«Το παιδί μου δεν τρώει»: Η ειδικός εξηγεί πότε οι δυσκολίες σίτισης χρειάζονται θεραπεία
Share this
FREEPIK
Η σίτιση είναι μια σύνθετη αναπτυξιακή δεξιότητα που ξεκινά από τη βρεφική ηλικία. Πότε οι δυσκολίες στο φαγητό είναι φυσιολογικές και πότε χρειάζονται παρέμβαση; Η Αριάδνη Χατζηδάκη, MSc, Λογοθεραπεύτρια με εξειδίκευση στις διαταραχές σίτισης, εξηγεί τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς.
Από τους πρώτους μήνες ζωής ενός παιδιού, όταν η σίτιση βασίζεται αποκλειστικά στο μητρικό γάλα ή/και τη φόρμουλα, μέχρι την περίοδο που εντάσσονται σταδιακά όλες οι κατηγορίες τροφών στο καθημερινό του διαιτολόγιο, μπορεί να εμφανιστούν δυσκολίες πρόσληψης τροφής που συχνά δημιουργούν ανησυχία στους γονείς. Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να αφορούν τον θηλασμό και την επαρκή λήψη γάλακτος, τη μετάβαση στις στερεές τροφές, αλλά και την αποδοχή διαφορετικών υφών και γεύσεων κατά τα επόμενα στάδια ανάπτυξης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα παιδιά αποφεύγουν συγκεκριμένες τροφές ή υφές, κάτι που μπορεί να σχετίζεται με μασητικές δεξιότητες, αισθητηριακή επεξεργασία ή και προηγούμενες εμπειρίες γύρω από το φαγητό.
«Η θεραπεία σίτισης μπορεί να γίνει από ειδικούς που έχουν λάβει επιπλέον εκπαίδευση πάνω στον τομέα της σίτισης. Αυτό συμπεριλαμβάνει λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, ψυχολόγους αλλά και διατροφολόγους. Το σημαντικό είναι να έχουν επενδύσει σε εκπαιδεύσεις πάνω σε δυσκολίες στην σίτιση», εξηγεί η κυρία Χατζηδάκη.
Οι λόγοι που μπορεί να συνδράμουν συνδέονται με τις δεξιότητες μάσησης, με την αισθητηριακή επεξεργασία, τη σκέψη και εμπειρία γύρω από το φαγητό και φυσικά ιατρικούς λόγους που πιθανά να συνυπάρχουν.
«Ξαφνικά το παιδί αρνείται τις τροφές»
Η άρνηση τροφών «ξαφνικά» αποτελεί συχνά αναπτυξιακό στάδιο στην συνολικότερη εικόνα των παιδιών.
«Μέσα όμως από την σταθερότητα, την συνεχή προσφορά διαφορετικών φαγητών και τα κατάλληλα πρότυπα από την οικογένεια αυτό μπορεί να είναι παροδικό. Λίγο μετά το πρώτο έτος και μέχρι τους 18 μήνες, τα παιδιά αποκτούν καλύτερη εικόνα εαυτού και αναπτύσσεται η αυτονομία τους, αναδύεται η διερεύνηση των ορίων και η ανάγκη ελέγχου του περιβάλλοντός τους. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία λένε συχνά όχι, έχουν άποψη και αναπτύσσουν προτιμήσεις. Στον τομέα του φαγητού αυτό εκδηλώνεται με αυτό που χαρακτηρίζουμε ως “νεοφοβία” (φόβος για το νέο), με αποτέλεσμα να αρνούνται τροφές που δεν τους είναι οικείες και ενταγμένες στο διατροφικό τους ρεπερτόριο. Ακόμη κι όταν έχουν μικρές αλλαγές, ζητούν συγκεκριμένα φαγητά, αρνούνται οικεία φαγητά και συχνά απορρίπτουν νέα. Και αυτός είναι ο λόγος που συχνά αναφέρεται ότι ανάμεσα στην ηλικία των 6 μηνών μέχρι και λίγο πριν το έτος εισάγουμε και προσφέρουμε όσο μεγαλύτερη ποικιλία τροφών γίνεται σε υφές και γεύσεις, καθώς τα παιδιά συνήθως είναι πιο ανοιχτά σε δοκιμές. Τα φαγητά που έχουν παρουσιαστεί νωρίς εξελίσσονται σε φαγητά με τα οποία τα παιδιά αισθάνονται άνετα στην συνέχεια».
Το «ξαφνικά» μπορεί επίσης να σχετίζεται με αλλαγές στις ρουτίνες γύρω από το φαγητό, με αρνητικές εμπειρίες αλλά και βέβαια με ιατρικούς λόγους και αναπτυξιακά ελλείμματα. Η κ. Χατζηδάκη επισημαίνει πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει καθολικά και για όλα τα παιδιά και πως αν υπάρχει ανησυχία από τους γονείς, θα πρέπει να απευθυνθούν σε ειδικό για να το διερευνήσουν.
Μετάβαση στις στερεές τροφές
Η εισαγωγή σε στέρεες ξεκινάει σύμφωνα με τις εθνικές οδηγίες και τα σημάδια ετοιμότητας τους παιδιού από 5 έως 7 μηνών.
«Η πλήρης μετάβαση στις στέρεες θέλουμε ιδανικά να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το πρώτο έτος. Βασικός λόγος πέρα από αυτό που αναφέραμε παραπάνω, σε σχέση με το αναπτυξιακό παράθυρο που έχουμε μέχρι την αντίληψη εαυτού και άρα άρνηση σε τροφές, είναι ότι μέχρι λίγο πριν το τέλος του πρώτου έτους ζωής είναι ακόμα ενεργά τα πρώιμα αντανακλαστικά που σχετίζονται με τη μάσηση. Μετά το πέρας του πρώτου έτους τα αντανακλαστικά αυτά υποχωρούν και έτσι οι μασητικές δεξιότητες πρέπει να καλλιεργηθούν ως μία νέα δεξιότητα, δηλαδή τα παιδιά πρέπει να τις μάθουν, δεν κατακτούνται αυθόρμητα. Αν δεν γίνει εύκολα αυτή η μετάβαση, πρώτα θα πρέπει να διερευνηθεί ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό».
Εάν κριθεί πως το πρόβλημα είναι ανατομικό, πιθανά να σημαίνει ότι συντρέχει ιατρικός λόγος που πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστεί και στην συνέχεια να μπει η λογοθεραπεία, σε συνεργασία με την ιατρική ομάδα του παιδιού.
Μπορεί η δυσκολία στη σίτιση να συνδέεται με τη δυσκολία στην ομιλία;
Είναι πιθανό, αν έχετε ήδη επισκεφθεί λογοθεραπευτή, την ημέρα της αξιολόγησης να σας ρώτησε εάν το παιδί παρουσιάζει δυσκολία στη σίτιση κι αυτό, γιατί μπορεί να συνδέονται αυτές οι δύο δεξιότητες.
Η κα Χατζηδάκη εξηγεί: «Ένα ανώριμο στοματοκινητικό σύστημα, το σύστημα δηλαδή που περιλαμβάνει τα χείλη, τη γλώσσα και το σαγόνι,σε σχέση με την δύναμη, το εύρος και την ακρίβεια της κίνησης στο στόμα, που επηρεάζει την ποιότητα της ομιλίας, μπορεί να επηρεάζει και τις δεξιότητες μάσησης. Παρόλα αυτά οι στοματοκινητικές δεξιότητες είναι ένα μόνο κομμάτι των αιτιών που μπορεί να συντελούν σε δυσκολίες στην σίτιση και επίσης το ένα δεν συνεπάγεται το άλλο κατά κανόνα».
Η συνεδρία θεραπείας σίτισης
Μία συνεδρία σίτισης, ανεξάρτητα από την προσέγγιση που επιλέγει ο κάθε θεραπευτής, συνήθως στήνεται γύρω από οικεία τρόφιμα για το παιδί σε συνδυασμό με νέα, προσπαθώντας να γίνουν συνδέσεις ανάμεσα σε αυτά που ήδη τρώει το παιδί με αρχικά παρεμφερή επιλογές.
«Ο τρόπος έρχεται μέσα από το παιχνίδι αλλά και το κατάλληλο πρότυπο από τον θεραπευτή, συνυπολογίζοντας τις δεξιότητες και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται το παιδί. Το παιδί καλείται μέσα από δραστηριότητες που το παρακινούν να κάνει βήματα αρχικά στην αλληλεπίδραση με τα φαγητά και στην συνέχεια σταδιακά να εξελίσσει αυτή την αλληλεπίδραση μέχρι να νιώθει έτοιμο και ασφαλές να δοκιμάσει κάτι νέο. Παράλληλα καλλιεργούνται και οι δεξιότητες που είναι απαραίτητες (μασητικά, αισθητηριακά, γνωστικά) αλλά και η σχέση των παιδιών με το φαγητό ώστε να είναι θετική και συναισθηματικά ασφαλής».
Η συμμετοχή των γονέων/φροντιστών στις συνεδρίες είναι απαραίτητη, καθώς αποτελούν τα πρότυπα των παιδιών. Ταυτόχρονα εκπαιδεύονται και οι ίδιοι σε σχέση με την σίτιση, ώστε να αποκτήσουν βασικές γνώσεις να συνεχίσουν βοηθητικές πρακτικές και στο σπίτι, που είναι ένας από τους βασικούς στόχους στην θεραπεία.
«Για αυτόν τον λόγο, στην πλειονότητα των φορών, μέρος της θεραπείας σίτισης είναι και ατομικά ραντεβού με τους γονείς/φροντιστές για διερεύνηση της σχέση τους με το φαγητό, των ρουτινών της οικογένειας γύρω από το φαγητό και στην συνέχεια την εκπαίδευσή τους σε σχέση με τη σίτιση και έτσι ώστε σε συνεργασία μαζί τους, να μπουν μικροί και επιτεύξιμοι στόχοι για το σπίτι. Συχνά μπορεί να προταθεί και η Συμβουλευτική Οικογένειας από ψυχολόγο, ώστε οι γονείς να πλαισιωθούν ολοκληρωμένα σε σχέση με την διαχείριση του παιδιού και της καθημερινότητας».
Η συνεργασία του παιδιού και τα αποτελέσματα της θεραπείας σίτισης
Όπως σε όλες τις θεραπευτικές πράξεις, χρειάζεται ο απαραίτητος χρόνος για να υπάρξει σύνδεση και εμπιστοσύνη του παιδιού με τον θεραπευτή και τη διαδικασία. Στόχος είναι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε να παιδί να αισθάνεται πως βρίσκεται σε ένα ασφαλές περιβάλλον.
Βάσει των δεξιοτήτων, του ρυθμού και των σημάτων που δίνει το κάθε παιδί, η θεραπεία προσαρμόζεται σε εκείνο και δεν περιμένουμε να λυθεί το όποιο πρόβλημα από τη μια στιγμή στην άλλη. «Στοχεύουμε σε ένα βήμα παραπάνω τη φορά. Και πάντα μέσα από το παιχνίδι και την θετική αλληλεπίδραση».
Το κάθε παιδί και η κάθε οικογένεια χρειάζονται το χρόνο τους. Η θεραπεία σίτισης εμπεριέχει μία δυναμική και συνεχή αξιολόγηση τόσο της εξέλιξης του παιδιού και της ανάπτυξης των δεξιοτήτων που έχουν εντοπιστεί προς ενίσχυση, όσο και της εκπαίδευσης του γονέα.
«Όταν το παιδί έχει κατακτήσει τις απαραίτητες δεξιότητες και ταυτόχρονα ο γονέας αισθάνεται ότι μπορεί να υποστηρίξει το παιδί στο σπίτι, τότε η διαδικασία του φαγητού είναι ασφαλής και μπορεί να ολοκληρωθεί η θεραπεία. Γιατί τελικά βασικός στόχος είναι να έχουν παιδί και φροντιστής τα κατάλληλα εργαλεία για να εξερευνήσουν και να διευρύνουν τον κόσμο του φαγητού ασφαλώς».
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου