«Οι Πλεονάζοντες»: Μια διαχρονικά επιτυχημένη πολιτική του ελληνικού κράτους
Share this
(ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Μια σκληρή ανάλυση τριών δεκαετιών αποκαλύπτει πώς το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει τη νέα γενιά ως «πλεονάζοντα πληθυσμό»: Από το μαζικό brain drain και την υποχρηματοδότηση της παιδείας, μέχρι το έλλειμμα ψυχικής υποστήριξης και το αδιέξοδο ενός συστήματος που παράγει αποφοίτους με χαρτιά αλλά χωρίς προοπτική, η πολιτεία στερεί συστηματικά την ελπίδα από τους σύγχρονους εφήβους.
«Αποτυχία διακράτησης ταλέντου» είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στην οικονομική επιστήμη για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει όταν ένα σύστημα αδυνατεί να αξιοποιήσει το ανθρώπινο κεφάλαιο που το ίδιο παράγει. Στην Ελλάδα, αυτή η αποτυχία είναι μια εξαιρετικά επιτυχημένη πολιτική ετών.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαρήγαγε ένα μοντέλο συγκεντρωτικής εκπαίδευσης, αποκομμένο από την αγορά εργασίας, με χρόνια υποχρηματοδότηση και προσχηματικές μεταρρυθμίσεις εντυπωσιασμού, που ναυαγούσαν στην εφαρμογή. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα δαπανά κατά μέσο όρο περίπου το 3,6% του ΑΕΠ για την εκπαίδευση, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 4,9%, και «παράγει» νέους ανθρώπους τους οποίους το ίδιο σύστημα αδυνατεί να απορροφήσει, ενώ παράλληλα αρνείται και να τους προστατεύσει.
Πρόκειται για μια «αρνητική» κοινωνική αναπαραγωγή, και ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα που συνεχίζει την «επιτυχία» του μέχρι και σήμερα αφού το εκπαιδευτικό μας σύστημα αναπαράγει ανισότητες, προσφέρει πιστοποίηση χωρίς ουσιαστικές δεξιότητες και παράγει αποφοίτους με χαρτιά αλλά χωρίς προοπτική, αποτελώντας έτσι ένα από τα λίγα Ευρωπαϊκά πρότυπα αυτής της θεωρίας σε λειτουργία.
Η δεκαετία 1990 – 2000 ήταν ο ιδανικός καιρός για μια δομική παρέμβαση που δυστυχώς δεν ήρθε ποτέ. Τότε, το κράτος αγνόησε τις στατιστικές των προηγούμενων ετών και, αντί να επενδύσει στη διασύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, απλώς επιτάχυνε ό,τι ήδη συνέβαινε οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες μορφωμένους, εξειδικευμένους αλλά απογοητευμένους από ένα σύστημα που δεν τους άφησε κανένα περιθώριο νέους, στην έξοδο.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και εδώ, είναι τρομακτικά. Στο διάστημα 2008 – 2020 περίπου 500.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τη χώρα για να εργαστούν αλλού. Ειρωνικό δε ότι ακόμα προσπαθούμε να τους φέρουμε πίσω χωρίς να έχουμε αλλάξει τίποτα από τις συνθήκες που τους έδιωξαν.
Ο τραγικός ίσκιος όμως δεν πέφτει μόνο πάνω σε όσους έφυγαν αλλά και στους γενναίους που έμειναν ή σε αυτούς που τώρα μεγαλώνουν γνωρίζοντας πολύ καλά την μοίρα των προκατόχων τους. Σε αυτούς που γνωρίζουν ότι τρία στα τέσσερα παιδιά στις ηλικίες 15–29 ετών ζουν ακόμη με τους γονείς τους, ενώ ένας στους τέσσερις βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο κύκλος όμως δεν κλείνει με την αγορά εργασίας και τη φτώχια, γιατί εκεί που το σύστημα αποτυγχάνει να στηρίξει τον νέο, εκεί σκληραίνει και η κοινωνία.
Στα παραπάνω λοιπόν έρχεται να προστεθεί και η σημερινή πραγματικότητα όπου ο ανταγωνισμός, η προσκόλληση στην πρόσκαιρη επιτυχία μαζί με την αόρατη διάσταση του ψηφιακού σχολικού εκφοβισμού, επιβαρύνει εξουθενώνοντας τον έφηβο. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου είναι πιο εκτεθειμένος, πιο ορατός από ποτέ αλλά συνάμα «αόρατος» από γονείς και εκπαιδευτικούς που παραμένουν παθητικοί θεατές στις κραυγές τους μέχρι αυτές να γίνουν εκκωφαντικά σιωπηλές.
Εδώ, και πάλι, το σύστημα γνωρίζει τα κενά στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, την απουσία κοινοτικής φροντίδας για εφήβους και παρόλα αυτά συνεχίζει να αντιδρά μόνο μετά από κάθε σεισμό που προκαλεί ένας θάνατος, με ανακοινώσεις, επιτροπές, αλλά χωρίς κάτι ουσιαστικό παρά σιωπή και αδράνεια μέχρι την επόμενη φορά. Η μετατροπή των σχολείων σε «σούπερ-μάρκετ» για κάθε λογής ειδικότητας με την κατάληξη «– λόγων», δεν είναι πάντα η λύση, η τουλάχιστον η μόνη λύση. Η αγκαλιά, η κατανόηση, η αγάπη και η στήριξη από γονείς αλλά και εκπαιδευτικούς, ήταν, είναι και θα είναι αναντικατάστατη.
Ακούγονται κοινότoπα όλα αυτά, αλλά ο αναγνώστης γνωρίζει ότι είναι πέρα για πέρα αλήθεια.
Η σύντομη αναδρομή τριάντα και πλέον ετών (κατ)έδειξε ότι η ελληνική πολιτεία φαίνεται να αντιμετωπίζει τα παιδιά μας ως «πλεονάζον πληθυσμό» όπου όσα μπορούν, φεύγουν – όσα μένουν χωρίς γονείς με «μέσα», απλώς επιβιώνουν, και όσα δεν τα καταφέρνουν, γίνονται ένας αριθμός σε μια θλιβερή στατιστική.
Σε αυτό το σημείο αναρωτιέται κανείς μήπως το σύστημα λειτουργεί ακριβώς όπως σχεδιάστηκε; Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε δεν είναι απλώς μια κυβερνητική αποτυχία αλλά η διαχρονική επιλογή μιας εξουσίας. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να εξηγήσει μια διαχρονική αποτυχία όταν όλες οι στατιστικές φωνάζουν ότι υπάρχει πρόβλημα, όταν οι ίδιοι οι νέοι αφήνουν σημειώματα απογοήτευσης;
Το σύστημα στερεί την ελπίδα από τους νέους, αυτούς που προσωπικά αποκαλώ «υπερήρωες», τους ποινικοποιεί, τους αποκόπτει από την έμπνευση και εν τέλει τους διώχνει μακριά. Ή, σαν νέος Κρόνος, τους καταβροχθίζει.
Η συνενοχή δεν είναι μόνο των πολιτικών αλλά όλων μας που επιλέγουμε να αδιαφορούμε, να συνηθίζουμε το παράλογο και να σιωπούμε… Όπως είπε και ο τραγουδοποιός, το μακρινό αλλά ακόμα επίκαιρο 1986, «συνένοχοι είμαστε όλοι … και εγώ δεν έχω για νοίκι»!