Στο Ovio το ριζότο γράφει, προφανώς, τη δική του ιστορία
Στο βραβευμένο ιταλικό «σαλόνι» του Πάνου Ιωαννίδη, στην οδό Απόλλωνος στο κέντρο, είναι προφανές (το «ovvio» στα ιταλικά σημαίνει ακριβώς αυτό) ότι έχεις πολλούς λόγους για να πας. Και ακόμη περισσότερους για να επιστρέφεις ξανά και ξανά, χρονιά με τη χρονιά.
- Πάνος Κοκκίνης
- 19/04/2026 10:22
Για ποιο πιάτο θα επέστρεφα χωρίς δεύτερη σκέψη; Ποια είναι εκείνη η γεύση που, ήδη από την πρώτη μπουκιά, είναι φανερό ότι θα στοιχειώσει τα όνειρά μου; Εκείνη για την οποία, την επόμενη μέρα στο γραφείο (στο γυμναστήριο, στο padel ή οπουδήποτε βρεθώ), θα προτρέπω φίλους και γνωστούς να τρέξουν να τη δοκιμάσουν; Επιμένοντας μέχρι να «ενδώσουν»; Αυτό είναι το βασικό μου κριτήριο όταν κάθομαι να καταγράψω όποια γαστρονομική εμπειρία έχω ζήσει. Το βρίσκεις ενδεχομένως απλοϊκό; Μονοδιάστατο; Αναμενόμενο; Το δέχομαι. Αλλά, προσωπικά, μου έχει φανεί πολύ χρήσιμο.

Στην περίπτωση του Ovio αυτό το πιάτο-Άγιο Δισκοπότηρο δεν είναι άλλο από το ριζότο. Είτε αυτό με τη φρέσκια τρούφα & τριφολάτα μανιταριών που δοκίμασα, είτε τα αντίστοιχα με κρέμα κίτρινης πιπεριάς, ventricina & blue crab, σπαράγγια & lime ή «καμένο» κουνουπίδι (vegan edition) που σκοπεύω να δοκιμάσω ευλαβικά κάθε επόμενη φορά. Με τον σερβιτόρο ευγενικά να μας εξηγεί πως απαιτεί μια προετοιμασία 20-30 λεπτών μέχρι να φτάσει στο τραπέζι μας. Αρωματικό σαν ένας ανοιξιάτικος κάμπος, ακαταμάχητο μέχρι τελευταίου κόκκου και γεμάτο τόση θαλπωρή που μόνο με την αγκαλιά της μάνας μπορώ να το συγκρίνω.

Αν και, η αλήθεια είναι, ότι και ντρέπομαι και δεν είναι σωστό να δίνω τόσο έμφαση σε ένα μόνο πιάτο από ένα μενού που είναι τόσο όσο ισορροπημένο, τόσο όσο πολυδιάστατο και στον υπερθετικό βαθμό αυθεντικά ιταλικό. Για την ακρίβεια σύγχρονο ιταλικό, με την ομάδα των σεφ (executive και head) να υπηρετούν πιστά το δεδηλωμένο «cucina contemporanea» όραμα του project.
Από την άλλη, το γεγονός ότι ο Πάνος Ιωαννίδης έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με risotti που αγγίζουν την τελειότητα (καθόλου τυχαία το όνομα και το θέμα του πρώτου του βιβλίου), κρύβει τον κίνδυνο το αποτέλεσμα να αποδειχθεί στην πράξη κατώτερο των «φουσκωμένων» προσδοκιών σου. Κάτι που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ασφαλώς και ευτυχώς δεν συνέβη. Το ίδιο που ισχύει και με το αψεγάδιαστο τιραμισού που ήρθε και ολοκλήρωσε το γεύμα με τον πλέον ιδανικό, δροσερό και ανάλαφρο τρόπο.

Μια περιρρέουσα θαλπωρή και ζεστασιά που διατρέχει συνολικά το μενού του Ovio. Μαζί με τη de facto ποιότητά του (όλα φρέσκα, όλα φτιαγμένα επί τόπου) και τη δικαίως αναγνωρισμένη από τον οδηγό Michelin συνέπεια, αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της εμπειρίας που προσφέρει. Και ο χώρος, προσεγμένος και ανοιχτόκαρδα φιλόξενος, με bonus τα τραπέζια έξω, το πατάρι-ημιώροφο και το περιζήτητο «κρυφό» ταρατσάκι, το επιβεβαιώνει σε κάθε εποχή.

Ένα ακόμη πιάτο που συμπυκνώνει αυτή τη θαλπωρή είναι το agnolotti ragu. Τόσο βαθιά νόστιμο και γευστικά «μαμαδίστικο» που πιάνεις τον εαυτό σου να εύχεται να το είχε παραγγείλει εις διπλούν.
Η Calamarata με pesto λεμονιού & αγκινάρες προσθέτει μια δροσερή αντίστιξη (ιδίως αν τη συνδυάσεις με tartare γαρίδας), ενώ το Cacio e pepe Tartufata με spaghetti chitarra ή τα εμβληματικά gnocchi με gorgonzola, αχλάδι & καρύδια επιβεβαιώνουν κάτι προφανές: εδώ η νοστιμιά -και το al dente στα ζυμαρικά- θεωρούνται δεδομένα.

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πόσο λιτή ή πληθωρική μπορείς να επιλέξεις να είναι η casual fine dining εμπειρία σου εδώ. Είτε περιοριστείς σε ένα ποτήρι κρασί από την έξυπνα διαμορφωμένη λίστα (με έμφαση σε Ελλάδα και Ιταλία) και μία ή περισσότερες από τις 11 διαθέσιμες πίτσες ναπολιτάνικης ιδιοσυγκρασίας -με τα χαρακτηριστικά καψαλισμένα στεφάνια του ξυλόφουρνου και συνδυασμούς που οδηγούν σε καθαρό umami. Ξεκινώντας από την «απλή» Margherita με mozzarella di bufala και τη Zucchini με mozzarella, stracchino και μαριναρισμένα κολοκυθάκια, και φτάνοντας μέχρι τη bestseller Carbonara Zaferano με pancetta, κρόκο αυγού, σαφράν, peperoncino και Parmigiano Reggiano.

Είτε ξεκινήσεις με σαλάτες (Cesare, Caprese, Kale), tartare (φαγκρί με φρέσκια μαύρη τρούφα, bolognese από μοσχαρίσιο φιλέτο) και αψεγάδιαστα ορεκτικά όπως το Carpaccio Porchetta καρμπονάρα ή τα Arancini τραχανά lahmacun. Στα κυρίως, θα βρεις από κοτόπουλο alla griglia και Iberico χοιρινό μέχρι τριπλέτα Black Angus (striploin, ribeye, bistecca), αλλά και επιλογές όπως tonno tonnato ή μυλοκόπι με χόρτα εποχής στα κάρβουνα. Και, κάπου ανάμεσα, αξίζει να δοκιμάσεις ένα από τα foodie cocktails που λειτουργούν ιδανικά ως pairing με την παραγγελία σου – από Italian Paloma και Bloody Napoli μέχρι Mulata Umami.
Τι μένει για το τέλος; Η συνειδητοποίηση ότι πίσω από το αψεγάδιαστο design και τη μιλανέζικη αύρα του Ovio υπάρχει μια ξεκάθαρη πρόθεση: σεφ και ιδιοκτήτης επιθυμούν να μας προσφέρουν μια αυθεντική to share εμπειρία. Εκείνη που αποτυπώνεται ιδανικά στο ossobuco με άγρια μανιτάρια & risotto al salto – όχι τυχαία το μοναδικό πιάτο του μενού φτιαγμένο για δύο.

Εκείνη η elevated, περιεχτική και παρεΐστικη ατμόσφαιρα που αισθάνεσαι ότι αποτελεί τον βασικό λόγο τόσο για τις συνεχόμενες διακρίσεις του Ovio όσο, το σημαντικότερο, την αιτία για το ότι έχει καταφέρει να εξελιχθεί σε σημείο αναφοράς για την ιταλική κουζίνα στην Αθήνα ήδη από τις πρώτες μέρες που, πίσω στο 2019, άνοιξε τις πόρτες του.
Ένα εστιατόριο γεμάτο αυτοπεποίθηση και αρχές που δεν υποκύπτει στις τάσεις της εποχής αλλά επιλέγει να παραμείνει ξεκάθαρο. Κάτι που σαφώς και είναι τόσο σπάνιο όσο ακούγεται.