Το τελευταίο old-school σουβλάκι της Καλλιθέας: Η ιστορία του «Λευτέρη» στις Τζιτζιφιές
Share this
Ο «Λευτέρης» στις Τζιτζιφιές σερβίρει από το 1969 ένα αυθεντικό, old-school σουβλάκι χωρίς σάλτσες και περιττά υλικά, κρατώντας ζωντανή την πιο απλή και γνήσια εκδοχή του αγαπημένου street food της Αθήνας.
Σε ένα μαγαζί που μοιάζει χαμένο στις γειτονιές των Τζιτζιφιών, θα βρεις ίσως το τελευταίο old-school σουβλάκι των νοτίων προαστίων. Ο «Λευτέρης» της Καλλιθέας, που βρίσκεται στο ίδιο σημείο, στη Ξενοφώντος 146, από τον Δεκέμβρη του 1969, εξακολουθεί να τιμά την παράδοση των πρώτων τυλιχτών που παρασκευάστηκαν σε αυτήν την πόλη, με την απλότητα και τη νοστιμιά που πρέπει να έχει το πιο αγαπημένο street food των Eλλήνων.
Ο Λευτέρης Σταματίου ήρθε στην Αθήνα από το Καρλόβασι της Σάμου στα τέλη της δεκαετίας του ’60, σε ηλικία περίπου 30 ετών. Όπως αφηγείται στο NouPou ο γιoς του και σημερινός ιδιοκτήτης της επιχείρησης, Γιώργος, ο πατέρας του «ήταν ένας άνθρωπος σκληρά εργαζόμενος», που στο νησί τον χειμώνα δούλευε ως πλανόδιος σουβλατζής –αρχικά με ποδήλατο και έπειτα με τρίκυκλο, το οποίο είχε διαμορφώσει έτσι ώστε στο μπροστινό μέρος, αντί για μπαγκαζιέρα, να υπάρχει μια φορητή ψησταριά. Πρωτοπόρος και πρακτικός, το καλοκαίρι αντικαθιστούσε την ψησταριά με ένα φορητό ψυγείο που λειτουργούσε με πάγο και αλάτι, ώστε να πουλά παγωτά.
Στην Αθήνα τον έφερε ένας συντοπίτης του, ο κύριος Γιώργος, μαζί με τη σύζυγό του, Φωτεινή, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα λίγα χρόνια νωρίτερα και του πρότειναν να ανοίξουν μαζί ένα μαγαζί. Ήταν η εποχή που ο κόσμος εγκατέλειπε σιγά σιγά την επαρχία με την ελπίδα μια καλύτερης ζωής στην Αθήνα. «Είχε καταφέρει να κάνει ένα καλό κομπόδεμα και, όταν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία –είχαν ήδη έρθει και τα αδέρφια του– αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του», λέει ο Γιώργος.
Οι δυο άντρες είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας –περίπου 20 χρόνια– όταν άνοιξαν το μαγαζί και ήξεραν από την αρχή ότι το σουβλατζίδικο, που τα πρώτα χρόνια δεν είχε καν όνομα, ήταν η προίκα του κυρ Λευτέρη. Για αρκετό καιρό το μαγαζί το ήξεραν ως «Στη 12η», γιατί βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την αντίστοιχη στάση του λεωφορείου, ενώ αργότερα απέκτησε και το προσωνύμιο «Ο Καθαρός». «Ο λόγος ήταν ότι όλα λάμπανε», θυμάται ο Γιώργος. «Οι άνθρωποι φορούσαν τις άσπρες ποδιές τους και ήταν όλοι τύπος και υπογραμμός».
Μαζί με το μαγαζί, ο κυρ Λευτέρης σχεδόν αμέσως βρήκε και τη σύζυγό του, τη Βασιλική –Βασιλικούλα, Κούλα για τους φίλους και τους επί χρόνια πελάτες που τη ζητάνε πλέον με το υποκοριστικό. «Μικρό κορίτσι ήμουν όταν μπήκα εδώ», μου λέει η κυρία Βασιλική, που αποτελεί τον πιο σταθερό πυλώνα του μαγαζιού όλα αυτά τα χρόνια, και μου δείχνει φωτογραφίες από τα νιάτα της μέσα στην κουζίνα. Γεννημένη στο Κομπότι της Άρτας και αδερφή του γνωστού μουσικού Τάκη Σούκα, η καλλιτεχνική φύση κυλά και στις δικές της φλέβες. «Όλη την ώρα τραγουδάω», μου λέει. «Όλες τις στεναχώριες μου τις ξεπερνάω με το τραγούδι».
«Το μαγαζί στάθηκε στα πόδια του πολύ γρήγορα και με τη βοήθεια της μητέρας μου, η οποία ήταν βράχος δίπλα στον πατέρα μου. Το κρατήσανε όλοι μαζί για αρκετά χρόνια, μέχρι που λόγω ηλικίας, οι συνέταιροι του πατέρα μου ήθελαν να σταματήσουν και του πρότειναν να αγοράσει το μεριδιό τους», μου εξηγεί ο Γιώργος, ο οποίος γεννήθηκε τρία στενά παραπέρα, «σε ένα χαμόσπιτο στα προσφυγικά» της Καλλιθέας, και με περηφάνεια δηλώνει «γέννημα θρέμα Τζιτζιφιώτης».
Το μαγαζί έπιασε αμέσως, γιατί δούλευαν με ένα μικρό μενού και συγκεκριμένες ώρες, κάτι που τους βοηθούσε να προσφέρουν πάντα προϊόν καλής ποιότητας. Γι’ αυτό και μάζευε πολύ κόσμο, από κάθε κοινωνική τάξη. «Τότε ήταν στις μεγάλες του δόξες ο Ιππόδρομος, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Νιάρχος, ένα πολυσυλλεκτικό μέρος, το οποίο είχε φτωχούς και πλούσιους ανθρώπους μαζί», μου περιγράφει ο Γιώργος. Στα προσφυγικά της περιοχής έμεναν πολλοί από όσους δούλευαν στον Ιππόδρομο, όπως σταυλίτες και άλλοι εργαζόμενοι, ενώ στην περιοχή κυκλοφορούσαν και εκείνοι που ήταν οι πλούσιοι ιδιοκτήτες των αλόγων, τζόκεϊ και τζογαδόροι. Και όλοι αυτοί κάπου έπρεπε να φάνε. «Εδώ υπάρχει αυτός ο γάμος, που πέρασε από τον Ιππόδρομο στο Νιάρχος. Είναι φτωχολογιά με αριστοκρατία μαζί. Συζούν στον ίδιο τόπο».
Από τότε μέχρι σήμερα, από το μαγαζί έχουν περάσει καλλιτέχνες, αθλητές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί. «Παρόλο που δεν είμαστε κάπου κεντρικά, έχουμε κατά καιρούς πελάτες οι οποίοι είναι γνωστοί στους χώρους τους». Από τον Διονυσίου παλαιότερα και τη Χαρούλα Λαμπράκη μέχρι τον Θανάση Μάλαμα, τον Παντελή Θαλασσινό, τον Κυριαζή και τον Γιοκαρίνη. «Έχουμε φιλοξενήσει πολύ γνωστό κόσμο», λέει ο Γιώργος, με την κυρία Βασιλική να συμπληρώνει: «Ήταν πολύ φιλόξενος ο Λευτέρης μου. Ήταν ένας άνθρωπος που ένωνε».
Ο κυρ Λευτέρης, εκτός από πολύ καλός και ήρεμος άνθρωπος –δεν είχε μαλώσει ποτέ με τη σύζυγό του παρόλο που ήταν όλη τη μέρα μαζί– ήταν και άνθρωπος που ήθελε να δώσει στον γιο του όλα τα εφόδια και τα προσόντα που δεν είχε εκείνος μικρός, για να κάνει αυτό που είχε στο μυαλό του. «Εγώ είχα δυο πράγματα που μου άρεσαν», λέει ο Γιώργος. «Τη μουσική και τη πληροφορική. Και τα έκανα και τα δυο».
Για περίπου δέκα χρόνια εργαζόταν ως εκπαιδευτικός πληροφορικής, μέχρι που κάποια στιγμή η ζωή και η πραγματικότητα τον οδήγησαν σε μεγάλες αποφάσεις. «Ο πατέρας μου με βοήθησε να πραγματοποιήσω για αρκετά χρόνια το όνειρό μου. Αλλά έπεσα πάνω στη κρίση· ήμουνα για πολύ καιρό αναπληρωτής και ωρομίσθιος και έτρεχα από σχολείο σε σχολείο, ακόμα και σε άλλους νομούς».
Όταν λοιπόν παντρεύτηκε, σε συνεννόηση με τη σύζυγό του, Μαρία, και καθώς ο πατέρας του είχε πια μεγαλώσει και δεν μπορούσε να τα κάνει όλα μόνος του, αποφάσισαν να μπει για τα καλά στην οικογενειακή επιχείρηση. «Όλα περνάνε από τα χέρια μας», εξηγεί. «Έρχεται το κρέας, το κόβουμε, το διαλέγουμε, το καθαρίζουμε, το περνάμε στα καλαμάκια, φτιάχνουμε το μπιφτέκι, βάζουμε τα μπαχάρια, να το πλάσεις, να κάνεις τα μείγματα. Είναι πλήρως χειροποίητο».
Έτσι, όταν έφυγε από τη ζωή ο κυρ Λευτέρης πριν τρία χρόνια, ο Γιώργος πήρε εξ ολοκλήρου τη σκυτάλη, ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του και συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, χωρίς ποτέ να το μετανιώσει.
Το μενού παραμένει λιτό και σχεδόν αναλλοίωτο στον χρόνο: καλαμάκι χοιρινό, κοτόπουλο και μπιφτέκι μοσχαρίσιο, τυλιγμένα σε πίτα με ντομάτα, κρεμμύδι, αλάτι και πιπέρι. Κρέας καθαρό, χωρίς πολλά λίπη και έλαια, ιδανικό και για όσους προσέχουν τη διατροφή τους. Χωρίς πατάτες, χωρίς σάλτσες, και άλλες προσθήκες. Τζατζίκι δεν βάζουν. «Είμαστε ερωτευμένοι εδώ και γι’ αυτό δεν βάζουμε, για να μην μυρίζει», λέει στους πελάτες η κυρά Κούλα αστειευόμενη.
«Είναι το σουβλάκι ακριβώς όπως το τύλιξε για πρώτη φορά ο πατέρας μου το 1969», λέει ο Γιώργος. «Αν δεν έχεις καλό υλικό, δεν μπορείς να κρυφτείς, και γι’ αυτό προσπαθούμε να έχουμε πάντα πάρα πολύ καλή ποιότητα». Αυτή η απλότητα είναι που ξενίζει κάποιους, αλλά κερδίζει όσους μένουν να το δοκιμάσουν. «Πολλοί λένε ότι είναι σαν να ταξιδεύουν πίσω στον χρόνο», συμπληρώνει.
Σήμερα, το μαγαζί λειτουργεί με τον ίδιο σχεδόν τρόπο όπως το ξεκίνησε ο πατέρας του. Ανοίγει το απόγευμα, με την προετοιμασία να γίνεται από νωρίς το πρωί, και παραμένει κλειστό τις Κυριακές και τις αργίες –μια επιλογή που κρατά ζωντανή την οικογενειακή ισορροπία. «Ο πατέρας μου έλεγε ότι την Κυριακή πρέπει να τη περνάς με την οικογένεια», λέει ο Γιώργος.
Παρά τις αλλαγές των εποχών, την κρίση και την πανδημία, ο «Λευτέρης» συνεχίζει χωρίς διαφημίσεις, χωρίς πλατφόρμες, βασισμένος σχεδόν αποκλειστικά στη φήμη που κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Πελάτες που έρχονταν παιδιά φέρνουν πλέον τα δικά τους παιδιά. «Έχουμε φτάσει στην τρίτη και πάμε για την τέταρτη γενιά», λέει.
«Δεν θέλω να αλλάξει η ταυτότητα του μαγαζιού», καταλήγει ο Γιώργος. «Αν κάποτε έρθει η στιγμή και δεν μπορώ να το συνεχίσω, θέλω κάποιος να το πάρει και να το κρατήσει ακριβώς έτσι. Διάδοχος υπάρχει –έχω δυο παιδιά, τον Λευτεράκο, που είναι 13, και την Εβελίνα που είναι 10», αλλά ακόμα κι αν τα παιδιά αποφασίσουν να ασχοληθούν με κάτι άλλο, ο Γιώργος είναι ανοιχτός να το δώσει σε κάποιον που θα σεβαστεί τον κόπο και το όνομα των γονιών του.
Και, κάπως έτσι, ο Γιώργος δεν κρατά ζωντανή μόνο τη συνταγή και τη φιλοσοφία του μαγαζιού, αλλά και τη μνήμη του πατέρα του στην πιο ουσιαστική της μορφή, μέσα από μικρές, σχεδόν συμβολικές κινήσεις που κουβαλούν ολόκληρη ιστορία. Κάθε καλοκαίρι, συνεχίζει να προσφέρει χειροποίητο παγωτό –όπως ακριβώς έκανε και εκείνος παλιά με το τρίκυκλο στη Σάμο, τότε που γύριζε τις γειτονιές να δροσίσει τον κόσμο.
Δεν είναι απλώς μια νοσταλγική πινελιά. Είναι ένας τρόπος να τιμά έμπρακτα έναν άνθρωπο που δούλεψε σκληρά, να κρατά ζωντανό ένα κομμάτι της ζωής του και να το μεταφέρει, αθόρυβα, στους επόμενους. Γιατί στον «Λευτέρη», η παράδοση δεν είναι διακόσμηση… είναι συνέχεια.
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου