«Το Κορωπί»: Η αυθεντική ταβέρνα της Δάφνης που κρατά ζωντανή την παλιά Αθήνα
Share this
Μια από τις πιο αυθεντικές ταβέρνες της Αθήνας, το «Κορωπί» στη Δάφνη, λειτουργεί αδιάκοπα από το 1950, κρατώντας ζωντανή την παράδοση του καλού ψητού, της απλότητας και της παλιάς αθηναϊκής φιλοξενίας. Από ιστορικές προσωπικότητες μέχρι τις σημερινές παρέες, η ιστορία συνεχίζεται γύρω από τα ίδια τραπέζια.
Δυνατά γέλια και φωνές ξεγλιστρούν από τη χαραμάδα της μισόκλειστης πόρτας της ταβέρνας που βρίσκεται στην οδό Αρτέμωνος 122, σε ένα μικρό παράλληλο στενό ανάμεσα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και την Ηλιουπόλεως, μόλις μια ανάσα μακριά από τη Γυμναστική Ακαδημία στη Δάφνη. Τα αναμένα φώτα στο εσωτερικό του μαγαζιού διαπερνούν τη γυάλινη τζαμαρία, φωτίζοντας τον δρόμο μπροστά. Η ταμπέλα πάνω από την τζαμαρία, ελαφρώς φθαρμένη από τον χρόνο –αθόρυβος μάρτυρας των χιλιάδων ιστοριών των ανθρώπων που πέρασαν το κατώφλι της– αναγράφει με κεφαλαία γράμματα: «ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟ ΚΟΡΩΠΙ» και στο πλάι «Π ΛΑΜΠΡΟΥ».
Με το που περάσεις την πόρτα, νιώθεις σαν να μπαίνεις σε ένα παράλληλο σύμπαν. Κάνεις ένα απρόσμενο ταξίδι στον χρόνο, καθώς όλα μοιάζουν βγαλμένα από μια άλλη εποχή· μια εποχή που η Αθήνα ζούσε για τις ταβέρνες και τα κουτούκια της, που αποτελούσαν την απόλυτη νυχτερινή έξοδο. Ο Πέτρος Λάμπρου άνοιξε το Κορωπί το 1950, όταν ήταν περίπου 38 χρονών. «Το ξεκίνησε ο μπαμπάς μαζί με τον γαμπρό του. Μετά το συνέχισε μαζί με τον αδερφό του και στο τέλος μόνος του», εξομολογείται στο NouPou η Νίκη Λάμπρου, κόρη του ιδιοκτήτη και σημερινή διαχειρίστρια της επιχείρησης.
Ο κύριος Πέτρος έφυγε από τη ζωή το 2019, σε ηλικία 91 ετών. Μέχρι τότε δεν είχε λείψει ούτε στιγμή από το πόστο του στη ψησταριά, παρέα με τα πυρακτωμένα κάρβουνα. Γέννημα-θρέμμα Κορωπιώτης, βάφτισε έτσι την ταβέρνα του, η οποία, πριν πάρει τη σημερινή της μορφή, ήταν σπίτι –από εκείνα τα παλιά τα μονόρριχα, που κυριαρχούσαν στο αστικό τοπίο της Αθήνας εκείνη την εποχή, προτού εμφανιστούν οι πολυκατοικίες που γέμισαν ολόκληρο το λεκανοπέδιο.
Ο κύριος Πέτρος εργαζόταν ως βαφέας ενδυμάτων, ενώ παράλληλα πουλούσε κρασί δικής του παραγωγής στις ταβέρνες της περιοχής. «Εδώ δίπλα υπήρχε η Πυρκάλ, η οποία δούλευε 24 ώρες το 24ωρο», θυμάται η Νίκη. «Είχε πολύ εργατόκοσμο και γι’ αυτό υπήρχαν πάρα πολλές ταβέρνες πέριξ του εργοστασίου. Σε κάποιες από αυτές ο πατέρας μου πούλαγε κρασί».
Το ακίνητο ήταν ιδιόκτητο· το είχε αγοράσει ο πατέρας του στις αρχές του 1900. Έτσι, όταν αποφάσισε να ανοίξει τη δική του επιχείρηση, η μόνη δυσκολία ήταν να φύγουν οι ενοικιαστές. «Θυμάμαι που μου έλεγε ο πατέρας μου ότι τους πήρε πάρα πολύ χρόνο μέχρι να φύγουν, γιατί εκείνη την εποχή τα ενοικιοστάσια ήταν πολύ ισχυρά», λέει η Νίκη. Ο χώρος τότε ήταν ενιαίος, με την αυλή στο πίσω μέρος να είναι η μισή σκεπασμένη με ελενίτ. Σήμερα είναι όλη ανοιχτή και βγάζουν τραπεζάκια έξω, όποτε το επιτρέπει ο καιρός.
Τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60 το μαγαζί μεσουράνησε. «Έχει περάσει πάρα πολύς κόσμος από εδώ», παραδέχεται η Νίκη. «Έχω εικόνα της Ρένας Βλαχοπούλου, του Μίκη Θεοδωράκη. Τους έχω δει με τα μάτια μου εδώ μέσα. Θυμάμαι πως λέγανε “Α, η Ρένα Βλαχοπούλου!”, γιατί τη βλέπαμε τότε στις ταινίες, και τρέχαμε να κολλήσουμε τα κεφάλια μας στα τζάμια για να τη δούμε. Εγώ μετά έμπαινα μέσα για να δω τον πατέρα μου και την έβλεπα από κοντά».
Το 2015 πήγε στο μαγαζί μια κυρία για να κάνει ένα τραπέζι για τα 100 χρόνια από τη γένηση του πατέρα της, ο οποίος πριν πεθάνει της είχε αφήσει εντολή να κάνει το τραπέζι εκεί. Στην παρέα βρίσκονταν άνθρωποι από την οικογένεια του Πικιώνη, του Ρίτσου, και όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα. Η Νίκη δεν κρατήθηκε και ρώτησε την γυναίκα ποιος ήταν ο πατέρας της. «Ήταν ακαδημαϊκός και συγγραφέας», της απάντησε. «Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο οποίος ερχόταν εδώ μαζί με τον νονό μου, τον Οδυσσέα Ελύτη, και κάθονταν σε αυτό το τραπέζι».
«Μόλις άκουσα αυτό μου κόπηκαν τα πόδια», μου εξομολογείται η Νίκη. «“Ρε μπαμπά, ερχόντουσαν όλοι αυτοί εδώ πέρα;”, του είπα. “Εεεε που να θυμάμαι”, μου απάντησε εκείνος. Ποιος ξέρει ποιοι άλλοι άνθρωποι έχουν περάσει από εδώ».
Μια τεράστια φωτογραφία του Λορεντζάτου κοσμεί σήμερα το μαγαζί, τοποθετημένη πάνω από την παλιά γραφομηχανή, δίπλα από τον παλιό τριθέσιο καναπέ, δεξιά από την είσοδο. Οι παρέες που έρχονται στο Κορωπί μπορεί να μη γνωρίζουν την ιστορία του μαγαζιού. Μπορεί να μη γνωρίζουν ότι κάθονται στις ίδιες καρέκλες και τρώνε στα ίδια τραπέζια που κάποτε κάθισαν μερικοί από τους σπουδαιότερους ανθρώπους που πέρασαν ποτέ από αυτή τη χώρα. Γελούν όμως δυνατά, διασκεδάζουν με την ψυχή τους, σιγοτραγουδούν όταν έρχονται στο κέφι και οι παραγγελίες διαδέχονται η μια την άλλη. Βασική προυπόθεση να «ταιριάζουν» με την αύρα του μαγαζιού και να μην βιάζονται.
«Εμείς εδώ δεν είμαστε fast food. Είμαστε και λίγο Ικαρία. Πάμε με το ραχάτι μας. Ήρθες στην ταβέρνα, θα κάτσεις, θα πιεις το κρασάκι σου, θα έρθει η ώρα που θα σε σερβίρουν. Χαλαρά. Αλλιώς, όπως έλεγε και ο παππούς… στα σουβλατζίδικα!», λέει γελώντας η Νίκη.
Πέρασε μια περίοδος που το μαγαζί γέμισε με influencers. «Εμάς δεν μας ενδιαφέρει αυτό. Να έρθουν οι άνθρωποι, να κάτσουν, να δοκιμάσουν τα φαγητά μας, αλλά δεν είμαστε για διαφήμιση. Εμένα δεν με ενδιαφέρει το κέρδος, γιατί θα αλλοιωθεί το μαγαζί. Εδώ είμαστε για να περνάμε καλά και να το ευχαριστιόμαστε».
Η Νίκη ακολουθεί πιστά τον δρόμο που της έδειξε ο πατέρας της, γι’ αυτό και δεν έχει αλλάξει τίποτα ούτε καν στη διακόσμηση του μαγαζιού, κάτι που ξεχωρίζουν και οι πελάτες της. «Ο μπαμπάς σεβόταν τον πελάτη, αυτό μάθαμε, αυτό κάνουμε κι εμείς. Δεν μας ενδιαφέρει ποιος είναι. Ακόμα και ο πρωθυπουργός αν έρθει, θα τον αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο όπως όλους τους άλλους. Δεν κάνουμε διαχωρισμούς».
Στο Κορωπί το μενού είναι περιορισμένο, γι’ αυτό και ό,τι προϊόντα μπαίνουν είναι προς κατανάλωση την ίδια μέρα. Όσοι πατούν το πόδι τους εκεί ξέρουν ότι τα παϊδάκια –αρνίσια και πρόβεια– είναι το μεγάλο σουξέ, το πρόβειο λουκάνικο είναι από τα πιο νόστιμα που έχω δοκιμάσει ποτέ, τα μοσχαρίσια μπιφτέκια εξαφανίζονται στο άψε-σβήσε, όπως και τα χοιρινά φιλετάκια, όλα κυρίως από Κορωπιώτες προμηθευτές. Σαλάτες φρέσκιες και πατάτες κομμένες στο χέρι, και όχι έτοιμες σακούλας. Τζατζίκι και χόρτα βραστά, που όταν δεν προλαβαίνει να τα ετοιμάσει η Νίκη, αναλαμβάνει δράση η κυρία Μαρία, η μαμά.
«Οι γυναίκες δεν έμπαιναν στο μαγαζί», μου εξηγεί η Νίκη. Όταν όμως χρειαζόταν βοήθεια, γινόταν επιστράτευση. «Με το που τελείωνε ο “συναγερμός” έπρεπε να φύγουν οι γυναίκες από την ταβέρνα. Ήταν περίεργα χρόνια τότε. Λίγο και η νοοτροπία του μπαμπά, που ήταν πιο συντηρητική. Βέβαια, όταν μπήκα εγώ στο μαγαζί, καμάρωνε. Γιατί η αλήθεια είναι ότι ήθελε να συνεχιστεί το μαγαζί».
Και έτσι έγινε. Το μαγαζί συνεχίστηκε, και στο ίδιο πόστο στην κουζίνα που βρισκόταν κάποτε ο κύριος Πέτρος, σήμερα βρίσκεται ένας άλλος συνονόματός του. «Έχω μαζί μου τον ανηψιό μου, που έχει πάρει το όνομα του παππού», λέει η Νίκη για την τρίτη πλέον γενιά που αναμένεται να αναλάβει το μαγαζί. «Ο Πετράκης μας είναι ο ψήστης και η δύναμη του μαγαζιού. Τώρα είναι στο πτυχίο του –φοιτητής στο Γεωπονικό– και, αν το θέλει, θα είναι ο συνεχιστής όταν εγώ βγω στη σύνταξη».
Ο Πέτρος, λιγομίλητος στην αρχή μέχρι να σε γνωρίσει, μοιάζει ιδανικός γι’ αυτή τη θέση. Το ψήσιμο σε όλα τα κρέατα είναι υποδειγματικό και η πηγαία ευγένειά του σε κερδίζει αμέσως. «Θα με ενδιέφερε να το συνεχίσω, αλλά θέλω πρώτα να δοκιμάσω πράγματα», μου λέει. Άλλωστε είναι μόλις 24 χρονών. Αν και δεν έμαθε δίπλα στον παππού του, ο Πέτρος έχει εξελιχθεί σε τρομερό ψήστη. «Ίσως μίλησε το DNA, δεν ξέρω», λέει γελώντας η Νίκη.
Το μαγαζί λειτουργεί καθημερινά, Δευτέρα με Σάββατο, από τι 19.30 μέχρι όσο πάει, και τις Κυριακές από τις 13.30 μέχρι τις 17.00 που κλείνει η κουζίνα.
Και κάπως έτσι, το Κορωπί, μια από τις παλιότερες ταβέρνες των νοτίων προαστίων, συνεχίζει αθόρυβα τη δική του πορεία στον χρόνο. Κι αν με το που μπεις σου θυμίζει κάτι, μάλλον δεν κάνεις λάθος –εδώ γυρίστηκαν σκηνές για την ταινία «Ευτυχία», αλλά και την πιο πρόσφατη για τη ζωή του Καζαντζίδη. Γιατί, σε πείσμα των καιρών που κυνηγούν το καινούργιο και το εντυπωσιακό, το «Κορωπί» μένει ίδιο, κι ας μοιάζει βγαλμένο από ταινία.