Διονυσάκης: Στη Δάφνη φάγαμε τα πιο νόστιμα μαγειρευτά της Ζακύνθου
Share this
Δύο αδέρφια από τη Ζάκυνθο φέρνουν τη ζακυνθινή κουζίνα στη Δάφνη, επαναφέροντας το σπιτικό μαγειρευτό φαγητό στο προσκήνιο, με παραδοσιακές συνταγές και υλικά από τον τόπο τους.
Τα αυθεντικά μαγειρεία της Αθήνας όσο πάνε και λιγοστεύουν. Η ανάγκη για γρήγορο φαγητό, οι ρυθμοί με τους οποίους κινείται η πόλη και οι τάσεις της εποχής απειλούν τα παραδοσιακά στέκια, μετατρέποντας το σπιτικό φαγητό σε ένα είδος προς εξαφάνιση που δυσκολεύεται να επιβιώσει.
Κόντρα όμως στο ρεύμα, δυο αδέρφια από τη Ζάκυνθο αποφάσισαν να επενδύσουν στο μαγειρευτό φαγητό και να συστήσουν στους κατοίκους της Δάφνης και των νοτίων προαστίων τη –σχετικά άγνωστη στους Αθηναίους– ζακυνθινή κουζίνα.
«Η ζακυνθινή κουζίνα δεν είναι πολύ μεγάλη, αλλά είναι πάρα πολύ ιδιαίτερη και έντονη», με υλικά όπως ξίδι, σκόρδο και μπόλικο ελαιόλαδο, μου εξηγεί ο Νικόλας Κόκκαλης, ο οποίος μαζί με τον αδερφό του, Διονύση, άνοιξαν τον Ιανουάριο του 2025 τον Διονυσάκη στη Δάφνη, στην Εθνικής Αντιστάσεως 50, στη μικρή πλατεία απέναντι από τη Γυμναστική Ακαδημία.
«Εμείς έχουμε μεγαλώσει στη Ζάκυνθο και δεν θέλω να φανώ τοπικιστής, αλλά θεωρώ ότι η κουζίνα του Ιονίου είναι πάρα πολύ ωραία. Και επειδή μένω στην Αθήνα, ήθελα να υπάρχει στη ζωή μου, γιατί μου αρέσουν πολύ τα μαγειρευτά, τα λαδοτύρια, το ελαιόλαδο, όλα», λέει ο Νικόλας στο NouPou, αν και εξηγεί πως στο μαγαζί την έχουν προσαρμόσει έτσι ώστε να μην είναι τόσο βαριά όσο ακούγεται.
Η πορεία τους μέχρι τη Δάφνη είχε πολλά πέρα-δώθε μεταξύ Αθήνας και Ζακύνθου. Αν και γεννήθηκαν στην πρωτεύουσα, οι γονείς τους αποφάσισαν να τους προσφέρουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής και μετακόμισαν στο νησί της μαμάς, όταν εκείνοι ήταν ακόμη σε πολύ μικρή ηλικία. «Φύγαμε γιατί δεν άρεσε στους γονείς μας η πόλη. Θέλανε κάτι πιο ήρεμο για να μεγαλώσουμε εμείς. Ένα πιο χαλαρό περιβάλλον που θα γνώριζαν πού είμαστε και τι κάνουμε».
Με μητέρα εστιατόρισσα και πατέρα μάγειρα, ήταν σχεδόν αδύνατο να μην ακολουθήσουν τον δρόμο της κουζίνας. Η πρώτη τους επαφή με τον χώρο ήταν στο μαγαζί των γονιών τους στη Ζάκυνθο, ένα εστιατόριο με ζυμαρικά, όταν ο Νικόλας ήταν 7 ετών και ο Διονύσης 5. «Έχουμε την πρώτη παραγγελία του αδερφού μου, πέντε χρονών, γραμμένη στο χέρι. Το έχουμε κρατήσει το χαρτί, σαν ενθύμιο», μου λέει χαμογελώντας.
Περνώντας από σέρβις, ταμείο, κουβέρ και προετοιμασίες, ο Νικόλας ανέλαβε το πρώτο του κανονικό πόστο στην κουζίνα στα 19. «Όταν είσαι παιδί εστιατόρων, στην πραγματικότητα μεγαλώνεις στο τραπέζι δίπλα από το ταμείο.Αυτή είναι η ζωή σου, ειδικά στην Ελλάδα. Παρόλο που σπουδάσαμε, εγώ οικονομικά και ο Διονύσης τουριστικά, μας τράβηξε το εστιατόριο».
Οι σπουδές τους στη μαγειρική είναι εμπειρικές, δίπλα στους γονείς τους και στους αμέτρητους μάγειρες που έχουν περάσει από τα μαγαζιά τους όλα αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και δεν απαιτούν από κανέναν μάγειρα που θα θελήσει να δουλέψει σε μαγαζί τους να έχει κάποιο χαρτί. «Η μαγειρική είναι μια σπουδή ατελείωτη που τη βιώνεις κάθε μέρα», λέει χαρακτηριστικά.
Η επιστροφή στην Αθήνα δεν άργησε να έρθει, αυτή τη φορά με δική τους επιλογή. Ερχόμενοι τον Φεβρουάριο του 2021, λίγους μήνες αργότερα άνοιξαν το πρώτο τους μαγαζί στον Άγιο Ιωάννη. Το Big Nick, που ξεκίνησε ως «πιτσαρία που θα έχει και λίγα μπέργκερ», κατέληξε να είναι πλέον ένα από τα πιο αγαπημένα μπεργκεράδικα της περιοχής, με την πίτσα τελικά να βγαίνει εντελώς από το μενού.
Η αγάπη, όμως, του Νικόλα για τις ζύμες και η ανάγκη του να έχει μια κουζίνα στην οποία θα μπορεί να φτιάχνει το δικό του ψωμί –αργής ωρίμανσης και πεντανόστιμο– και να μπορεί να χρησιμοποιεί όλα τα αγαπημένα του ζακινθυνά προϊόντα, οδήγησαν στη δημιουργία του Διονυσάκη, ίσως το πιο χαρακτηριστικό και διαδεδομένο ζακινθυνό όνομα. Και, κάπως έτσι, και οι δυο έδωσαν το όνομά τους σε ένα μαγαζί. Τυχαία, όπως μου λέει ο Νικόλας.
Ο κατάλογος του Διονυσάκη είναι πάρα πολύ μεγάλος και αλλάζει κάθε μέρα. Από τα σταθερά και αγαπημένα είναι οι πολπέτες, ένα χαρακτηριστικό πιάτο της Ζακύνθου, που είναι ουσιαστικά κεφτεδάκια με μια πολύ νόστιμη και αρωματική κοκκινιστή σάλτσα, αβγά με κόκκινη σάλτσα που θυμίζουν το σακσούκα και συνοδεύονται με πατάτες τηγανητές, αλλά και κλασικά πιάτα όπως πατσίτσιο, μουσακάς, μπιφτέκια και λαχανοντολμάδες.
Αν και η Ζάκυνθος είναι κατά βάση κρεατοφαγικό νησί, υπάρχουν και επιλογές για όσους δεν τρώνε το κρέας ή νηστεύουν, όπως φασολάδα, μελωμένα ρεβίθια φούρνου με κρεμμύδι, φακές, φασολάκια, γίγαντες με σπανάκι, μπριάμ στο οποίο προσθέτουν κουνουπίδι και φασολάκια, και λαχανοντολμάδες χωρίς κιμά, οι οποίοι θα προσφέρονται πλέον κάθε Παρασκευή –ημέρα νηστείας για τους ευσεβείς Χριστιανούς–, στους οποίους αντικαθιστούν τον κιμά με μαύρη σταφίδα Ζακύνθου. «Όταν τα δοκίμασε πρώτη φορά η μητέρα μου, δεν κατάλαβε τη διαφορά από το κανονικό», λέει γελώντας ο Νικόλας.
Παράλληλα, στο μαγαζί μπορείς να βρεις και προϊόντα λιανικής που έρχονται απευθείας από το νησί, όπως τα χαρακτηριστικά κρασοπαξιμάδια, λαδοτύρι, παστέλια, μαντολάτα, και μάντολες –σχεδόν ό,τι θα έβρισκες αν πήγαινες ταξίδι στη Ζάκυνθο. Ουσιαστικά, αυτό που προσπάθησαν να κάνουν είναι να φέρουν τη Ζάκυνθο στη Δάφνη, γι’ αυτό άλλωστε και στην είσοδο του μαγαζιού γράφει «Καλωσήρθες στο νησί μου».
Το ντελίβερι, μέσω πλατφορμών, φτάνει από τον Πειραιά μέχρι την Άνω Γλυφάδα και την Κυψέλη, αν και τα φαγητά τους ταξιδεύουν κάθε εβδομάδα πολύ πιο μακριά. «Έρχονται πραγματικά από πολλές περιοχές και μακρινές. Από την Κερατέα, από την Κηφισιά. Έχουμε πελάτη που έρχεται από τα Μέγαρα μία φορά την εβδομάδα, παίρνει αρκετά φαγητά και τα αποθηκεύει. Και από το Μεσολόγγι έχουμε μία οικογένεια που έρχεται μία φορά το μήνα και παίρνει πάρα πολλά φαγητά. Επειδή είναι ημέρας είναι πολύ εύκολο να τα αποθηκεύεις», λέει.
Το μαγαζί είναι ανοιχτό Δευτέρα με Σάββατο, από τις 11 μέχρι τις 7 το απόγευμα. Αναλόγως του τι θα παραγγείλεις, η πιο φθηνή μερίδα ξεκινάει από τα 4.80 ευρώ, και φτάνει μέχρι τα 15 ευρώ σε φαγητά όπως το αρνί, που λόγω της τιμής του δεν το φτιάχνουν πολύ συχνά.
«Εγώ προσφέρω ένα ολοκληρωμένο γεύμα», εξηγεί ο Νικόλας. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μην σου προσφέρω δωρεάν ψωμί, γιατί θεωρώ ότι το ψωμί είναι το συνοδευτικό του φαγητού σου, όπως δεν υπάρχει περίπτωση να πάρεις μακαρόνια και να μην σου βάλω τυρί, ή να πάρεις οποιοδήποτε φαγητό και να μην σου βάλω ένα γλυκό. Ασχέτως αν εσύ τα ζήτησες ή όχι, εγώ τα δίνω έτσι κι αλλιώς γιατί έτσι θεωρώ πως πρέπει να είναι το μεσημεριανό φαγητό».
Όσον αφορά το μέλλον, υπάρχει μια πρόταση που μπορεί να φέρει το Big Nick στη Νέα Υόρκη, ενώ ο στόχος είναι να ανοίξουν άλλα δύο καταστήματα Διονυσάκης στα βόρεια και τα δυτικά, ώστε να εξυπηρετούν ολόκληρη την Αττική. Μέχρι τότε, θα συνεχίσουν να μοιράζουν τις βάρδιες του στα δυο μαγαζιά, μόλις τέσσερα τετράγωνα απόσταση το ένα από το άλλο.
«Επανέρχεται ξανά το μαγειρευτό φαγητό στο προσκήνιο;» ρωτώ τον Νικόλα λίγο πριν τον αποχαιρετήσω.
«Δεν ξέρω αν επανέρχεται ξανά το μαγειρευτό, αλλά αν με κάποιον τρόπο μέσα από την ύπαρξή μας, μέσα από τα social μας και μέσα από το φαγητό μας μπορούμε να βοηθήσουμε στο να επανέλθει και να ασχοληθούν τα νέα παιδιά και οι νέοι μάγειρες και οι νέοι επιχειρηματίες με το ελληνικό φαγητό, θα χαρώ πολύ να το δω», μου απαντά.
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου