Σχολικά κτίρια 50 ετών στο έλεος των «κενών» του νόμου και της υποχρηματοδότησης
Share this
Φωτογραφία αρχείου (EUROKINISSI)
Η μεταφορά της αποκλειστικής ευθύνης για τις μεγάλες επισκευές των σχολικών κτιρίων στους Δήμους φέρνει στην επιφάνεια σοβαρά θεσμικά και χρηματοδοτικά κενά. Με το 3,9% του ΑΕΠ να επενδύεται στην εκπαίδευση και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να «σφίγγει τα λουριά» για τα ευρωπαϊκά κονδύλια, η σχολική ασφάλεια μετατρέπεται σε μια επικίνδυνη εξίσωση για δήμους, γονείς και εκπαιδευτικούς.
Στις 16 Μαΐου μπήκε σε ισχύ ο νέος νόμος που αλλάζει το πλαίσιο των μεγάλων επισκευών και συντηρήσεων των σχολικών κτιρίων. Η διαφορά με τον παλιό είναι ότι η ευθύνη επισκευών «μεγάλης κλίμακας» ανήκει εξολοκλήρου στους Δήμους, ενώ ο «παλαιός» προέβλεπε ότι, αν οι ΟΤΑ δήλωναν αδυναμία, η αρμοδιότητα μπορούσε να περάσει στις νομαρχίες με επιχορήγηση.
Στον νόμο δεν ορίζεται σαφώς τι σημαίνει επισκευές «μεγάλης κλίμακας», όπως για παράδειγμα «μεγάλη επισκευή είναι κάθε εργασία πάνω από συγκεκριμένο ποσό ή συγκεκριμένη διάρκεια». Ο διαχωρισμός προκύπτει κυρίως από το είδος της εργασίας. Πρακτικά, είναι η επέμβαση σε κολώνες, δοκάρια, πλάκες, φέροντες τοίχους, ηλεκτρολογικούς πίνακες, δίκτυα αποχέτευσης, θέρμανση, πυρασφάλεια κλπ.
Αντίστοιχα, μικρή επισκευή είναι η καθημερινή εργασία συντήρησης όπως η αλλαγή μιας κλειδαριάς, η αντικατάσταση ενός σπασμένου τζαμιού, η επισκευή μιας βρύσης, κλπ. Αν υπάρχει όμως βαθύτερη αιτία, τότε υπάρχει μια γκρίζα ζώνη. Μια υγρασία στον τοίχο μπορεί να είναι απλή συντήρηση, μπορεί όμως να κρύβει αστοχία στέγης, διάβρωση οπλισμού, πρόβλημα μόνωσης ή κίνδυνο κοντά σε ηλεκτρολογική εγκατάσταση.
Εδώ λοιπόν υπάρχει κενό! Χωρίς υποχρεωτική τεχνική αυτοψία από μηχανικό, μπορεί κάτι να χαρακτηριστεί μικρό ενώ είναι σύμπτωμα μεγαλύτερου κινδύνου – και αντίστροφα, αφήνοντας και στις δύο περιπτώσεις το σχολείο εκτεθειμένο. Να σημειώσουμε ότι «υποχρεωτική αυτοψία» δεν γινόταν και πριν αλλά τώρα χωρίς αυτή τη διαδικασία τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα.
Η γενική κατάσταση στην εκπαίδευση, γενικά, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Ο μέσος όρος ηλικίας των σχολικών κτιρίων είναι περίπου 50 χρόνια. Τα διαθέσιμα στατιστικά δείχνουν ότι από τα 15.700 σχολικά κτίρια της χώρας (επί συνόλου 20.680), που επιλέχθηκαν για προσεισμικό έλεγχο, τα 12.762 ελέγχθηκαν πλήρως, τα 2.400 σχολεία κρίθηκαν πρώτης προτεραιότητας για δευτεροβάθμιο έλεγχο, και 117 σχολικές μονάδες χρειάζονται άμεσες παρεμβάσεις.
Η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευση το 3,9% του ΑΕΠ, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που είναι 4,7%. Το στοιχείο αυτό δείχνει το γενικό πλαίσιο περιορισμένων πόρων μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν τα σχολεία, οι Δήμοι και οι υπηρεσίες. Σε όλα τα ανωτέρω προσθέστε και την από 22 Μαΐου 2026 επιστολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προς την Κομισιόν, με επίκληση του «Κανονισμού Αιρεσιμότητας» για την Ελλάδα και για την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι α) τα έργα σχολικών υποδομών που χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους θα περνούν από αυστηρότερους ελέγχους, β) έργα ανακαινίσεων, ενεργειακών αναβαθμίσεων, προσβασιμότητας, ψηφιακού εξοπλισμού ή νέων σχολικών μονάδων μπορεί να καθυστερούν εφόσον τίθεται ευθέως ζήτημα διαφάνειας, γ) αν ένας Δήμος έχει κακές συμβάσεις, ανεπαρκείς παραλαβές, ατελείς τεχνικούς φακέλους ή αδιαφανείς αναθέσεις, μπορεί να υπάρξει δημοσιονομική διόρθωση – δηλαδή τα χρήματα μπορεί να ζητηθούν πίσω ή να μην θεωρηθούν επιλέξιμα. Όλα αυτά δεν είναι θεωρίες, αλλά βάσιμοι προβληματισμοί και θέτουν έντονα το ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας και διαφάνειας.
Οι συνέπειες για τους Δήμους είναι ότι η ευθύνη γίνεται πιο καθαρή. Δεν μπορούν πλέον εύκολα να πουν ότι το ζήτημα δεν τους αφορά. Ωστόσο, ευθύνη χωρίς άρτια τεχνική υπηρεσία, μηχανικούς, πόρους, μητρώα και γρήγορη διαδικασία παρέμβασης γίνεται δυσανάλογη.
Για τους γονείς, το νέο πλαίσιο δείχνει ότι ο βασικός αποδέκτης των ερωτημάτων είναι ο Δήμος, ότι οφείλουν να γίνουν πιο ενεργοί και να ζητούν τεχνικές εκθέσεις, προσεισμικούς ελέγχους, πιστοποιητικά πυρασφάλειας όπου απαιτούνται, ηλεκτρολογικούς ελέγχους, μητρώο βλαβών, χρονοδιάγραμμα εργασιών και καταγραφή ατυχημάτων, κάτι που έχουν έννομο συμφέρον που τεκμηριώνεται όχι από έναν αλλά από αρκετούς νόμους.
Για τους εκπαιδευτικούς, υπάρχει ο κίνδυνος μεταφοράς ευθύνης, αφού η απλή αναφορά ενός προβλήματος ή ενός κινδύνου δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη. Η πτώση ταβανιού σε αίθουσα σχολείου στο Πόρτο Ράφτη, κάτι που έχει συμβεί και σε άλλους δήμους της ανατολικής Αττικής κατά καιρούς, και οι ευθύνες που αποδόθηκαν σε εκπαιδευτικούς από τη Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Ανατολικής Αττικής είναι ενδεικτικό παράδειγμα.
Μια πρόχειρη και επιφανειακή ανάλυση ρίσκου οδηγεί σε πέντε βασικά που απεικονίζονται στην εικόνα 1 και βάση αυτής οι λύσεις πρέπει να είναι συγκεκριμένες. Χρειάζεται:
Δημόσιο μητρώο σχολικών κτιρίων, με ηλεκτρολογικούς και τεχνικούς ελέγχους, προσεισμική κατάσταση, πυρασφάλεια, εργασίες και εκκρεμότητες, δεσμευμένη χρηματοδότηση σχολικής ασφάλειας, κ.α.
Τεχνική κατηγοριοποίηση κάθε αιτήματος με κάθε βλάβη να χαρακτηρίζεται από αρμόδιο τεχνικό ως μικρή συντήρηση, μεγάλη επισκευή, επείγουσα επικίνδυνη κατάσταση ή θέμα που απαιτεί περαιτέρω έλεγχο.
Υποχρεωτική ετήσια τεχνική αυτοψία ανά σχολείο από μηχανικό, με φωτογραφική τεκμηρίωση, βαθμό κινδύνου, προτεινόμενη ενέργεια και προθεσμία αποκατάστασης,
Μηχανισμός άμεσης επέμβασης για επικίνδυνες καταστάσεις χωρίς να αναμένεται το επόμενο δημοτικό συμβούλιο.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το νέο πλαίσιο κάνει μεν πιο ορατή την ευθύνη του Δήμου, αλλά δεν λύνει από μόνο του το πρόβλημα της σχολικής ασφάλειας. Αν το κράτος θέλει αποκέντρωση, πρέπει να επιβάλει μητρώα, έλεγχο, διαφάνεια και μηχανισμό επείγουσας παρέμβασης και πάνω από όλα μηχανισμό λογοδοσίας.
Αν ένας Δήμος δεν έχει τα σχολεία ως προτεραιότητα, το νέο πλαίσιο θα επιδεινώσει κατά πολύ την κατάσταση. Ακόμα όμως κι αν τα έχει, αλλά δεν υπάρξει ανάλογη υποστήριξη προς τους ΟΤΑ, τότε τα «μεσήλικα» σχολεία μας θα αρχίσουν να παρουσιάζουν ολοένα και περισσότερα προβλήματα με ολοένα και αυξημένο κίνδυνο για την ασφάλεια όλων όσων βρίσκονται μέσα σε αυτά.