Αστακός, ένα ψαροχώρι κρυμμένο στην αγκαλιά της Γλυφάδας
Η Ελένη Ψυχούλη κατεβαίνει στα Νότια Προάστια για τη Σαρακοστή και επιλέγει τα ψαροφαγικά εστιατόρια και τα πιάτα θαλασσινών που ξεχωρίζουν.
- Ελένη Ψυχούλη
- 15/03/2026 10:08
Αν τη Γλυφάδα την έχεις στο μυαλό σου φουτουριστική, λουσάτη και χλιδάτη, η 2η Μαρίνα εμφανίζεται μπροστά σου σαν την εξαίρεση που-ίσως-επιβεβαιώνει τον κανόνα, κυρίως, όμως, σαν ένα θαλασσινό, κινηματογραφικό σκηνικό βγαλμένο από τις ταινίες της Φίνος Φιλμ. Τα λευκά κιόσκια της παλιάς Ιχθυόσκαλας παρατεταγμένα στη σειρά, στην κόχη της ακροθαλασσιάς, πλάι τους οι ψαρόβαρκες σαν εκρήξεις από χρώμα να κοντράρουν το απέραντο γαλάζιο, μυρωδιά από δίχτυα, φωνές και λέξεις θαλασσινές στο φασαριόζικο ξεψάρωμα, οι πάγκοι γεμίζουν πραμάτεια ζωντανή, σπαρταριστή, όλο το Αιγαιοπελαγίτικο φολκλόρ, αυθεντικό μπροστά σου. Μια Ελλάδα που δεν έσβησαν οι πύργοι του Ελληνικού που υψώνονται στον κοντινό ουρανό, μια Ελλάδα που έχει ανάγκη η ψυχή σου για να γαληνέψει, να νιώσει στο μπόι του Ανθρώπου.

Μπροστά ακριβώς στη μαγεία και την αύρα που μοσχοβολά ακόμη ιώδιο, ο Αστακός, με την περίβλεπτη απανταχού θέα και τα τραπεζάκια του ακριβώς πάνω στα δρώμενα, δεν παραγγέλνει το ψάρι του. Τα δίχτυα αδειάζουν τη λαχταριστή τους πραμάτεια κατευθείαν στην ψαριέρα του, χοροπηδάνε οι καραβίδες, οι στείρες, οι σκορπίνες, οι σαργοί και οι συναγρίδες. Ο Αστακός μετρά τα τραπέζια του γεμάτα από την πρώτη του μέρα, εδώ και δύο χρόνια περίπου. Και γι’αυτό δεν ευθύνεται μόνο αυτό το μικρό διαμάντι παραθαλάσσιας καλλονής.
Ένα σκηνικό χαλαρής γιορτής, με τις εντυπωσιακές ψάθινες ομπρέλες-φωτιστικά, τις λινάτσες, το πλακόστρωτο πάτωμα και το χαλίκι των εξωτερικών χώρων που σε επιστρέφει σε ένα νοσταλγικό Άλλοτε. Τραπέζια απλόχωρα, γλυκό χρώμα του ξύλου, εκεί όπου η νέα γλώσσα μιας καθημερινής πολυτέλειας αντικρύζει κατάματα την ορεκτική κίνηση της ανοιχτής κουζίνας, το πηγαινέλα των πιάτων, τον πυρετό της προετοιμασίας. Στην οποία κουζίνα πρωτοστατεί ο Γρηγόρης Ποπράβκιν, Ρώσος της Αθήνας, με καριέρα στην Κύπρο. Ο Γρηγόρης είναι, θαρρείς, πιστό αντίγραφο του Ντοστογιέφσκι ή έστω, κάποιου ήρωά του, παιδί αβρό, ευγενικό και χαμηλών τόνων, που μόλις έφερε μια φρέσκια νοστιμιά στην κουζίνα του Αστακού.

Ο οποίος, παρέα με τα 40 ξεχωριστά αποστάγματα που αποζητούν τον μεζέ τους, μπορεί να σε προσγειώσει στην πιο κλασική όχθη, με τα τραγανά τηγανητά κολοκυθάκια, τον μπακαλιάρο στο κρακελαριστό κουρκούτι, τα κλασικά καλαμαράκια και τα μικρόψαρα του τηγανιού, τον μαρινάτο γαύρο, τα σπιτικά, λεμονάτα ντολμαδάκια γιαλαντζί με φύτρες ευωδιαστής ματζουράνας, η τηγανητή μυδόψυχα και ένα ξιδάτο χταπόδι, όλα σπιτικά φτιαγμένα και όπως ακριβώς τα ονειρεύεσαι σε μια χαλαρή μεζεδοκατάσταση πλάι ακριβώς στο κύμα. Ανεβαίνοντας κατηγορία, μπορείς να προσθέσεις στο τραπέζι σου φρέσκα όστρακα, αχινό πάνω σε φρυγανισμένο ψωμάκι ή ένα σεβίτσε με εσπεριδοειδή και τσίλι, τώρα που τα ωμά έχουν πλέον καταγραφεί στο κλασικό μας ψαρορεπερτόριο.

Αν κάτι θα ξεχωρίσω από τα ορεκτικά, είναι η ταραμοσαλάτα, που όμοιά της δεν έχω δοκιμάσει πουθενά αλλού: ούτε μους ούτε αφρός, μια καλοδουλεμένη, βελούδινη ταραμοσαλάτα που μυρίζει μαμά και παράδοση, σερβιρισμένη με αρωματικό λάδι από τσάιβς που της χαρίζει χρώμα και τσαχπινιά. Μπουκιές ηδονικές παρέα με το μαύρο, ζυμωτό ψωμάκι, με τη μεστή, χωριάτικη υφή. Στην ομοιομορφία που χαρακτηρίζει τις εστιατορικές σαλάτες, αυτή με το τραγανό άισμπεργκ, φαντάζει σαν όαση: τραγανή πρασινάδα, φύτρα από τσάιβ, ένα γλυκό, μαγικό πικλαρισμένο, τραγανό κρεμμύδι, λευκή λεμονάτη σος και γαρίδες. Αλλά τι γαρίδες! Νομίζω πως είχα από παιδί να νιώσω τη βαθιά νοστιμιά μιας αλλοτινής, αληθινής γαρίδας. Και κάπου κάπου, σαν έκρηξη, μια διακριτική κάψα από φρέσκο τσίλι κρυμμένη μέσα στα φύλλα. Λίγα υλικά που κρατάνε τη θέση τους και έχουν το λόγο τους, ο ορισμός μιας ιδανικής σαλάτας που σε προετοιμάζει για την ιδιαίτερη κουζίνα του Αστακού.

Εδώ που ήρθες, μην μείνεις μόνο στο άπαιχτα ψημμένο φρέσκο ψάρι. Η κουζίνα σού κρατά έκπληξη μια μαγειρευτή άποψη για το ψάρι, που δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσει αδιάφορο: η τηγανιά από φρέσκο τόνο, κρατά όλη τη νοστιμιά του καλού ψαριού που μαγειρεύεται διακριτικότατα γλυκόξινο με κρεμμύδι, κόκκινη πιπεριά και μια εξωτική πινελιά από τζίντζερ και σόγια. Κατευθείαν από τον ξυλόφουρνο, το φρικασέ με φρέσκο φιλέτο ψαριού, χόρτα και μάραθο, είναι η σπεσιαλιτέ που δεν πρέπει να λείψει από κανένα τραπέζι. Υλικά που δεν μπερδεύονται, καθένα με ευδιάκριτη τη γεύση και τη φρεσκάδα του, μέσα σε μια φινετσάτη, βελούδινη, ισορροπημένα λεμονάτη σάλτσα. Στη θέση του λαχανοντολμά με θαλασσινά που θα βρεις παντού αλλού, ο Αστακός μαγειρεύει στον ξυλόφουρνό του μια διαφορετική εκδοχή, ολόκληρα τα λαχανόφυλλα σε στρώσεις, γεμιστά με φρέσκο φιλέτο ψαριού, το σύνολο μέσα σε μια ωραιότατη λευκή σάλτσα. Το γιουβέτσι με τις jumbo γαρίδες και το κριθαράκι, κρατά τον χαρακτήρα του ελληνικό, δεν μπλέκεται με ξενόφερτα ριζότα και κριθαρότα. Απέναντη νοστιμιά από κριθαράκι της παράδοσης, ανάλαφρη γεύση δεμένη μόνο με ελαιόλαδο, κάπου στο βάθος της νιώθεις την πολίτικη παράδοση που ήξερε να φτιάχνει αριστουργήματα με δυο-τρία βασικά υλικά.

Η σοκολάτα με καραμέλα και φουντούκια και το εκμέκ με τσουρέκι και κρέμα βανίλιας είναι ο ιδανικός δρόμος για να κλείσεις κορυφαία ένα θαλασσινό ταξίδι στο οποίο υπόσχεσαι να επιστρέψεις. Όμως, εγώ, θα το πάρω πάλι από την αρχή και θα τελειώσω, ξεκινώντας με το καλωσόρισμα: γιατί από εκεί καταλαβαίνεις πάντα τη νοστιμιά που θα επακολουθήσει. Μαζί με το ζυμωτό του ψωμάκι, ο Αστακός σε υποδέχεται με ελιές και μια μαγική πάστα ντομάτας, με πελτέ που έχει δουλευτεί μαστόρικα με θυμάρι, λίγη ζάχαρη και ελαιόλαδο, ένα καλωσόρισμα που σε προσγειώνει στο καλοκαίρι και στην ευωδιά της Αυγουστιάτικης ντομάτας, σαν να σου δίνει τη ρότα, σαν να σου λέει, «εδώ είναι το ταξίδι».