Παλαιό Φάληρο: Μια πόλη γεμάτη αναμνήσεις, σε μια εποχή έντονων αλλαγών
Η Νότια συγγραφέας Πολύμνια Ρέγκου γράφει για το Παλαιό Φάληρο των αναμνήσεών της, για τις γειτονιές που μύριζαν θάλασσα και γιασεμί, για τα νεοκλασικά που στέκουν ακόμη πεισματικά όρθια, αλλά και για τη σταδιακή αλλοίωση μιας πόλης που υποχωρεί μπροστά στην έντονη αστικοποίηση.
- Πολύμνια Ρέγκου
- 23/02/2026 09:53
Υπάρχουν μέρες που η μυρωδιά της θάλασσας ορμά στο σπίτι μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. Μέρες που ο νοτιάς γεννά υγρασία και την σκορπά στους δρόμους, στα αμάξια, στα ρούχα. Νύχτες καλοκαιρινές, όπου οι ήχοι της μουσικής από κάποια συναυλία, μπλέκονται με ανθρώπινες φωνές και γέλια, νικούν τη βοή της λεωφόρου και φτάνουν σε όλες τις γειτονιές, ξεσηκώνοντας και τον πιο βαριεστημένο. Κι είναι όμορφες αυτές οι γειτονιές, όσο ακόμη υπάρχουν. Μιλώ για το Παλαιό Φάληρο, ένα από τα πιο εντυπωσιακά προάστια της πρωτεύουσας.
Περπατώ αφηρημένα χωρίς προορισμό. Έτσι κι αλλιώς όσο προχωρώ προς το Νότο ξέρω πως θα γεμίσει το βλέμμα μου γαλάζιο, αργά ή γρήγορα. Η θάλασσα είναι παντού σε αυτή την περιοχή. Είναι ο πυρήνας, το σημείο αναφοράς, η καρδιά του τόπου. Τόσο κοντά στο κέντρο της Αθήνας, μα και τόσο μακριά κι αλλιώτικα. Περιστέρια και γλάροι μπλέκονται στην άσφαλτο, σε μια άνιση μάχη για το δικαίωμα στο τσιμπολόγημα. Νικά πάντα ο πιο δυνατός. Πεύκα γέρνουν από το βάρος των χρόνων, ξεπηδώντας από ξεχαρβαλωμένες πλάκες πεζοδρομίων, που δε μπορούν να αντισταθούν άλλο στις επίμονες ρίζες τους. Πράσινοι παπαγάλοι καμουφλαρισμένοι μέσα στις φυλλωσιές, κράζουν δυνατά.
Ρουφώ κάθε εικόνα, γιατί δυστυχώς έπαψε να αντιστέκεται η περιοχή στην έντονη αστικοποίηση. Σταμάτησε να πολεμά για να κρατήσει το παλιό της ύφος. Μπουλντόζες πληγώνουν το έδαφος, γκρεμίζουν παλιές μονοκατοικίες και αρχοντικά. Γερανοί τραυματίζουν τη θέα του ουρανού και της ακτής. Σύγχρονες πολυκατοικίες παντού. Η Αθηναϊκή Ριβιέρα πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο.
Την ώρα που πνίγομαι από το ύψος των νέων κτιρίων, μια ανάσα παλιάς αρχοντιάς μου φέρνει πάλι αισιοδοξία. Ένα όμορφο νεοκλασικό, κάτω από τη σκιά ενός πολυώροφου οικοδομήματος, επιμένει ακόμη. Προβάλει την ανεπιτήδευτη κομψότητα του, θυμίζοντας τις ημέρες δόξας αυτού του τόπου. Τότε που στις γειτονιές μύριζε γαζία και γιασεμί και που τις νύχτες η ευωδία του νυχτολούλουδου μπλεκόταν με την αλμύρα. Τότε που η μελωδία από κάποιο πιάνο, έφερνε χαμόγελο στα χείλη ή δάκρυα στα μάτια.
Κοιτώ πιο προσεχτικά. Ψάχνω. Τέτοια σπιτικά υπάρχουν ακόμη. Όσο πλησιάζω στη θάλασσα πυκνώνουν. Έτσι γινόταν πιο παλιά. Οι αστοί επέλεγαν την ακτογραμμή για να φτιάξουν τα εξοχικά τους. Ερχόντουσαν οι Αθηναίοι να κάνουν τα μπάνια τους, να σεργιανίσουν στην παραλία, να γευτούν φρέσκα ψαρικά στα γραφικά ταβερνάκια. Το καλοκαίρι περνούσε γρήγορα μα εκείνοι αρνιόντουσαν να φύγουν. Αργότερα έφτασε το τραμ, άνοιξε ο κεντρικός δρόμος και η παραλιακή. Γίνηκε εύκολη η πρόσβαση. Τα εξοχικά μετατράπηκαν σε μόνιμες κατοικίες. Ο πληθυσμός αυξήθηκε.
Ήρθαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και έφτιαξαν μικρότερα σπίτια, πιο ταπεινά στα βόρεια του δήμου. Ταπεινά μα εξίσου όμορφα, με αυλές κι ασβεστωμένους τοίχους. Μπλέχτηκαν οι γιορτές και τα έθιμα με εκείνα των Ελλαδιτών.

Άνοιγαν οι πόρτες των μονοκατοικιών το Πάσχα και τα κεράσματα έδιναν κι έπαιρναν στις γειτονιές και τα καφενεία. Σμυρναίικα, νησιώτικα και λαϊκά τραγούδια ενώθηκαν στις γιορτές και τα πανηγύρια. Καλούδια ανταλλάσσονταν από του εύφορους κήπους. Έδινε ο γείτονας λεμόνια, για λίγες πιπεριές ή κρεμμυδάκια. Περνούσε ο παγοπώλης με το κάρο μοιράζοντας την υπόσχεση της δροσιάς και της φρεσκάδας.
Πόση ώρα περπατώ, ξεχάστηκα. Κοιτώ το όνομα του δρόμου, Νηρηίδων. Δίπλα είναι η οδός Ήβης Αθανασιάδου. Ευτυχώς το αρχοντικό της ηρωίδας στέκει ακόμη αλώβητο. Μικροί θησαυροί που πρέπει να μείνουν όρθιοι. Δεν ξέρω πώς μπορεί να γίνει αυτό. Δεν είναι εύκολη η διατήρηση τους. Απαιτούνται χρήματα, χρόνος και μεράκι.
Πολλά σπίτια κατοικούνται ακόμη. Ιδιοκτήτες θαρραλέοι και πεισμωμένοι τα συντηρούν. Άνθρωποι που αρνούνται να εγκλωβιστούν σε ένα άχαρο διαμέρισμα. Κάποια πωλούνται. Πρέπει να ζητούν πολλά λεφτά. Μόνο όποιος αγαπά τη νεοκλασική κομψότητα και την παράδοση, μπορεί να επενδύσει. Ένα ή δύο έχουν μετατραπεί σε παιδικούς σταθμούς. Ευλογία σκέφτομαι. Τύχη μεγάλη να αντηχούν παιδικά γέλια και φωνές στους τοίχους και τους εξωτερικούς χώρους. Πιο κάτω μια ταβέρνα στεγάζεται σε μια παλιά μονοκατοικία. Έστω… Τουλάχιστον υπάρχει ακόμη. Λευκά σκαλοπάτια, ξύλινες πόρτες, μεταλλικά ποδόμακτρα. Με ρώτησε κάποτε ο μικρός μου τι ήταν αυτή η μεταλλική κατασκευή πλάι σε μια εξώπορτα. Δεν ήξερα πως λεγόταν. «Για τις λάσπες..» θυμάμαι πως είπα, «… έξυναν τις λάσπες από τις σόλες πριν μπουν στο σπιτικό». Τυχερός ο πιτσιρικάς. Πρόλαβε να δει κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμη θα στέκονται όρθια τα ποδόμακτρα.

Φωτογραφίζω. Απαθανατίζω. Να έχω κάτι να δείξω στα παιδιά μου, σα θυσιαστούν και τα τελευταία όρθια νεοκλασικά, στο βωμό της ανοικοδόμησης και του κέρδους.
Χάνει η πόλη μου την παλιά της αίγλη. Αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσε να την κρατήσει ακόμη. Να γίνει το Παλαιό Φάληρο μια διατηρητέα περιοχή, κάτι σαν την Κηφισιά του Νότου. Γράφω, σκαρώνω ιστορίες για οικογένειες που έμεναν σε σπίτια καλόγουστα με κήπο και αυλή. Δεν έχω άλλο όπλο. Φωτογραφίζω, γράφω, απαθανατίζω…