Ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα 27 Απριλίου η κατασκευή του νέου κτιρίου γραφείων της BriQ Properties, της εισηγμένης εταιρείας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, στην οποία βασικοί μέτοχοι είναι ο Θεόδωρος Φέσσας και η Εύη Κουτσουρέλη. Οι δύο επιχειρηματίες ελέγχουν τον όμιλο Quest, έναν από τους σημαντικότερους επιχειρηματικούς ομίλους της χώρας, με δραστηριότητες που εκτείνονται από την τεχνολογία και τις ταχυμεταφορές έως το λιανεμπόριο και τις συμμετοχές σε μεγάλες εταιρείες.
Ο όμιλος Quest, μεταξύ άλλων, διατηρεί δραστηριότητα ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος και διανομέας της Apple και της Xiaomi στην Ελλάδα, ενώ στο χαρτοφυλάκιό του περιλαμβάνονται εταιρείες όπως η ACS, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες ταχυδιανομών στην ελληνική αγορά, και η Uni Systems, με παρουσία στον κλάδο της πληροφορικής και των τεχνολογικών λύσεων. Παράλληλα, ο όμιλος έχει συμμετοχή και στον όμιλο Φουρλή, ο οποίος διαχειρίζεται στην Ελλάδα αλυσίδες όπως τα ΙΚΕΑ, Intersport και Foot Locker.
Το νέο κτίριο γραφείων της BriQ Properties φέρει την ονομασία «Aenora Offices» και βρίσκεται στη λεωφόρο Ποσειδώνος 42, στην Καλλιθέα. Πρόκειται για ένα ακίνητο σε ιδιαίτερα προβεβλημένο σημείο, πολύ κοντά στο ΚΠΙΣΝ και το στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, με θέα προς τον Αργοσαρωνικό. Η θέση του, επί ενός από τους βασικούς οδικούς άξονες του παραλιακού μετώπου, ενισχύει την εμπορική του αξία και το καθιστά ελκυστικό για εταιρείες που αναζητούν σύγχρονους χώρους γραφείων με άμεση πρόσβαση τόσο προς το κέντρο της Αθήνας όσο και προς τον Πειραιά. Η εταιρεία προσβλέπει στη μίσθωσή του σε ναυτιλιακή εταιρεία λόγω της εγγύτητας που έχει στο παραλιακό μέτωπο και στον Πειραιά.
Συνολική επένδυση 7,1 εκατομμύρια ευρώ
Για την ανάπτυξη του ακινήτου απαιτήθηκε συνολική επένδυση της τάξεως των 7,1 εκατομμυρίων ευρώ. Από το ποσό αυτό, περίπου 1 εκατομμύριο ευρώ διατέθηκε για την απόκτηση του οικοπέδου και του προϋπάρχοντος ακινήτου, ενώ τα υπόλοιπα κεφάλαια κατευθύνθηκαν στην κατασκευή του νέου κτιρίου. Το έργο ανέλαβε να αποπερατώσει η εταιρεία Diolkos και την αρχιτεκτονική μελέτη εκπόνησε το γραφείο mtarchitects, Massouridis Theodoraki Architects.
Για να δημιουργηθεί το νέο κτίριο, προηγήθηκε η κατεδάφιση του παλαιού ακινήτου, επιφάνειας 1.907 τετραγωνικών μέτρων. Στη θέση του ανεγέρθηκε ένα σύγχρονο κτίριο γραφείων συνολικής επιφάνειας 2.114 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο διαθέτει δύο υπόγεια επίπεδα στάθμευσης. Η ανωδομή του νέου ακινήτου καλύπτει 1.530 τετραγωνικά μέτρα, ενώ η υπόλοιπη επιφάνεια αφορά στους υπόγειους χώρους.
Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά του έργου, καθώς το κτίριο πρόκειται να πιστοποιηθεί κατά το διεθνές πρότυπο LEED Gold. Η πιστοποίηση αυτή συνδέεται με την ενεργειακή απόδοση, τη βιώσιμη κατασκευή και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, στοιχεία που πλέον αποτελούν βασικό κριτήριο για μεγάλους εταιρικούς μισθωτές.
Στόχος της BriQ Properties είναι το ακίνητο να διατεθεί σε έναν μισθωτή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το μηνιαίο μίσθωμα αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στις 45.000 ευρώ. Αυτή την περίοδο η εταιρεία βρίσκεται σε συζητήσεις με ενδιαφερόμενους μισθωτές, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει τη ζήτηση που καταγράφεται για σύγχρονους και ενεργειακά αποδοτικούς χώρους γραφείων σε κομβικά σημεία της Αττικής.
Το τρίτο ξενοδοχείο «The Modernist» στον Πειραιά
Πέρα από το «Aenora Offices», η BriQ Properties διαθέτει στο χαρτοφυλάκιό της και άλλο ακίνητο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στον Πειραιά. Πρόκειται για το κτίριο όπου στεγαζόταν προηγουμένως η εταιρεία ναυτιλιακών προϊόντων Lalizas, στην οδό Δημητρίου Γούναρη 3. Το ακίνητο αυτό πρόκειται να μετατραπεί σε ξενοδοχείο και έχει μισθωθεί από τον επιχειρηματία Κωστή Καρατζά, δημιουργό και ιδιοκτήτη των ξενοδοχείων «The Modernist» στο Κολωνάκι και στη Θεσσαλονίκη.
Το νέο ξενοδοχείο στον Πειραιά θα αποτελέσει το τρίτο boutique hotel υπό το brand «The Modernist» στην Ελλάδα, σηματοδοτώντας την περαιτέρω ανάπτυξη της αλυσίδας. Η BriQ απέκτησε το συγκεκριμένο ακίνητο έναντι 2,14 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία στο τέλος του 2025, η αξία του έχει πλέον αυξηθεί, αποτυπώνοντας την υπεραξία που δημιουργείται από την αξιοποίηση του ακινήτου και τη μετατροπή του σε ξενοδοχειακή μονάδα.