Black Lotus: Το αυθεντικό Βιετναμέζικο εστιατόριο της Νέας Σμύρνης
Share this
Στη Νέα Σμύρνη, το Black Lotus συστήνει στο αθηναϊκό κοινό τη βιετναμέζικη κουζίνα μέσα από ένα μενού που ισορροπεί ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα. Σούπες, noodles και παραδοσιακά πιάτα, φτιαγμένα με απλές πρώτες ύλες και καθαρές γεύσεις, συνθέτουν ένα μικρό ασιατικό εστιατόριο που ξεχωρίζει για τη φιλοσοφία του και την καθημερινή του προσέγγιση στο φαγητό.
Η βιετναμέζικη κουζίνα μού είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη. Είμαι κι εγώ από εκείνους που εύκολα μπερδεύουν τα πιάτα των ασιατικών χωρών και δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τι ανήκει πού. Όπως μου εξηγεί ο ιδιοκτήτης του Black Lotus, του μοναδικού καθαρά βιετναμέζικου εστιατορίου στη Νέα Σμύρνη, η κουζίνα του Βιετνάμ είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερα πλούσια –όπως ακριβώς και το όνομά του: Ουν Νια Βι Τραν.
Στην πρώτη μου προσπάθεια να το προφέρω, η γλώσσα μπερδεύεται, όμως εκείνος χαμογελά και μου εξηγεί: «Όπως στα ελληνικά λέμε Άλεξ αντί για Αλέξανδρος ή Πάνος αντί για Παναγιώτης, έτσι και στα βιετναμέζικα χρησιμοποιούμε συντομεύσεις: μόνο το μικρό και το επίθετο».
Ο Βι Τραν, γεννημένος στη Χο Τσι Μιν, γνωστή και ως Σαϊγκόν μέχρι πριν τον πόλεμο Βιετνάμ-ΗΠΑ το 1975, ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 16 ετών για να σπουδάσει business administration και προγραμματισμό. «Το πρωί πήγαινα στο σχολείο και το βράδυ δούλευα σε εστιατόρια, σαν βοηθός, σαν σερβιτόρος, στη λάντζα», λέει ο Βι θυμούμενος τα πρώτα του βήματα στην εστίαση.
«Έχω δουλέψει σχεδόν σε όλα τα βιετναμέζικα εστιατόρια στην Αθήνα και στα νησιά, κυρίως στη Ρόδο. Εμείς οι Βιετναμέζοι είμαστε οι πρώτοι πολιτικοί πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο με την Αμερική. Και όλοι πήγαν στη Ρόδο. Από εκεί ξεκίνησαν σιγά-σιγά, ο ένας πήγε Θεσσαλονίκη, ο άλλος πήγε στην Αθήνα», μου εξηγεί, προσθέτοντας πως η Ρόδος έχει την πρώτη και μεγαλύτερη κοινότητα Βιετναμέζων στην Ελλάδα.
Ο ίδιος ήρθε κατευθείαν στην Αθήνα λόγω των σπουδών. Λίγο καιρό αργότερα τον ακολούθησε η αδερφή του, η οποία είναι μεγαλύτερη από εκείνον, και στη συνέχεια οι γονείς τους. Τα χρόνια στην Ελλάδα δεν ήταν εύκολα, οπότε η οικογένεια πήρε την απόφαση να μετακινηθεί στη Σουηδία, όπου οι γονείς του και η αδερφή του μένουν μέχρι και σήμερα.
Ο Βι έμεινε για λίγο καιρό εκεί, έπειτα πέρασε για 2-3 μήνες από τη Γαλλία, έζησε περίπου δύο χρόνια στη Δανία και πήγε και στη Γερμανία, όπου βρίσκεται ένας θείος του. Πουθενά όμως δεν βρήκε ένα μέρος που να του αρέσει όσο η Ελλάδα.
«Όταν ήμουν πιο μικρός και δεν είχα δουλειά, πηγαινοερχόμουν πολλές φορές γιατί τα λεφτά ήταν καλύτερα εκεί. Μόνο τελευταία, από όταν γενήθηκε ο γιος μου ο Φιλήμωνας, αποφάσισα να σταματήσω και να εγκατασταθώ μόνιμα εδώ», μου εξηγεί.
Ο Βι γνώρισε τη σύζυγό του σε ένα βιετναμέζικο εστιατόριο στην Αθήνα, όπου δούλευαν μαζί. Αργότερα μετανάστευσαν μαζί στη Γερμανία, όμως όταν εκείνη ήταν έξι μηνών έγκυος αποφάσισαν να επιστρέψουν μόνιμα πια στην Ελλάδα. «Ήθελα το παιδί μου να μεγαλώσει στην Ελλάδα, να είναι πιο κοινωνικό, να μεγαλώσει πιο σωστά, όχι σε έναν κλειστό περιβάλλον, όπως στη Σουηδία», εξηγεί. «Όταν γύρισα εδώ, δεν σκέφτηκα καθόλου τα οικονομικά. Σκέφτηκα μόνο το παιδί μου».
Ο γιος τους γενήθηκε πριν από πέντε χρόνια, μέσα στη πανδημία. Σχεδόν ταυτόχρονα γεννήθηκε και το Black Lotus στην οδό Ικονίου 11, στο κέντρο σχεδόν της Νέας Σμύρνης. Αν και η γυναίκα του προτιμούσε το κέντρο της Αθήνας, το μαγαζί και την περιοχή τα επέλεξε ο ίδιος, ώστε να είναι κοντά στο σπίτι τους και επειδή ήθελε ευρύχωρο χώρο. Η απόφαση να ανοίξουν εστιατόριο πάρθηκε από κοινού, για διαφορετικούς λόγους όμως ο καθένας: εκείνη επειδή αγαπάει τη μαγειρική και εκείνος περισσότερο από ανάγκη, καθώς όπως λέει είναι περιορισμένες οι επαγγελματικές επιλογές για μετανάστες στην Ελλάδα.
«Το μαγαζί το ανοίξαμε γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή», λέει ο Βι. «Μου αρέσει όμως κιόλας. Η γυναίκα μου δούλευε για χρόνια στην εστίαση στο Βιετνάμ, οι γονείς της είχαν εστιατόριο εκεί. Της γυναίκας μου της αρέσει πάρα πολύ. Εγώ ήμουν 50-50, γιατί ήξερα ότι θα είναι δύσκολο με το παιδί και τα ωράρια».
Παρα τις δυσκολίες και την περίεργη αρχή λόγω της πανδημίας, το εστιατόριο μετά τον δεύτερο χρόνο άρχισε να πηγαίνει πολύ καλά. «Στην αρχή βάλαμε πολλά πιάτα για να διαλλέξουμε», μου εξηγεί ο Βι. «Θέλαμε να δούμε ποιά θα φεύγουν περισσότερο. Το μενού που βλέπεις τώρα δεν το διάλλεξα εγώ, αλλά ο κόσμος με τις επιλογές του».
Σούπες, ρύζι, νουντλς, μπάο μπαν, αλλά και πιο συγκεκριμένες εκδοχές παραδοσιακών βιετναμέζικων πιάτων όπως το Banh Hoi και τα κρύα βιετναμέζικα ρολά με γαρίδες, χοιρινό ή μοσχάρι, όλα λίγο πιο προσαρμοσμένα στο ελληνικό γούστο, συνθέτουν σήμερα έναν κατάλογο συμπυκνωμένο αλλά ουσιαστικό.
«Το μενού φαίνεται μεγάλο, αλλά στην πραγματικότητα είναι τα ίδια πράγματα με διαφορετικό βασικό υλικό», εξηγεί. «Η ίδια σάλτσα μπορεί να πάει με κοτόπουλο, χοιρινό, μοσχάρι ή πάπια».
Η προσαρμογή δεν αφορά μόνο το μενού, αλλά και τις ίδιες τις γεύσεις. Το βιετναμέζικο φαγητό, όπως λέει, έχει ένταση, οξύτητα, γλυκύτητα, αλμύρα, και όλα σε πολύ υψηλά επίπεδα, γι’ αυτό έπρεπε να τα προσαρμόσει λίγο στα ελληνικά δεδομένα. «Στο Βιετνάμ όταν λέμε ξινό, είναι πολύ ξινό, και όταν λέμε γλυκό εννούμε πολύ γλυκό. Εδώ έπρεπε να τα μειώσουμε λίγο αυτά».
Η καθημερινότητα στο μαγαζί είναι απαιτητική, ειδικά με ένα παιδί και αργά ωράρια. «Ο πελάτης δεν ενδιαφέρεται. Άμα πεις ότι είσαι ανοιχτός μέχρι τις 12, θα κάτσει μέχρι τις 12. Έτσι είναι εδώ στην Ελλάδα», λέει. Το εστιατόριο λειτουργεί από τις 6 το απόγευμα μέχρι τα μεσάνυχτα και, όπως παρατηρεί, αυτό είναι και μέρος της τοπικής κουλτούρας. Άλλωστε και οι περισσότεροι πελάτες του είναι Έλληνες –τουλάχιστον το 90%. «Εδώ στη Νέα Σμύρνη δεν έχει πολλούς Ασιάτες. Και όσοι Βιετναμέζοι ζουν στην Ελλάδα σημαίνει ότι ήρθαν πριν από 20-30 χρόνια. Οι νεότεροι που έρχονται δεν μένουν εδώ, φεύγουν», λέει.
Παρά τις δυσκολίες, ιδιαίτερα με τη γραφειοκρατία η οποία πολλές φορές είναι αμείλικτη για μετανάστες όπως ο Βι και η οικογένειά του, ο ίδιος επιμένει πως δεν θα άλλαζε την επιλογή του να μείνει στην Ελλάδα. «Όλα τα κάνω για το παιδί μου γιατί θέλω να μεγαλώσει με ήλιο και θάλασσα», τονίζει ξανά και ξανά. «Άλλωστε, έχω συνηθίσει και μου αρέσουν τα δύσκολα», λέει γελώντας δυνατά. Ένα γέλιο πολύ χαρακτηριστικό, σήμα κατατεθέν του.
Το Black Lotus δεν είναι απλώς ένα βιετναμέζικο εστιατόριο στη Νέα Σμύρνη, αλλά ένας μικρός μηχανισμός επιβίωσης και ταυτόχρονα μια απόπειρα να μεταφερθεί μια κουζίνα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις σούπες, στα νουντλς και στις σάλτσες που προσαρμόζονται στο ελληνικό στόμα, το Βιετνάμ δεν μοιάζει πια τόσο μακρινό όσο ακούγεται.