Το τραπέζι είναι έτοιμο
Η Νότια Αθήνα δεν φημιζόταν ποτέ για το φαγητό της. Αυτό είναι σωστό και δεν είναι ντροπή να το παραδεχθούμε. Όμως, δεν είναι πια αλήθεια.
- Πάνος Κοκκίνης
- 03/08/2026 09:49
Η Παραλιακή και η νότια πλευρά της πόλης είχε για χρόνια μία δουλειά: Να είναι όμορφη. Η θάλασσα, το ηλιοβασίλεμα, το χαλαρό lifestyle, οι σέρφερ και τα μαυρισμένα σώματα, αυτά ήταν το όχι απαραίτητα και τόσο κολακευτικό προϊόν. Η εστίαση ήταν συμπληρωματική. Πρώτα σε ένοιαζε πού θα βγεις στη Γλυφάδα και μετά πού θα φας.
Με το πέρασμα των (τελευταίων) ετών αυτό άλλαξε. Νέες υποδομές ανοίγουν σε κάθε γωνιά της ακτογραμμής, από το Φάληρο μέχρι το Σούνιο και το Λαύριο. Σεφ με βραβεία και αστέρια και με καλύτερες προτάσεις στο τραπέζι τους επιλέγουν συνειδητά να επενδύσουν εδώ, επειδή βλέπουν κάτι που σιγοβράζει αφήνοντας αρώματα προοπτικής.
Και δεν είναι μόνο η υψηλή γαστρονομία που το αποδεικνύει. Είναι και η απλή, καθημερινή ιδέα που δουλεύεται σωστά. Ακόμη και το σουβλάκι, που ήταν πάντοτε σημείο αδυναμίας της περιοχής έχει αποκτήσει καινούριους, πιο ψαγμένους πρεσβευτές. Κι εκτός του ίδιου του φαγητού, βελτιώνεται η εξυπηρέτηση, η νοοτροπία, το συνολικό αποτέλεσμα.
Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι αν υπάρχει πια καλό φαγητό στην Αθηναϊκή Ριβιέρα. Υπάρχει και το βλέπει κανείς με γυμνό μάτι ή, για να το θέσουμε πιο σωστά, το αντιλαμβάνεται με την πρώτη μπουκιά. Το ερώτημα είναι αν η ανάπτυξη αυτή έχει κοινό αφήγημα ή αν είναι απλώς μια σειρά από μεμονωμένα ανοίγματα που συμβαίνει να συμπίπτουν χρονικά.
Επιχειρηματίες που ρισκάρουν κεφάλαιο σε μια αγορά που ακόμα είναι υπό διαμόρφωση και με αρκετά εμπόδια και προκλήσεις. Σεφ που αφήνουν το φως των βραβείων για μια κουζίνα δίπλα στη θάλασσα, χωρίς όμως την ασφάλεια του κέντρου. Επαγγελματίες που κρατούν όρθιο ένα μαγαζί ανάμεσα σε υψηλό ενοίκιο και ακόμα υψηλότερες απαιτήσεις. Και ένα κοινό που πια δεν αρκείται στη θέα, θέλει και το πιάτο να είναι στο ύψος της.
Όλοι αυτοί δουλεύουν, ο καθένας στη γωνία του, χωρίς να έχουν καθίσει ποτέ στο ίδιο τραπέζι.
Άλλωστε, κανένας γευστικός προορισμός του πλανήτη δεν έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα, επειδή ένας ή λίγοι έκαναν καλά τη δουλειά τους. Απαιτείται κοινή προσέγγιση και φιλοσοφία για καλά υλικά, χωρίς εκπτώσεις, εξειδικευμένη γνώση και όχι πρόχειρη αντιγραφή τάσεων. Ποιότητα και αισθητική που είναι μέρος της ουσίας. Και, πάνω απ’ όλα, επαγγελματισμός σε κάθε στάδιο, από την κουζίνα μέχρι το τραπέζι.
Δεν είμαστε πια στην εποχή που μπορούσες εύκολα να κοροϊδέψεις τον κόσμο. Πρώτον, επειδή ο κόσμος έχει ταξιδέψει, έχει δοκιμάσει και έχει μέτρο σύγκρισης. Δεύτερον, επειδή η ίδια η εποχή δεν αφήνει περιθώριο σε όποιον θέλει να χαλάσει αυτό που χτίζεται. Μια περιοχή δεν γίνεται γαστρονομικός προορισμός κλέβοντας στις γωνίες του στίβου. Πρέπει να τρέξεις όλη τη διαδρομή. Οπότε θέλει συνέπεια, χρόνο, διαφορετικά το project αποτυγχάνει. Το βιαστικό μαγαζί που ανοίγει για να προλάβει το καλοκαίρι, δύσκολα θα προλάβει το επόμενο.
Το The Table δεν είναι μόνο ένας οδηγός για το πού θα φας καλά, είναι η πρώτη προσπάθεια να καταγραφεί η στιγμή που η Αθηναϊκή Ριβιέρα σταματά να είναι απλώς όμορφη και αρχίζει να είναι νόστιμη. Και επειδή κάθε καλό εστιατόριο χρειάζεται το χρόνο του για να εξελίξει το μενού του, στη NouPou Media δεν βιαζόμαστε να το πούμε τέλειο.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο «The Table», την premium εφημερίδα της NouPou Media για τη γαστρονομία στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.