχής. «Σε προσωπικό επίπεδο, η απαγόρευση θα με επηρεάσει κυρίως σε επίπεδο κοινωνικοποίησης», λέει.
Η Νικόλ, επίσης 14 ετών, κατανοεί την πρόθεση προστασίας, αλλά θεωρεί το όριο αυστηρό. «Σίγουρα έχουν συμβεί περιστατικά και λαμβάνονται τέτοια μέτρα, όπως για παράδειγμα το να σε τραβούν βίντεο χωρίς τη θέλησή σου. Προσωπικά, δεν θα μου είναι εύκολο, το παραδέχομαι ότι ασχολούμαι καθημερινά με τα social media. Θα είναι για εμένα μεγάλη αλλαγή. Αν όμως εφαρμοστεί σταθερά, θα συνηθίσω. Ίσως μου κάνει και καλό», παραδέχεται.
«Είναι λίγο υπερβολικό να το απαγορεύσεις, δεν μου αρέσει πολύ», λέει από την πλευρά του ο Κωνσταντίνος, 13 ετών. «Συμφωνώ να υπάρχουν όρια και μέτρο, αλλά όχι απαγόρευση».
Ένα άλλο ζητούμενο στη χρήση social media σε πολύ νεαρές ηλικίες αφορά στην υπερέκθεση και στην χωρίς κανέναν έλεγχο διακίνηση προσωπικών δεδομένων. Η Αριάνα, 13 ετών, μαθήτρια στη Β’ Γυμνασίου, κρίνει την απαγόρευση ως λογικό μέτρο. «Τα περισσότερα παιδιά ανεβάζουν πολλά στοιχεία για τον εαυτό τους, δίνουν πληροφορίες που δεν χρειάζεται να υπάρχουν στο διαδίκτυο. Χωρίς έγκριση των γονέων φτιάχνουν λογαριασμούς και δίνουν ανεξέλεγκτα πληροφορίες για τους ίδιους και την οικογένειά τους. Προσωπικά, προτιμώ να μην υπάρχει τόση πληροφορία για μένα online».
Συνολικά, οι μαθητές τείνουν να αποδέχονται το μέτρο περισσότερο όταν αφορά «τους άλλους», θεωρώντας ότι οι ίδιοι κάνουν ορθολογική χρήση – μια στάση που επιβεβαιώνει πόσο δύσκολο είναι να οριστεί το όριο μεταξύ υπερβολής και υπεύθυνης χρήσης. Υπάρχει μικρή και μεγάλη έκθεση; Υπάρχει τελικά, καλή και κακή χρήση; Και πώς μετριέται; Σε ώρες, δηλαδή ποσοτικά, ή σε ποιότητα, για παράδειγμα στην κατανάλωση συγκεκριμένου περιεχομένου;
Η Μαρία Κ., μητέρα μαθήτριας Γυμνασίου, έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη ερώτημα: Θα εφαρμοστεί η απαγόρευση, ή θα βρεθεί τρόπος εκ μέρους των μαθητών για να την παρακάμψουν; «Πιστεύω ότι οι νέοι θα βρουν τρόπο να συνδεθούν και πάλι» σχολιάζει. Ποια θα μπορούσε να είναι λοιπόν η λύση;
«Τα social media δεν είναι ο αντίπαλος. Η ανάπτυξη κριτικής σκέψης είναι το ζητούμενο»
Ο Θεοκλής Τσολακίδης, μαθηματικός και συνιδιοκτήτης φροντιστηρίου στη Βούλα, θεωρεί ότι η απαγόρευση σε παιδιά κάτω των 15 ετών μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως προσωρινό μέτρο. «Είναι ένα μέτρο προς τη σωστή κατεύθυνση, αρκεί να είναι προσωρινό. Θετικό, γιατί με τη μόνιμη προσκόλληση των παιδιών στο κινητό τους, και κυρίως στο scrolling, φτάσαμε να έχουμε μια γενιά που έχει μάθει να παίρνει την πληροφορία σε δευτερόλεπτα και οποιοσδήποτε άλλος τρόπος να δεχτεί πληροφορία και γνώση είναι βαρετός έως και βασανιστικός για αυτήν. Αποτέλεσμα; Μαθητές που δεν μπορούν να εστιάσουν, δεν αντέχουν να είναι συγκεντρωμένοι πάνω από μισή ώρα και τελικά, είναι εξαρτημένοι από την οθόνη του κινητού τους. Άρα η απαγόρευση θα περιορίσει σε ένα βαθμό αυτήν την εξάρτηση. Όμως, όπως κάθε απαγόρευση στην ανθρώπινη ιστορία – και ιδιαίτερα σε νέους – μακροπρόθεσμα φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα. Κάθε τι απαγορευμένο γίνεται πιο γοητευτικό. Αντιμετωπίζεται και ως αφορμή για πάλη απέναντι στην “εξουσία “, και τελικά καταλήγει να δαιμονοποιείται ως ενέργεια επιβολής και όχι προστασίας. Ειδικά όταν μιλάμε για ηλικίες 13 έως 15».
«Η ουσιαστική λύση είναι η εκπαίδευση στο πώς θα ζουν σε έναν κόσμο με social media», τονίζει. «Τα social media δεν είναι ο αντίπαλος. Η ανάπτυξη αυτοελέγχου και κριτικής σκέψης είναι το ζητούμενο».
Στο ίδιο πνεύμα, ο κ. Ντούτσουλης υπογραμμίζει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο δίλημμα «απαγόρευση ή χάος». Όπως εξηγεί, υπάρχουν δύο βασικές κατευθύνσεις πολιτικής: μια προσωρινή γενική απαγόρευση για άμεση μείωση της έκθεσης και, σε δεύτερο χρόνο, μια ισχυρή ρύθμιση των ίδιων των πλατφορμών: «Περιορισμός αλγοριθμικής ενίσχυσης, απενεργοποίηση άπειρου scroll για ανηλίκους, υποχρεωτική διαφάνεια δεδομένων και αυστηρά πρόστιμα για παραβίαση από τους ιδιοκτήτες των πλατφορμών αυτών. Αυτή η επιλογή μειώνει την έκθεση στον κίνδυνο χωρίς να κάνει το παιδί “κυνηγό παράκαμψης”. Αν αυτό συνοδευτεί από συστηματική ψηφιακή εκπαίδευση ενταγμένη στο σχολικό πρόγραμμα, κατανόηση της νευροανάπτυξης στην εφηβεία, εκπαίδευση γονέων και σαφή σχολικά πρωτόκολλα, τότε είναι βέβαιο ότι θα αυξηθεί η ικανότητα διαχείρισης και η ανθεκτικότητα όχι μόνο των νέων αλλά και των γονέων και εκπαιδευτικών, με μακροπρόθεσμη σταθερότητα».