Ozempic, Mounjaro και άλλες ενέσιμες θεραπείες GLP-1 αποτελούν όχι μόνο ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της σύγχρονης ιατρικής αλλά και ένα μεγάλο θέμα συζήτησης. Η Αναστασία Γ. Ευτυχίδου MD, MSc, Ειδική Παθολόγος, εξειδικευμένη στη Μεταβολομική Ιατρική και τον Ιατρικό Βελονισμό, με έδρα τη Βάρη, απαντά στις πιο καίριες ερωτήσεις για τη σωστή χρήση τους.
Πολλοί είναι εκείνοι που ζουν υπό καθεστώς «δίαιτας» όλη τους τη ζωή και στις ενέσεις αδυνατίσματος ελπίζουν να βρουν τη λύση που το παραδοσιακό σχήμα «διατροφής-άσκησης» δεν κατάφερε να τους προσφέρει, τουλάχιστον όχι μακροπρόθεσμα. Κατά πόσο όμως είναι ασφαλής και σε ποιους απευθύνεται η χρήση των GLP-1, μας εξηγεί η κα Αναστασία Γ. Ευτυχίδου, MD, MSc, Ειδική Παθολόγος, εξειδικευμένη στη Μεταβολομική Ιατρική και τον Ιατρικό Βελονισμό.
Το GLP-1 (Glucagon-Like Peptide-1) είναι μια ορμόνη που ο οργανισμός παράγει φυσιολογικά, κυρίως μετά από ένα γεύμα. Πρόκειται για ορμόνη που ρυθμίζει το σάκχαρο και, όταν λειτουργεί σωστά, κρατά και την «πείνα» σε χαμηλότερα επίπεδα. Μιμούμενοι τη δράση αυτής της ορμόνης, οι επιστήμονες κατάφεραν να δημιουργήσουν ενέσιμα φάρμακα GLP-1, τα οποία δεν διασπώνται γρήγορα όπως η φυσική ορμόνη, δρουν για ημέρες και μπορούν να μειώσουν την όρεξη με πιο σταθερό τρόπο.
Μετά από 20 περίπου χρόνια κλινικής χρήσης, το GLP-1 έγινε δημοφιλές στο ευρύ κοινό, κάπως “ξαφνικά”. Ποια ήταν η μέχρι τώρα χρήση του και τι άλλαξε; Γιατί όλοι πλέον γνωρίζουν τις ενέσεις αδυνατίσματος;
Πράγματι, βιώνουμε μια έκρηξη δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια, ωστόσο η ιατρική κοινότητα γνωρίζει και χρησιμοποιεί τα σκευάσματα αυτά εδώ και δύο δεκαετίες, έχοντας ως κύριο στόχο τη ρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη. Αυτό που άλλαξε δραστικά τα τελευταία χρόνια και έφερε την επανάσταση που βλέπουμε σήμερα, οφείλεται σε τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, η εξέλιξη της φαρμακολογίας μας έδωσε νεότερα, πολύ πιο ισχυρά σκευάσματα, τα οποία έχουν καλύτερη αποτελεσματικότητα και το κυριότερο, χορηγούνται σε εβδομαδιαία βάση, γεγονός που διευκολύνει σημαντικά την καθημερινότητα του ασθενούς.
Δεύτερον, οι μεγάλες κλινικές μελέτες ανέδειξαν κάτι εντυπωσιακό: η απώλεια βάρους δεν ήταν απλώς μια θετική «παρενέργεια», αλλά ένα σταθερό θεραπευτικό αποτέλεσμα που προσέγγιζε ποσοστά τα οποία μέχρι πρότινος βλέπαμε μόνο στη βαριατρική χειρουργική. Παράλληλα, διαπιστώσαμε σημαντική βελτίωση σε κρίσιμους δείκτες, όπως η λιπώδης διήθηση του ήπατος, η αρτηριακή πίεση και η ινσουλινοαντίσταση.
Τρίτον, και ίσως πιο ουσιαστικό, έχει αλλάξει η ιατρική προσέγγιση απέναντι στην παχυσαρκία. Πλέον, αναγνωρίζεται ως μια χρόνια, πολυπαραγοντική νόσος και όχι ως έλλειψη εγκράτειας. Ως νόσος, πλέον, απαιτεί σωστή ιατρική διαχείριση και οι αγωνιστές GLP-1 είναι το βασικό θεραπευτικό εργαλείο που διαθέτουμε για τον έλεγχό της.
Μεταξύ άλλων λοιπόν, πρόκειται για μια θεραπεία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βαριατρικούς ασθενείς ως bridge therapy πριν το χειρουργείο. Μπορεί να λειτουργήσει τόσο καλά, ώστε να αποφύγουμε το χειρουργείο;
Σαφέστατα. Τα GLP-1 χρησιμοποιούνται ήδη με επιτυχία ως bridge therapy πριν από βαριατρικές επεμβάσεις. Η απώλεια βάρους προεγχειρητικά είναι ζωτικής σημασίας, καθώς βελτιώνει το μεταβολικό προφίλ του ασθενούς και μειώνει τον διεγχειρητικό κίνδυνο, καθιστώντας την επέμβαση ασφαλέστερη. Μάλιστα, παρατηρούμε περιπτώσεις όπου η ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή είναι τόσο θεαματική, που οδηγεί σε ύφεση συνοδών νοσημάτων, όπως ο διαβήτης ή η υπέρταση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί πράγματι ένας ασθενής σε συνεννόηση με τον γιατρό του να αναβάλει ή και να αποφύγει το χειρουργείο.
Ωστόσο, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Για ασθενείς με νοσογόνο παχυσαρκία και πολύ υψηλό δείκτη μάζας σώματος (BMI), η βαριατρική χειρουργική παραμένει η πιο αποτελεσματική και μόνιμη λύση. Τα GLP-1 δεν ήρθαν για να καταργήσουν το χειρουργείο, αλλά για να λειτουργήσουν ως ένα ισχυρό συμπληρωματικό εργαλείο που, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος ή να προσφέρει μια εναλλακτική θεραπευτική οδό.
Αν δεν μιλάμε για νοσογόνο παχυσαρκία, αλλά για κάποιον που θέλει να χάσει 10 ή και λιγότερα κιλά, συστήνεται τα GLP-1; Και αν ναι, έχει αποτέλεσμα αν η διατροφή παραμένει η ίδια;
Εδώ πρέπει να είμαστε απόλυτοι! Τα GLP-1 είναι φάρμακα και όχι αισθητικές θεραπείες. Δεν ενδείκνυνται για την απώλεια 5-10 κιλών για λόγους καθαρά αισθητικούς. Η ιατρική ένδειξη αφορά την παχυσαρκία ή το υπερβάλλον βάρος όταν αυτό συνοδεύεται από μεταβολικές διαταραχές, όπως ο προδιαβήτης ή η λιπώδης διήθηση. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να χορηγηθούν σε άτομα με μικρότερο πλεόνασμα βάρους, αλλά μόνο εφόσον υπάρχουν αυστηρά ιατρικά κριτήρια που στοχεύουν στη μεταβολική υγεία και όχι στην εικόνα.
Όσον αφορά το θέμα της διατροφής και της άσκησης, το φάρμακο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μαγικό ραβδί. Ενισχύει μεν το αίσθημα του κορεσμού και μειώνει την όρεξη, αλλά δεν μπορεί να αναιρέσει τις επιπτώσεις μιας κακής διατροφής. Αν ο ασθενής δεν αλλάξει τις διατροφικές του συνήθειες και τον τρόπο ζωής του, τα αποτελέσματα δεν θα είναι τα βέλτιστα και, το κυριότερο, το βάρος θα επανέλθει μόλις διακοπεί η αγωγή. Η θεραπεία λειτουργεί συνεργιστικά με την αλλαγή του τρόπου ζωής, δεν την υποκαθιστά.
Θεωρείτε ότι είναι σημείο της εποχής, οι άνθρωποι πλέον είμαστε φυγόπονοι και στρεφόμαστε προς τις ενέσεις για να αδυνατίσουμε με λιγότερη προσπάθεια; Ή αποτελεί πράγματι ένα σημαντικό ιατρικό επίτευγμα, καθότι ρυθμίζει – αν μπορούμε να το πούμε έτσι- παθήσεις όπως μεταβολικά νοσήματα που πιθανώς συνυπάρχουν;
Η απάντηση εξαρτάται από το ποιος χρησιμοποιεί τα φάρμακα αυτά και γιατί. Αν μιλάμε για ένα άτομο χωρίς μεταβολικά προβλήματα που επιλέγει την ένεση ως εύκολη λύση για να χάσει 5-6 κιλά, τότε ναι, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για λανθασμένη νοοτροπία. Όταν όμως αναφερόμαστε σε έναν άνθρωπο υπέρβαρο ή παχύσαρκο, με μεταβολική δυσπραγία, ινσουλινοαντίσταση, προδιαβήτη, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία ή άλλα συνοδά νοσήματα, η χρήση των GLP-1 δεν είναι φυγοπονία, είναι η ενδεδειγμένη ιατρική αντιμετώπιση μιας χρόνιας νόσου. Όπως αναφέραμε, η παχυσαρκία είναι μια ορμονική και νευρομεταβολική νόσος. Σε αυτούς τους ασθενείς, το φάρμακο έρχεται να διορθώσει ορμονικούς μηχανισμούς που μπλοκάρουν την απώλεια βάρους, εφόσον δεν έχουν αποδώσει πριν οι προσπάθειές τους με δίαιτα και άσκηση. Για πολλούς, τα GLP-1 είναι το εργαλείο που επιτέλους ξεκλειδώνει τον μεταβολισμό τους και επιτρέπει στην προσπάθειά τους να αποδώσει καρπούς. Επομένως, στα σωστά ιατρικά χέρια, μιλάμε αδιαμφισβήτητα για ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της σύγχρονης ιατρικής.
Πόσο γρήγορα μπορεί να επιτευχθεί η απώλεια βάρους με χρήση ενέσεων τέτοιου τύπου;
Η δράση των αγωνιστών GLP-1 είναι προοδευτική. Συνήθως, η απώλεια βάρους αρχίζει να γίνεται αισθητή μέσα στις πρώτες 4–8 εβδομάδες, καθώς αυξάνουμε σταδιακά τη δοσολογία, και κορυφώνεται στους 6 έως 12 μήνες θεραπείας. Σε αυτό το διάστημα παρατηρείται κατά μέσο όρο απώλεια 15–20% του αρχικού σωματικού βάρους, ενώ σε αρκετούς ασθενείς τα ποσοστά μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερα, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Η αγωγή αυτή μπορεί να δημιουργήσει κάποιου είδους εθισμό; Πόσο γρήγορα θα ξαναπάρει κάποιος βάρος όταν τις σταματήσει;
Τα GLP-1 δεν είναι εθιστικά, ούτε σωματικά ούτε ψυχολογικά. Αυτό που συχνά συγχέεται με εξάρτηση είναι το γεγονός ότι ο ασθενής, καθώς βελτιώνεται σημαντικά η μεταβολική του κατάσταση και η σχέση του με το φαγητό, ανησυχεί για πιθανή υποτροπή μετά τη διακοπή της θεραπείας. Πρόκειται για μια αναμενόμενη και λογική ανησυχία σε μια χρόνια νόσο, και όχι για ένδειξη εθισμού.
Ωστόσο, εάν η αγωγή διακοπεί πριν εδραιωθούν νέες διατροφικές και συμπεριφορικές συνήθειες, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μέσα στους επόμενους μήνες να σημειωθεί μερική ή ακόμη και πλήρης επαναπρόσληψη του βάρους. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί ασθενείς δυσκολεύονται να διακόψουν τη θεραπεία ακόμη και όταν έχουν φτάσει τον επιθυμητό στόχο. Αυτό καθιστά την ιατρική παρακολούθηση απαραίτητη, τόσο κατά τη διάρκεια της θεραπείας όσο και στη φάση της συντήρησης.
Με ποιο κριτήριο επιλέγει ο ιατρός ποιο είδος ένεσης ταιριάζει στον ασθενή;
Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου αποτελεί μια σύνθετη εξίσωση που λύνουμε μαζί με τον ασθενή. Δεν υπάρχει καλό και κακό φάρμακο, υπάρχει το κατάλληλο για τον συγκεκριμένο οργανισμό. Τα κριτήρια που συνυπολογίζουμε είναι τρία: το κλινικό προφίλ (Δείκτης Μάζας Σώματος, ιστορικό διαβήτη ή λιπώδους διήθησης), η απάντηση του οργανισμού σε προηγούμενες προσπάθειες και, ας είμαστε ρεαλιστές, η οικονομική δυνατότητα, καθώς μιλάμε για ακριβές θεραπείες που απαιτούν συνέπεια και βάθος χρόνου.
Για να κατανοήσουμε τις διαφορές: Η Saxenda, για παράδειγμα, είναι μια καθημερινή ένεση που συχνά επιλέγουμε σε άτομα με μικρότερη ανάγκη απώλειας βάρους ή σε περιπτώσεις που χρειαζόμαστε μια πιο ήπια ρύθμιση της όρεξης και μεγαλύτερο έλεγχο των παρενεργειών.
Η Ozempic και η Wegovy περιέχουν την ίδια δραστική ουσία, αλλά έχουν διαφορετική στόχευση. Η Ozempic απευθύνεται κυρίως στη ρύθμιση του Διαβήτη Τύπου 2 και της ινσουλινοαντίστασης, ενώ η Wegovy είναι σχεδιασμένη ειδικά για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, φτάνοντας σε υψηλότερες δόσεις για να επιτύχει μεγαλύτερη απώλεια βάρους.
Η Mounjaro είναι η πιο ισχυρή μεταβολικά, καθώς δρα σε δύο ορμονικούς άξονες (GLP-1 και GIP). Το προτιμάμε σε περιπτώσεις ασθενών με πολύ υψηλό δείκτη μάζας σώματος ή όταν υπάρχει σοβαρή μεταβολική εμπλοκή που απαιτεί δραστική παρέμβαση. Να σημειώσουμε ότι μπορεί ένας ασθενής να ξεκινήσει με ένα φάρμακο της κατηγορίας και να αλλάξει σε κάποιο άλλο αν δεν έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα στο χρονικό διάστημα που το περιμένουμε.
Σε κάθε περίπτωση, όλα τα σκευάσματα έχουν ίδιες αντενδείξεις και παρόμοιο προφίλ ασφάλειας, με κυριότερες παρενέργειες κάποιες ενοχλήσεις στο γαστρεντερικό, οι οποίες όμως είναι διαχειρίσιμες με τη σωστή σταδιακή αύξηση της δόσης.
Εσείς τι συμβουλεύετε ασθενείς σας που θέλουν να ξεκινήσουν μια τέτοια θεραπεία, αλλά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις;
Συχνά έρχονται άνθρωποι που απλώς δεν χάνουν εύκολα βάρος. Πριν από οποιαδήποτε συζήτηση για ενέσιμη ή άλλη φαρμακευτική αγωγή, είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητος ένας πλήρης εργαστηριακός έλεγχος. Ελέγχουμε τους ορμονικούς και μεταβολικούς δείκτες, θυρεοειδή, ινσουλινοαντίσταση, δείκτες φλεγμονής, κορτιζόλη αλλά και πιθανές ελλείψεις σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.
Πολύ συχνά, η διόρθωση μεταβολικών ή ορμονικών διαταραχών, που δεν είναι εμφανείς, αρκεί για να ξεμπλοκάρει η απώλεια βάρους, χωρίς να χρειαστεί φάρμακο. Ακόμη όμως και αν χρειαστεί μια μικρή βοήθεια, η ιατρική μας δίνει επιλογές πέρα από τις ενέσιμες θεραπείες. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα από το στόμα ως ένα προσωρινό boost ή φυσικά συμπληρώματα όπως η βερβερίνη, πάντα εξατομικευμένα. Το βασικό μήνυμα που δίνω στους ασθενείς είναι ότι δεν υπάρχει μία λύση για όλους. Η φαρμακευτική αγωγή ,είτε ενέσιμη είτε από το στόμα, είναι συμπληρωματικό εργαλείο και όχι υποκατάστατο της διατροφής ή της άσκησης. Σε όσους, λοιπόν, επιθυμούν να χάσουν βάρος χωρίς να αντιμετωπίζουν διαγνωσμένη παχυσαρκία ή μεταβολικές διαταραχές, η σύστασή μου είναι σαφής, θερμιδικό έλλειμμα βασισμένο στα πρότυπα της Μεσογειακής διατροφής και, απαραιτήτως, άσκηση με βάρη και αντιστάσεις.
Δίνουμε έμφαση στην αποφυγή των λευκών υδατανθράκων και στην επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης μέσα στην ημέρα. Ο λόγος είναι απλός αλλά κρίσιμος. Η πρωτεΐνη θωρακίζει τη μυϊκή μάζα, η οποία αποτελεί το θεμέλιο ενός υγιούς και ενεργού μεταβολισμού.
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου