Σε μια διαφορετική κατηγορία αγοραστών, με μικρότερη οικονομική δυνατότητα από εκείνους που έχουν αποκτήσει μέχρι σήμερα κατοικία στο Ελληνικό, στρέφεται η Lamda Development, προετοιμάζοντας τη δεύτερη φάση της μεγαλύτερης αστικής ανάπλασης στην Ελλάδα. Μετά την αρχική περίοδο, κατά την οποία κυριάρχησαν οι πολυτελείς κατοικίες και οι αγοραστές υψηλών εισοδημάτων, η εισηγμένη σχεδιάζει να διευρύνει το οικιστικό της χαρτοφυλάκιο, εισάγοντας στην αγορά πιο προσιτές επιλογές. Στόχος είναι το Ελληνικό να αποκτήσει σταδιακά χαρακτηριστικά μιας ζωντανής πόλης, με μόνιμους κατοίκους και καθημερινή δραστηριότητα, και να μην περιοριστεί σε έναν προορισμό πολυτελούς διαβίωσης και επενδυτικών τοποθετήσεων.
Η αλλαγή αυτή αναμένεται να αποτυπωθεί στη δεύτερη φάση της ανάπτυξης, η οποία περιλαμβάνει περίπου 3.500 νέες κατοικίες, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2032. Πρόκειται για μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με την πρώτη περίοδο εμπορικής αξιοποίησης του πρώην αεροδρομίου, όταν στην αγορά βγήκαν κατά κύριο λόγο ακίνητα που απευθύνονταν σε ένα ιδιαίτερα εύπορο αγοραστικό κοινό.
Τις βασικές κατευθύνσεις του νέου σχεδιασμού παρουσίασε ο εμπορικός διευθυντής της Lamda Development, Αλέξανδρος Μουλάς, μιλώντας στο συνέδριο ακινήτων Prodexpo. Όπως εξήγησε, η εταιρεία επιδιώκει να προσεγγίσει ένα ευρύτερο τμήμα της αγοράς, το οποίο σήμερα παραμένει εκτός Ελληνικού εξαιτίας των υψηλών τιμών πώλησης.
«Στη δεύτερη φάση των 3.500 κατοικιών πρέπει να είναι διαφορετικό το προφίλ των αγοραστών. Το Ελληνικό χρειάζεται ανθρώπους που μένουν στα σπίτια και δίνουν ζωή στο Ελληνικό», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τη φιλοσοφία που θα καθορίσει την επόμενη γενιά οικιστικών αναπτύξεων.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη μετατόπιση στη στρατηγική της εταιρείας. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η εμπορική επιτυχία των νέων συγκροτημάτων, αλλά και η δημιουργία μιας γειτονιάς που θα κατοικείται σε καθημερινή βάση. Η παρουσία μόνιμου πληθυσμού θεωρείται καθοριστική για τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων, των χώρων εστίασης, των υπηρεσιών και των υπόλοιπων υποδομών που αναπτύσσονται παράλληλα με τις κατοικίες.
Προς το παρόν, πάντως, δεν έχουν ανακοινωθεί συγκεκριμένες τιμές για τα διαμερίσματα της δεύτερης φάσης. Επομένως, η πρόθεση της Lamda να προσφέρει οικονομικότερες επιλογές αφορά τη σύγκριση με το σημερινό οικιστικό προϊόν του Ελληνικού και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι νέες κατοικίες θα εντάσσονται στην κατηγορία της προσιτής στέγασης με τα δεδομένα της ευρύτερης αγοράς.
Ποιοι αγοράζουν σήμερα κατοικία στο Ελληνικό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για την προέλευση των αγοραστών, καθώς αναδεικνύουν ότι το Ελληνικό εξακολουθεί να προσελκύει κυρίως κοινό με σημαντική οικονομική επιφάνεια, παρά τη σταδιακή διεύρυνση της πελατειακής του βάσης.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Αλέξανδρος Μουλάς, έχουν υπογραφεί συμβόλαια για περίπου 1.000 κατοικίες, με τους Έλληνες που διαμένουν μόνιμα στη χώρα να αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα αγοραστών, συγκεντρώνοντας ποσοστό 55%.
Σημαντική είναι και η παρουσία της ελληνικής ομογένειας, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 25% των αγοραστών. Πρόκειται, μάλιστα, για μια κατηγορία που εμφανίζει ιδιαίτερα γρήγορα αντανακλαστικά στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων, καθώς, σύμφωνα με τα στελέχη της εταιρείας, οι ομογενείς προχωρούν συχνά σε σύντομο χρονικό διάστημα στην ολοκλήρωση των συμφωνιών.
Παράλληλα, ποσοστό 5% έως 10% αφορά αλλοδαπούς που εργάζονται και ζουν στην Αθήνα, ενώ οι διεθνείς αγοραστές που προέρχονται από το εξωτερικό αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% έως 15% των συναλλαγών.
Οι σημαντικότερες αγορές προέλευσης, πέραν της Ελλάδας, είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ελβετία, η Τουρκία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ. Η γεωγραφική αυτή διασπορά δείχνει ότι το Ελληνικό έχει αποκτήσει διεθνή αναγνωρισιμότητα, προσελκύοντας ενδιαφέρον από διαφορετικές αγορές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η συμμετοχή της διεθνούς ζήτησης στο συνολικό ενδιαφέρον έχει ενισχυθεί σημαντικά σε σχέση με τα πρώτα στάδια της εμπορικής διάθεσης των κατοικιών. Ενώ το 2022, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες πωλήσεις, το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν κοντά στο 20%, σήμερα κυμαίνεται μεταξύ 30% και 40%.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την επόμενη φάση του έργου, καθώς η Lamda καλείται να διαμορφώσει ένα διαφορετικό μείγμα κατοικιών, ικανό να εξυπηρετήσει τόσο την εγχώρια ζήτηση για ιδιοκατοίκηση όσο και το ενδιαφέρον των αγοραστών από το εξωτερικό.
Στα 1,3 εκατ. ευρώ η μέση τιμή κατοικίας – Περιορισμένη η χρήση δανείων
Το υψηλό οικονομικό επίπεδο των σημερινών αγοραστών αποτυπώνεται και στις τιμές των ακινήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, η μέση αξία κατοικίας στο Ελληνικό διαμορφώνεται περίπου στα 1,3 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται τα ακριβότερα οικιστικά προϊόντα, όπως τα διαμερίσματα του Riviera Tower και οι παραλιακές βίλες.
Το συγκεκριμένο μέγεθος είναι ενδεικτικό της αγοράς στην οποία απευθύνεται μέχρι σήμερα η επένδυση, αλλά και της απόστασης που χωρίζει τα σημερινά προϊόντα από τις οικονομικές δυνατότητες ενός ευρύτερου τμήματος των νοικοκυριών.
Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τον τρόπο χρηματοδότησης των αγορών. Λιγότερο από το 10% των κατοικιών έχει αποκτηθεί με τη χρήση τραπεζικού δανεισμού, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των συναλλαγών πραγματοποιείται χωρίς στεγαστικό δάνειο.
Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με την προέλευση και τα κίνητρα των αγοραστών. Όπως σημείωσε ο κ. Μουλάς, οι αγοραστές από το εξωτερικό αξιοποιούν σε ορισμένες περιπτώσεις δανειακή μόχλευση που μπορεί να φθάσει έως το 75%, ενώ μεγαλύτερη προσφυγή στον δανεισμό παρατηρείται μεταξύ εκείνων που αποκτούν ακίνητα με επενδυτικό προσανατολισμό.
Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι επιμέρους κατηγορίες αγοραστών την αγορά κατοικίας. Για ορισμένους αποτελεί επιλογή μόνιμης εγκατάστασης, ενώ για άλλους συνιστά τοποθέτηση κεφαλαίων σε ένα μεγάλο έργο αστικής ανάπτυξης, με προσδοκίες μελλοντικής υπεραξίας.
Στο μεταξύ, σημαντική παράμετρος για τον σχεδιασμό των νέων οικιστικών συγκροτημάτων παραμένει το αυξημένο κατασκευαστικό κόστος. Ο εμπορικός διευθυντής της Lamda αναγνώρισε ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που επηρεάζει το σύνολο της αγοράς, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η εταιρεία έχει ενσωματώσει τα σημερινά δεδομένα κόστους στον σχεδιασμό της.
Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει της δεύτερης φάσης, καθώς η ανάπτυξη οικονομικότερων κατοικιών προϋποθέτει διαφορετικές επιλογές ως προς τα χαρακτηριστικά, τις επιφάνειες και τη συνολική διαμόρφωση των νέων συγκροτημάτων.
Πότε παραδίδονται οι πρώτες κατοικίες και το 40% του Μητροπολιτικού Πάρκου
Την ίδια στιγμή, η Lamda Development επιταχύνει την ολοκλήρωση των βασικών υποδομών που θα επιτρέψουν τη σταδιακή εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων στο Ελληνικό.
Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Γαβριηλίδη, Chief Investment Officer της εισηγμένης, έως το τέλος του 2026 προβλέπεται να έχει ολοκληρωθεί το μεγαλύτερο μέρος του κεντρικού πεζόδρομου, πλάτους 50 μέτρων, ο οποίος αποτελεί βασικό στοιχείο του πολεοδομικού σχεδιασμού της νέας πόλης.
Παράλληλα, αναμένεται να παραδοθεί το τμήμα του Μητροπολιτικού Πάρκου που εκτείνεται από τον κεντρικό πεζόδρομο έως τα όρια με τον Άλιμο. Στο συγκεκριμένο τμήμα περιλαμβάνονται η λίμνη, οι συνοδευτικές εγκαταστάσεις και η ανάπλαση του ρέματος Τραχώνων.
Συνολικά, οι παρεμβάσεις αυτές αντιστοιχούν περίπου στο 40% της συνολικής έκτασης του Μητροπολιτικού Πάρκου, δημιουργώντας τον πρώτο μεγάλο πυρήνα πρασίνου που θα είναι διαθέσιμος παράλληλα με την ανάπτυξη των οικιστικών γειτονιών.
Σε ό,τι αφορά τις κατοικίες, το φθινόπωρο του 2027 αποτελεί βασικό χρονικό ορόσημο για την ολοκλήρωση σημαντικών συγκροτημάτων της πρώτης φάσης. Στο συγκεκριμένο διάστημα τοποθετείται η ολοκλήρωση του Riviera Tower, του εμβληματικού οικιστικού ουρανοξύστη που αναπτύσσεται στο παραλιακό μέτωπο, καθώς και των Cove Residences, επίσης στην παραλιακή ζώνη.
Στο ίδιο χρονοδιάγραμμα εντάσσεται και η παράδοση διαμερισμάτων στη γειτονιά Little Athens, προς την πλευρά του Αλίμου, όπου αναπτύσσεται ένα σημαντικό μέρος του νέου οικιστικού αποθέματος.
Νωρίτερα, έως το τέλος του 2026, προγραμματίζεται η ολοκλήρωση 80 διαμερισμάτων του συγκροτήματος Promenade Heights, σηματοδοτώντας ένα ακόμη βήμα προς τη σταδιακή κατοίκηση του πρώην αεροδρομίου.
Οι πρώτοι κάτοικοι θα ζουν δίπλα στα εργοτάξια
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της επόμενης περιόδου θα είναι η ταυτόχρονη λειτουργία των πρώτων κατοικημένων συγκροτημάτων και η συνέχιση των κατασκευαστικών εργασιών σε άλλα τμήματα της έκτασης.
Η σταδιακή παράδοση των κατοικιών σημαίνει ότι οι πρώτοι ιδιοκτήτες θα εγκατασταθούν σε μια περιοχή η οποία θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ανάπτυξη. Η συνύπαρξη κατοικίας και εργοταξίων αναμένεται να αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό των πρώτων ετών λειτουργίας της νέας πόλης.
Ο Θεόδωρος Γαβριηλίδης αναγνώρισε αυτή την ιδιαιτερότητα, επισημαίνοντας ότι η εταιρεία σχεδιάζει σειρά μέτρων για τον περιορισμό της όχλησης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η οργάνωση συγκεκριμένων δρομολογίων για τα εργοταξιακά οχήματα, η τοποθέτηση ηχοπετασμάτων και η συστηματική διαβροχή των χώρων εργασίας για τη μείωση της σκόνης.
«Τα πρώτα χρόνια η συνύπαρξη των εργοταξίων με τις κατοικημένες εγκαταστάσεις θα είναι μεγαλύτερη», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στόχος είναι να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των κατοίκων.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, όσοι εγκατασταθούν πρώτοι στο Ελληνικό θα έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τη σταδιακή μεταμόρφωση της περιοχής, καθώς νέοι χώροι πρασίνου, πεζόδρομοι και κοινόχρηστες υποδομές θα προστίθενται διαρκώς στο αστικό τοπίο.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα για τη Lamda Development είναι, επομένως, διπλό. Από τη μία πλευρά, να ολοκληρώσει τις κατοικίες και τις υποδομές που έχουν ήδη δρομολογηθεί, εξασφαλίζοντας λειτουργικές συνθήκες για τους πρώτους κατοίκους. Από την άλλη, να προχωρήσει στη δεύτερη φάση με ένα διαφορετικό οικιστικό προϊόν, το οποίο θα διευρύνει την αγοραστική βάση του Ελληνικού.
Η μετάβαση από τις κατοικίες υψηλής πολυτέλειας σε ένα περισσότερο διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο δεν αποτελεί απλώς εμπορική επιλογή. Συνδέεται με τη συνολική φυσιογνωμία που επιδιώκεται να αποκτήσει η νέα πόλη. Και αυτό γιατί η μακροπρόθεσμη επιτυχία της ανάπλασης δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των κατοικιών που θα πωληθούν ή από τις τιμές που θα επιτευχθούν, αλλά και από το κατά πόσο το Ελληνικό θα καταφέρει να εξελιχθεί σε μια πραγματική, ζωντανή αστική γειτονιά, με μόνιμο πληθυσμό και δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.