Κρουασάν, καπουτσίνο, πίτσα και …οργανωμένο έγκλημα στα Νότια Προάστια
Share this
Η Ελλάδα και τα Νότια Προάστια της Αθήνας έγραψαν και συνεχίζουν να γράφουν πολλά και σημαντικά κεφάλαια στην εγκυκλοπαίδεια της Εγκληματολογικής Κοινωνιολογίας.
Να μια ωραία ιστορία των Νοτίων Προαστίων, όχι τωρινή αλλά από τα παλιά τα χρόνια. Τα χρόνια της δραχμής, εκείνα τα ωραία χρόνια που η γεωγραφία του εγκλήματος, ιδίως του οργανωμένου, ήταν πολύ συγκεκριμένη και για ακόμα πιο συγκεκριμένους λόγους, μύριζε θάλασσα. Ήταν η εποχή που ούτε σαν τρελό όνειρο δεν φανταζόμασταν ότι κάποτε θα μιλούσαμε για Ριβιέρα με τόση απλότητα σαν να είμαστε στην Κυανή Ακτή και να περιμένουμε να εμφανιστεί ο Σον Κόνερι με ένα σπάνιο κάμπριο να στρίβει στην Αμφιθέας. Και ιδού το σενάριο…
Η κυρία που είχε αφήσει έξω από μια τράπεζα στη Βούλα ένα τεράστιο τζιπ είχε στα χέρια της μια χάρτινη σακούλα και περίμενε με το νούμερό της στην καρέκλα. Μόλις ακούστηκε αυτό το μπιπ που μοιάζει με μπόνους σε παλιό φλιπεράκι, σηκώθηκε, πλησίασε το γκισέ, ακούμπησε τη χαρτοσακούλα κι άρχισε να βγάζει πακεταρισμένα δεκαχίλιαρα, σα να τα είχε βγάλει από άλλη τράπεζα, τόσο κολλαριστά. «Κατάθεση», είπε κι έδωσε το μικρό μπλε βιβλιαράκι που είχαμε τότε. Η υπάλληλος άρχισε να βάζει τα δεκαχίλιαρα στο μηχάνημα. Για πέντε-έξι λεπτά από το ταμείο έβγαινε ένας ήχος όπως έκανε παλιά το χαρτονάκι που βάζαμε πολύ παλιά στις ακτίνες του ποδηλάτου. Έκανε και μια άλλη συναλλαγή και χρειάστηκε η ταυτότητά της καθώς και μια ερώτηση από την ταμία: «Ίδια διεύθυνση, Νέα Λιόσια;». «Όχι, εδώ στη Βούλα…».
Λίγες ημέρες αργότερα, στα δημοσιογραφικά γραφεία μάθαμε ότι η Επιτροπή Ελέγχου για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος έψαχνε μέσα στα άλλα και τις πληροφορίες για μια κυρία Ελληνοπόντια, που ζούσε στα Νέα Λιόσια και εργαζόταν ως καθαρίστρια. Ξαφνικά βρέθηκε με πολλά λεφτά, νοίκιασε μεζονέτα και μετακόμισε στη Βούλα, πήρε και τζιπ 25 εκατομμυρίων δραχμών και προσέλαβε δύο μόνιμες υπηρέτριες, προφανώς για να εκδικηθεί την προηγούμενη ζωή της. Άτιμο πράγμα η ψυχολογία. Με τον καιρό η έρευνα προχώρησε και οι πηγές μας, μας εκμυστηρεύτηκαν ότι ένας αθλητικός σύλλογος από τη Μόσχα τη χρησιμοποιούσε ως εκπρόσωπο στην Αθήνα. Άνοιξε γραφείο στη Γλυφάδα, με μοναδικό εξοπλισμό τηλέφωνο, υπολογιστή και φαξ -πρωτόγονο ακούγεται- και άρχισε να μαθαίνει γρήγορα όλα τα τραπεζικά υποκαταστήματα των νοτίων προαστίων. Όταν μπήκε και εισαγγελέας στην ιστορία και ανοίχτηκε ένας από τους πολλούς λογαριασμούς της, βρέθηκαν μέσα περισσότερα από 70 δισεκατομμύρια δραχμές. Οι υπάλληλοι των τραπεζών, ως όφειλαν είχαν στείλει απανωτά φαξ στην τότε «Επιτροπή του άρθρου 7», για τα «τούβλα» που κατέθετε κάθε βδομάδα η κυρία. Και κάπως έτσι άρχισε να γίνεται γνωστή ακόμα μια ιστορία οργανωμένου εγκλήματος που είχε τα βασικά. Ρωσική μαφία. Ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Και Νότια Προάστια.
Εχουν περάσει περισσότερα από τριάντα χρόνια από εκείνη την ιστορία. Οι υποθέσεις που αποκαλύφθηκαν αμέτρητες. Και όσες δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ είναι ακόμα χειρότερες. Το νόμισμα άλλαξε, οι μέθοδοι έγιναν πολυπλοκότερες, διεθνοποιημένες, δυσκολότερα ανιχνεύσιμες. Με πολλή βία, τεράστιες ποσότητες μετρητών, ενίοτε και με αρκετό αίμα. Η Ελλάδα και τα Νότια Προάστια της Αθήνας έγραψαν και συνεχίζουν να γράφουν πολλά και σημαντικά κεφάλαια στην εγκυκλοπαίδεια της Εγκληματολογικής Κοινωνιολογίας. Ας μην κρυβόμαστε.
Η εικόνα που είχαμε κάποτε για το οργανωμένο έγκλημα στα Νότια Προάστια ήταν συνδεδεμένη με τη νύχτα, τις απομακρυσμένες βίλες με τους ψηλούς μαντρότοιχους κοντά στη θάλασσα όπου μπορούσε να πλησιάσει ένα φουσκωτό και να εξασφαλίσει τη διαφυγή στην περίπτωση που δυσκόλευε η κατάσταση, τις σκοτεινές διαδρομές και τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών μακριά από τα περίεργα βλέμματα. Δεν είναι καθόλου έτσι.
Από τη νομιμοποίηση εσόδων μέσω δημοφιλών αλυσίδων εστίασης και φούρνων της καθημερινότητάς μας («Το Χωριάτικο», «Pizza Fan»), μέχρι τη διείσδυση στον αθλητισμό με στημένους αγώνες μπάσκετ, ακόμα και την εκμετάλλευση της κοινωνικής ευαισθησίας μέσω εικονικών ΜΚΟ για παιδιά με καρκίνο, το μήνυμα είναι σαφές: το οργανωμένο έγκλημα έχει πάψει να είναι παράλληλος κόσμος· έχει γίνει κομμάτι του ιστού της πόλης μας. Η «θνητή» και οικεία μορφή του εγκλήματος.
Δεν είναι απλά τα πράγματα, ούτε αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε όλους όσοι συνειδητά έχουν μπει στους εγκληματικούς λαβυρίνθους παίρνοντας ο καθένας τα δικά του ρίσκα. Δεν πρόκειται πλέον για μια αφηρημένη απειλή. Η τοπική οικονομία των νοτίων προαστίων, με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το real estate και τη μεγάλη καταναλωτική κίνηση μετατρέπεται στο ιδανικό πεδίο για την ανακύκλωση και τη νομιμοποίηση μαύρου χρήματος. Η «βιτρίνα» δεν καλύπτει απλώς παράνομες δραστηριότητες, αλλά εκτοπίζει τον υγιή ανταγωνισμό και τους τοπικούς επαγγελματίες που προσπαθούν να λειτουργήσουν με το νόμο. Η κανονικοποίηση της γκρίζας και μαύρης οικονομίας, της διαφθοράς δημοσίων λειτουργών και υπηρεσιών, μπορεί κάλλιστα να κρύβεται πίσω από ένα καλοψημένο αφράτο κρουασάν σοκολάτα και έναν πρωινό καπουτσίνο. Ή μια πίτσα μαργαρίτα… Πού να πάει το μυαλό, ιδίως όταν συνεχίζει να μυρίζει θάλασσα…