Παραβιάσεις και κλοπές σε σχολεία: Ένα γνωστό πρόβλημα χωρίς πρόληψη
Τα συνεχή περιστατικά βανδαλισμών και κλοπών - μεταξύ άλλων σε σχολεία των νοτίων προαστίων με καταγεγραμμένα περιστατικά σε Γλυφάδα, Ελληνικό-Αργυρούπολη, Βούλα και Βάρη - αναδεικνύουν την έλλειψη οργανωμένης πρόληψης, μετατρέποντας ένα κρίσιμο ζήτημα σε διαρκή απειλή για τη δημόσια περιουσία και την ασφάλεια της σχολικής κοινότητας.
- Γιώργος Ντούτσουλης
- 28/04/2026 12:09
Το τελευταίο διάστημα, καταγράφονται επανειλημμένα περιστατικά παραβιάσεων, βανδαλισμών και κλοπών σε σχολικές μονάδες. Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν αφορά πλέον μεμονωμένα συμβάντα, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο με το θέμα να αφορά τη γενικότερη συζήτηση για την παραβατικότητα των ανηλίκων αλλά και της προστασίας των δημόσιων χώρων.
Η Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας των Ανηλίκων αναφέρει αυξητική τάση στα εγκλήματα όπου εμπλέκονται ανήλικοι ενώ παράλληλα το Υπουργείο Παιδείας έχει ήδη θεσπίσει και ενεργοποιήσει μηχανισμούς καταγραφής και αντιμετώπισης του «φαινομένου», αναγνωρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι περιστασιακό αλλά συστημικό που απαιτεί οργανωμένη πρόληψη και θεσμική απάντηση.
Τα περιστατικά στο σχολικό συγκρότημα του 5ου Γυμνασίου και Λυκείου στη Γλυφάδα, όπου κατά τη διάρκεια των διακοπών του Πάσχα σημειώθηκε εισβολή με κλοπή χρημάτων που προορίζονταν για σχολική εκδρομή, αφαίρεση ηλεκτρονικού εξοπλισμού και εκτεταμένους βανδαλισμούς, είναι ενδεικτικό της μορφής που λαμβάνει πλέον το φαινόμενο.
Αντίστοιχα στον Δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης είχαμε επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις σχολικών μονάδων, με αποξήλωση και κλοπή εξοπλισμού.
Και στον Δήμο Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, είχαμε την κλοπή εξωτερικών μονάδων κλιματισμού από το 2ο Λύκειο και το 2ο Γυμνάσιο Βούλας, σχολεία που είχαν πρόσφατα ανακαινιστεί μέσω του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» και όπου μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί η αντικατάσταση των μονάδων. Επιπλέον, στα 3Β, τον Φεβρουάριο του 2023, άγνωστοι εισήλθαν σε Δημοτικό Σχολείο της Βούλας και προκάλεσαν εκτεταμένες φθορές, τον Οκτώβριο του 2020 είχαν επίσης αναφερθεί εκτεταμένοι βανδαλισμοί σε σχολικές μονάδες της Βάρης, με καταστροφές σε χώρους και εκπαιδευτικό υλικό και παράνομη είσοδο στο 1ο Δημοτικό, και σε αυτά να προσθέσουμε τις αναφορές για χρήση ουσιών σε σχολεία, ευτυχώς όχι κατά την διάρκεια λειτουργίας.
Όλα τα παραπάνω δεν αφορούν μόνο τη λειτουργία των σχολείων, αλλά και την προστασία μιας δημόσιας επένδυσης που δυστυχώς έγινε χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για τη διασφάλισή της.
Η ευθύνη φυσικά για την κλοπή αλλά και οι βανδαλισμοί, ως πράξη, δεν μπορούν να αποδοθούν στον Δήμο. Η απουσία όμως πρόληψης σε ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, τίθενται και συγκεκριμένα ερωτήματα όπως γιατί οι επανειλημμένες επισημάνσεις διευθύνσεων σχολείων, εκπαιδευτικών, Συλλόγων Γονέων και Ενώσεων Συλλόγων Γονέων δεν έχουν μετατραπεί σε πράξη. Γιατί δεν έχουν υλοποιηθεί σε δήμους, και φυσικά στον Δήμο Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, μέτρα που ήδη εφαρμόζονται αλλού; Πρόκειται για έλλειψη πόρων, έλλειψη προτεραιοποίησης ή απλώς αδιαφορία;
Οι προτάσεις δεν είναι ούτε ασαφείς ούτε υπερβολικές αλλά συγκεκριμένες και επαναλαμβάνονται εδώ και χρόνια: παρουσία φύλαξης σε ώρες μη λειτουργίας, κάμερες σε εξωτερικούς χώρους που να ενεργοποιούνται μετά τις ώρες λειτουργίας του σχολείου, με το καταγεγραμμένο υλικό να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση βανδαλισμών και σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων, συστήματα συναγερμού, ενίσχυση φωτισμού και περίφραξης, καθώς και συνεργασία με τις αρχές για στοχευμένες περιπολίες.
Σε κάποιους δήμους έχουν ήδη γίνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, στο Περιστέρι, ο Δήμος παρουσίασε πρωτοβουλία για την πρόληψη και αντιμετώπιση της σχολικής βίας, δείχνοντας ότι η ασφάλεια του σχολείου μπορεί να αντιμετωπιστεί ως οργανωμένο πλαίσιο δράσης και όχι ως απλή αντίδραση μετά το συμβάν.
Η προσέγγιση όμως που φαίνεται να εφαρμόζεται μέχρι στιγμής, ειδικότερα στον Δήμο 3Β, παραμένει κυρίως πυροσβεστική και after the fact. Με λίγα λόγια, πρώτα συμβαίνει η ζημιά και μετά αναζητείται λύση, με αποτέλεσμα οικονομική, λειτουργική και κοινωνική ζημία για τον δημότη που εγείρει ακόμη περισσότερα ερωτηματικά.
Το επιχείρημα που ακούγεται συχνά, αυτό του κόστους των προληπτικών μέτρων, δεν φαίνεται να έχει βάση αφού υπάρχουν διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία. Για παράδειγμα, το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε χρηματοδότηση 50 εκατομμυρίων ευρώ για το 2026 προς τους δήμους και τους συνδέσμους τους για δράσεις πυροπροστασίας, ενώ μέσω ΕΣΠΑ χρηματοδοτούνται έργα ανάπτυξης και αναβάθμισης σχολικών υποδομών. Πιθανώς να υπάρχουν και άλλες δυνατότητες που ένας οργανωμένος δήμος οφείλει να αναζητά και να αξιοποιεί.
Άρα το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν χρήματα (χρήματα υπάρχουν!) αλλά αν υπάρχει σχεδιασμός και εν τέλει αν υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται και ασχολείται πραγματικά και όχι προσχηματικά.
Υπάρχει φυσικά και το κοινωνικό επίπεδο, που εκεί οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Το σχολείο παύει να βιώνεται ως προστατευμένος χώρος, αφού περιστατικά εισόδου εξωσχολικών έχουνε ήδη αναφερθεί ακόμη και κατά τη διάρκεια λειτουργίας σχολείων. Διευθυντές με τους οποίους μιλήσαμε ανησυχούν ακόμα και για φαινόμενα τύπου «Γαλλίας» και «Τουρκίας» με είσοδο «οπλισμένων» νεαρών.
Αυτή η εικόνα μεταφέρεται σε όλη τη σχολική κοινότητα και φυσικά και στους μαθητές με την εμπιστοσύνη στη διοίκηση να διαβρώνεται και την παραβατικότητα, αντί να συναντά όρια, να βρίσκει χώρο και να επεκτείνεται.
Η ουσία, μετά από όλα αυτά, δεν μπορεί να βρίσκεται μόνο στην απλή καταγραφή και την αναφορά των περιστατικών από ΜΜΕ, αν και πολλές φορές αποκρύπτονται, αλλά πολύ περισσότερο στην επιλογή που γίνεται, δηλαδή στο αν θα συνεχίσουμε να δρούμε πυροσβεστικά, επιδιορθώνοντας ή μπαλώνοντας εκ των υστέρων ή θα περάσουμε επιτέλους σε ένα οργανωμένο πλαίσιο πρόληψης που να αποδεικνύει το πραγματικό ενδιαφέρον των υπευθύνων.
Αν το ζήτημα αντιμετωπιστεί με όρους πρόληψης, αποτροπής και ουσιαστικής αξιολόγησης κινδύνων, όπως εφαρμόζεται διεθνώς, τότε δεν θα διασφαλιστεί απλώς ο εξοπλισμός ή μια αφηρημένη έννοια δημόσιας περιουσίας. Θα προστατευτούν τα ίδια τα σχολεία στον πραγματικό τους ρόλο, ως ζωντανοί χώροι παιδείας, πολιτισμού και διαμόρφωσης ανθρώπων. Θα προστατευτεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο τα παιδιά μεγαλώνουν, μαθαίνουν να συνυπάρχουν, να σέβονται και να δημιουργούν, θα προστατευτεί η εμπιστοσύνη τους προς το σχολείο, προς την κοινωνία και προς τους θεσμούς και τελικά, θα προστατευτούν και τα ίδια τα παιδιά μας, οι μαθητές των δημόσιων σχολείων, που δεν θωρακίζονται από ιδιωτικές υποδομές, αλλά στηρίζονται αποκλειστικά σε αυτό που η Πολιτεία και η τοπική διοίκηση έχουν χρέος να τους παρέχουν.
Η επιλογή λοιπόν είναι βαθιά πολιτική και αξιακή και θα δείξει, στην πράξη – όχι με λόγια ούτε με ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, ποιοι πραγματικά αξίζουν το σεβασμό και την εκτίμηση των πολιτών.