Τα ρέματα της Γλυφάδας και τα λάθη που οδήγησαν στην καταστροφή
Share this
Οδός Μετσόβου, 23/1/26 (Φωτογραφία: Νίκος Χριστοφάκης για το NouPou)
Πίσω από το καταστροφικό αποτύπωμα της κακοκαιρίας στην Άνω Γλυφάδα κρύβεται μια σύνθετη ιστορία, που έχει να κάνει με τη γεωμορφολογία της περιοχής, τα ρέματα και τις ανθρώπινες παρεμβάσεις. Ο Κωνσταντίνος Λουπασάκης, καθηγητής Τεχνικής Γεωλογίας και Γεωτεχνικής Μηχανικής στο ΕΜΠ, αναλύει τι συνέβη και πώς επιλογές και παραλείψεις δεκαετιών καθόρισαν το μέγεθος των συνεπειών.
Κατά τη διάρκεια της έντονης βροχόπτωσης που σημειώθηκε το βράδυ της Τετάρτης 21 Ιανουαρίου, η Άνω Γλυφάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με εκτεταμένα πλημμυρικά φαινόμενα. Σε αρκετούς δρόμους τα νερά κατέβηκαν ορμητικά από το βουνό παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά τους, με τις πιο έντονες εικόνες να καταγράφονται στην οδό Μετσόβου (που χαμηλότερα συνεχίζει ως Ανθέων), αλλά και στην οδό Κυρίλλου & Μεθοδίου στην Τερψιθέα, όπου έχασε τη ζωή της η 56χρονη εκπαιδευτικός.
Τατιάνα Μπόλαρη / Eurokinissi
Τατιάνα Μπόλαρη / Eurokinissi
Με το πέρας της κακοκαιρίας, η περιοχή είχε πλέον μετατραπεί σε σκηνικό εκτεταμένης καταστροφής. Η λάσπη και τα φερτά υλικά είχαν καλύψει το οδόστρωμα, δεκάδες αυτοκίνητα είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές, ενώ ορισμένα ήταν σχεδόν θαμμένα – κάτοικοι και υπάλληλοι του δήμου αναγκάστηκαν στην κυριολεξία να τα ξεθάψουν, επιστρατεύοντας αξίνες, φτυάρια ή τα χέρια τους.
Σε αρκετά σημεία, αυτοκίνητα είχαν μετακινηθεί βίαια από το νερό, άλλα είχαν «καρφωθεί» σε κολώνες ενώ η οδός Ανθέων ήταν αδιάβατη. Αντίστοιχη όμως και η εικόνα στην Κυρίλλου & Μεθοδίου, όπου τα νερά εισέβαλαν σε σπίτια και υπόγειους χώρους, προκαλώντας εκτεταμένες υλικές ζημιές.
Οι εικόνες της καταστροφής γέννησαν αγανάκτηση και πολλά εύλογα ερωτήματα: Γιατί οι συγκεκριμένοι δρόμοι επλήγησαν τόσο σφοδρά; Γιατί η συγκεκριμένη κακοκαιρία οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα, ενώ για παράδειγμα η πρόσφατη της 24ης του περασμένου Δεκεμβρίου όχι; Ήταν η οδός Μετσόβου / Ανθέων παλιότερα ρέμα; Αναζητώντας τις απαντήσεις, απευθυνθήκαμε στον καθηγητή Τεχνικής Γεωλογίας και Γεωτεχνικής Μηχανικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Κωνσταντίνο Λουπασάκη.
Γιατί η Μετσόβου «έβγαλε» περισσότερα φερτά υλικά από την Κυρίλλου & Μεθοδίου
Σε πρώτη ανάγνωση, η εικόνα που παρουσίασαν οι δρόμοι της Άνω Γλυφάδας μοιάζει αντιφατική. Όπως εξηγεί ο Κωνσταντίνος Λουπασάκης, στην Κυρίλλου & Μεθοδίου «έχουμε τη συμβολή δύο ρεμάτων και μάλιστα οι κλάδοι αυτοί έχουν μεγαλύτερο μήκος από το μήκος της λεκάνης απορροής που καταλήγει στη Μετσόβου». Με βάση αυτό, «θα περιμέναμε κανονικά μεγαλύτερες ζημιές στην Κυρίλλου & Μεθοδίου». Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν διαφορετική. «Αν προσέξουμε τι έγινε εκεί, θα δούμε ότι κατέβασε πολύ νερό, μπήκε μέσα στα σπίτια, γέμισε τα πάρκινγκ, αλλά τα φερτά υλικά ήταν πολύ λιγότερα», σημειώνει. Αντίθετα, στη Μετσόβου «έχουμε έναν μικρό κλάδο, μια μικρότερη λεκάνη απορροής και πολύ μεγαλύτερες ποσότητες φερτών υλικών».
23/1/26: Τα όρια του οικισμού στην οδό Μετσόβου (Φωτογραφία: Νίκος Χριστοφάκης για το NouPou)
Η εξήγηση, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται ψηλότερα, από την έξοδο του ρέματος από τον ορεινό όγκο έως τον οικισμό και την οδό Μετσόβου. «Από πάνω υπάρχει ένα πλάτωμα, στο οποίο υπήρχαν πολύ μεγάλες ποσότητες από ανθρωπογενείς αποθέσεις», εξηγεί. Τα νεροφαγώματα που διαμορφώθηκαν στο σημείο αποκάλυψαν «πάνω από 1,5 μέτρο πάχος με μπάζα». Πρόκειται για υλικά που, όπως λέει, «έχουν απορριφθεί στο παρελθόν από τους περίοικους, ή από τρίτους. Υλικά από κατεδαφίσεις και από εκσκαφές για θεμέλια. Αυτά έχουν πλέον χωνευτεί από τη φύση, έχουν ενσωματωθεί με τη μορφολογία».
Ολόκληρη η τομή αποτελείται από μπάζα. Ο τσιμεντόλιθος που διακρίνεται σε βάθος δείχνει πόσο παλιά και εκτεταμένη είναι η απόθεση υλικών.
Παράλληλα, στο ανώτερο τμήμα της ίδιας λεκάνης, έχει γίνει αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει «ένα παράλογο έργο». Όπως εξηγεί, σε ανάντι σημείο έχει καταστευαστεί ένα επίχωμα, μέσα στην κοίτη, προκειμένου να περάσει από πάνω του ένας δασικός δρόμος, να συνεχιστεί δηλαδή ο δρόμος από μία όχθη της κοίτης στην άλλη. Στη βάση του επιχώματος τοποθετήθηκε ένας σωληνωτός αγωγός. Το επίχωμα λειτούργησε ως φράγμα, συγκράτησε νερό και, όπως φαίνεται, αστόχησε (δηλαδή κατέρρευσε), συμπαρασύροντας ουσιαστικά τα πάντα. «Είχαμε ταΐσει το ρέμα με μπάζα και φερτά υλικά, τα οποία τα είδαμε μετά στη Μετσόβου. Για αυτό είχαμε και τόσο μεγάλη ποσότητα φερτών στον δρόμο».
Δορυφορική εικόνα (πηγή Google Maps) στην οποία έχουν σημειωθεί οι οδοί Κυρίλλου & Μεθοδίου στην Τερψιθέα και Μετσόβου (που πιο χαμηλά μετονομάζεται σε Ανθέων) στην Άνω Γλυφάδα.
Στην Κυρίλλου & Μεθοδίου, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν επίσης παρεμβάσεις, όμως με διαφορετική συμπεριφορά και διαφορετικό αποτέλεσμα. «Στο πίσω μέρος του βόρειου κλάδου υπάρχει ένα μεγάλο μπάζωμα», λέει ο κ. Λουπασάκης, το οποίο, «αν δεν κάνω λάθος και απ’ ό,τι είδα στις δορυφορικές εικόνες, στο παρελθόν προοριζόταν για νεκροταφείο». Ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε αυτό το μπάζωμα παραμένει αμφιλεγόμενος. «Μάζεψε νερό από πίσω του», εξηγεί, «αλλά όταν πήγα εγώ στο σημείο, ήταν άδειο». Το γεγονός ότι δεν υπήρχε συσσώρευση νερού, όπως λέει, δείχνει ότι τελικά «το νερό στράγγισε». Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει, στην Κυρίλλου & Μεθοδίου «δεν είχαμε τόσες ποσότητες φερτών υλικών». Εκεί υπήρχε κυρίως νερό, κάτι που, όπως επισημαίνει, «είναι λογικό να υπάρχει, καθώς εκεί είναι δύο οι κλάδοι και είναι πολύ μεγάλο το μήκος του δικτύου».
Ακραίο φαινόμενο ή αναμενόμενο αποτέλεσμα;
Το ύψος της βροχόπτωσης ήταν αναμφίβολα μεγάλο. «Σύμφωνα με τα όσα διαβάζω και εγώ, είναι 170–180 χιλιοστά βροχής», σημειώνει ο Κωνσταντίνος Λουπασάκης. Όπως υπενθυμίζει, τον περασμένο Δεκέμβριο είχαν προηγηθεί δύο έντονα επεισόδια, στις 4 και στις 24 του μήνα, «όπου μας έδωσαν από 80 χιλιοστά βροχής». Με βάση αυτά τα δεδομένα, «συμπεραίνουμε ότι στην πρόσφατη βροχόπτωση έριξε πολύ νερό».
Ωστόσο το ύψος της βροχής από μόνο του δεν αρκεί για να περιγράψει πλήρως το φαινόμενο. «Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν τα 80 χιλιοστά βροχής που έριξε στις 24/12/25, με τα 180 που έριξε στις 21/1/26, έπεσαν με την ίδια κατανομή».
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν τα τεχνικά έργα και οι ανθρώπινες παρεμβάσεις στην περιοχή. «Το πώς λειτούργησαν τα αναχώματα, αν δηλαδή είχαν γεμίσει αυτά που ήταν στην Κυρίλλου και Μεθοδίου και υπερχείλισαν με την έντονη βροχόπτωση και κατέβασαν το νερό ή αν λειτούργησαν θετικά, δεν μπορώ να το ξέρω με τα δεδομένα που έχω», σημειώνει. Στη Μετσόβου, όμως, το πρόβλημα είναι σαφές. «Έσπασε το επίχωμα», λέει, και όταν αυτό συνέβη «σίγουρα δημιούργησε πρόβλημα». Όπως εξηγεί, «είναι σαν να μαζεύεις νερό και να το αφήνεις απότομα να φεύγει. Έτσι μοιάζει όταν σπάει ένα επίχωμα». Η ίδια η κατασκευή του, όπως τονίζει, ήταν λανθασμένη από τη βάση της. «Ήταν αψυχολόγητη η ενέργεια και μη επιστημονικά τεκμηριωμένη να κατασκευαστεί εκεί, μέσα στο ρέμα, ένα μπάζωμα με χώμα».
«Το επίχωμα που είχε κατασκευαστεί εντός της κοίτης, στην ορεινή περιοχή ανάντη της Οδού Μετσόβου, παρουσίασε αστοχία. Οι σωληνωτοί αγωγοί, σε συνδυασμό με τη φύση και την ποιότητα των χρησιμοποιηθέντων υλικών, αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ευστάθεια του έργου. Το συγκεκριμένο επίχωμα παρεμπόδιζε την ροή των υδάτων έως την αστοχία του» – Κ. Λουπασάκης
Αν, όπως σημειώνει, υπήρχε ανάγκη να γίνει κάποια παρέμβαση, «έπρεπε να βάλουν συρματοκιβώτια, να κάνουν ένα πλάτωμα, κάτι άλλο». Αυτό που δεν μπορεί να λειτουργήσει είναι «μέσα σε ένα ρέμα να πηγαίνεις να ρίχνεις χώμα και να περιμένεις αυτό να κρατήσει σε περίπτωση βροχόπτωσης».
Το ίδιο σκεπτικό, σύμφωνα με τον Καθηγητή, ισχύει και για την Κυρίλλου & Μεθοδίου. «Δεν έχει νόημα να μπαζώσεις όλη την κοίτη απ’ άκρη σ’ άκρη», λέει χαρακτηριστικά. Και προσθέτει, με μια φράση που συνοψίζει τη λογική του προβλήματος: «Αν είχε γίνει εκεί νεκροταφείο, θα μαζεύαμε κόκαλα τώρα από τη Γλυφάδα».
Η βασική παρανόηση είναι η αντίληψη ότι ένα ρέμα μπορεί να «εξαφανιστεί» απλώς και μόνο επειδή μπαζώθηκε. «Η μορφολογία έχει διαμορφωθεί. Το ρέμα δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από τη μορφολογία του περιβάλλοντα χώρου». Τα πρανή και το ανάγλυφο της περιοχής εξακολουθούν να “οδηγούν” το νερό προς τη φυσική του κοίτη, ακόμη κι αν αυτή έχει καλυφθεί.
Το κρίσιμο σημείο, όπως επισημαίνει ο κ. Λουπασάκης, είναι ότι το νερό δεν “ξεχνά” τη διαδρομή του. «Το ότι πάμε εμείς και μπαζώνουμε μια στενή ζώνη που κάποτε ήταν ρέμα, δεν σημαίνει ότι το νερό δεν θα ξαναπάει εκεί». Αντίθετα, «είναι φυσιολογικό το νερό να κινηθεί προς τη θέση που έχει χαράξει εδώ και εκατοντάδες χρόνια». Η ιδέα ότι μια ανθρώπινη παρέμβαση μπορεί να ακυρώσει αυτή τη φυσική λειτουργία είναι, κατά τον ίδιο, θεμελιωδώς λανθασμένη. «Είναι λοιπόν πολύ λάθος να θεωρούμε πως το νερό δεν θα ξαναπεράσει από εκεί».
Τι μπορεί να γίνει σήμερα στη Γλυφάδα;
Το πρώτο που γίνεται μετά από μια τέτοια καταστροφή είναι ο καθαρισμός των δρόμων. Πρόκειται για κάτι, όπως λέει ο Κωνσταντίνος Λουπασάκης, απολύτως αναγκαίο, ώστε να μπορέσουν να κινηθούν με ασφάλεια οι κάτοικοι στην περιοχή. Ο φόβος του, όμως, είναι μήπως η παρέμβαση σταματήσει εκεί.
Τονίζει ότι ο καθαρισμός θα πρέπει να προχωρήσει βαθύτερα. «Θα πρέπει να πάμε να καθαρίσουμε και τα μπάζα τα οποία έχουμε ρίξει όλα αυτά τα χρόνια», λέει. Εκεί, όμως, αρχίζει να αποκαλύπτεται το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος. Πάνω στα μπάζα έχουν χτιστεί σπίτια, σε πολλές περιπτώσεις αυθαίρετα, έχουν ανοιχτεί τομές και έχουν περάσει δίκτυα του ΔΕΔΔΗΕ, οπτικές ίνες και άλλες υποδομές.«Έχουν γίνει με τα χρόνια παρεμβάσεις, οι οποίες θεωρούσαν δεδομένη την παρουσία των μπάζων εκεί».
Το ερώτημα που προκύπτει είναι σκληρό: «Τι θα κάνουμε τώρα; Θα ξηλώσουμε όλα τα δίκτυα του ΔΕΔΔΗΕ, θα ξηλώσουμε τις οπτικές ίνες που έχουν περάσει, θα ξεμπαζώσουμε την περιοχή και θα κατέβουμε ενάμισι – δύο μέτρα κάτω, αφήνοντας τα σπίτια που έχουν χτιστεί εκεί στον αέρα, για να αποκαταστήσουμε το πρόβλημα;». Όπως παραδέχεται, «έχουμε με τα χρόνια διαμορφώσει μια κατάσταση η οποία είναι δύσκολα αναστρέψιμη».
Καλώδια της ΔΕΔΔΗΕ, τα οποία είχαν τοποθετηθεί εντός των επιχώσεων, αποκαλύφθηκαν μετά την πλημμύρα λόγω διάβρωσης των υλικών επίχωσης.
Παρόλα αυτά, κάποιες παρεμβάσεις θεωρούνται αναγκαίες. «Σίγουρα πρέπει να γίνει ένας καθαρισμός, να διαμορφωθεί μια κοίτη, η οποία να είναι καθαρή ώστε να μην κατεβάζει φερτά υλικά». Πιο ψηλά στο βουνό, «αυτό που μπορεί να γίνει είναι να φτιαχτούν φράγματα ορεινής υδρονομίας, δηλαδή μικρά φραγματάκια που να κρατάνε και τα φερτά και το νερό και να το αποδίδουν στην κοίτη με μικρότερους ρυθμούς, ώστε να μην έχουμε πλημμυρικά κύματα».
Σημαντικό ρόλο παίζει και το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις οι δρόμοι λειτουργούν ως φυσική συνέχεια των ρεμάτων. «Οι δρόμοι, ας πούμε η Μετσόβου, είναι η συνέχεια του ρέματος», λέει χαρακτηριστικά. Αν από κάτω υπάρχει ένας μικρός αγωγός, «δεν μπορεί να μεταφέρει όλα τα νερά του ρέματος». Αν, αντίθετα, έχει κατασκευαστεί ένας μεγάλος αγωγός που υπερχείλισε, τότε «έχουν κάνει κάτι σοβαρό».
Στο ερώτημα αν όσα θα έπρεπε να έχουν γίνει ήταν έργα πολύ απαιτητικά ή μιλάμε απλώς για παρεμβάσεις που δεν έγιναν ποτέ, για τον ίδιο υπάρχει μια απλή απάντηση: «Δεν περνάνε από το μυαλό μας», λέει. Αν παρατηρήσει κανείς τον Υμηττό στο συγκεκριμένο σημείο, «θα δει ότι κατεβαίνουν δεκάδες κλάδοι του υδρογραφικού δικτύου και μπαίνουν στο αστικό περιβάλλον». Το πρόβλημα, όπως εξηγεί, δεν είναι τοπικό, ούτε ελληνική ιδιαιτερότητα. «Αυτό συμβαίνει παντού. Και εμείς τώρα απλώς λαμβάνουμε τις συνέπειες των πράξεών μας».
Σήμερα, όπως τονίζει, το ζητούμενο είναι να προστατευτούν και να σχεδιαστούν σωστά οι μεγάλοι κλάδοι που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές πλημμύρες. «Αν καθαρίσουμε το πλάτωμα, θα ξέρουμε ότι μπορεί να έχουμε ξανά κίνδυνο σε πολλά χρόνια, όταν θα έχουμε ξανά απορροές νερού, αλλά δεν θα μας κατεβάσει τόσα μπάζα κάτω».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ποιότητα των υλικών που κατέβηκαν. «Πρόκειται για τσιμεντόλιθους και τούβλα», λέει, κάτι που δείχνει ότι «αυτά τα υλικά ήταν σαθρά στην επιφάνεια και τα ξέβγαλε η φύση. H φύση έκανε αυτό που έπρεπε να έχουμε κάνει εμείς».
Η εικόνα στη Μετσόβου, δύο μέρες μετά το καταστροφικό πέρασμα της κακοκαιρίας (Φωτογραφία: Νίκος Χριστοφάκης για το NouPou)
«Κάθε ρέμα και κάθε ποτάμι απαιτεί ξεχωριστή προσέγγιση»
Για τον Κωνσταντίνο Λουπασάκη, το βασικό λάθος στη συζήτηση για την αντιπλημμυρική προστασία είναι η αναζήτηση μιας ενιαίας λύσης. «Δεν υπάρχει ένα μοτίβο το οποίο να εφαρμόζεται παντού», τονίζει. Κάθε ρέμα και κάθε ποτάμι απαιτεί προσαρμοσμένο σχεδιασμό. «Πρέπει να διαβάζουμε τη φύση, να βλέπουμε το συγκεκριμένο ρέμα τι θέλει – ή το συγκεκριμένο ποτάμι τι θέλει».
«Σε κάποιες θέσεις έχει καεί το δάσος, πρέπει να γίνουν αναδασώσεις, κάποιες διαπλατύνσεις της κοίτης, να καθαριστούν τα ρέματα». Αυτό όμως δεν ισχύει παντού. «Αν είμαστε σε ένα βραχώδες σημείο, όπως το συγκεκριμένο τμήμα του Υμηττού, δεν είναι η αναδάσωση η λύση, γιατί τα δέντρα λίγο προσέφεραν στην όλη διαδικασία».
Ο Καθηγητής Γεωλογίας και Γεωτεχνικής εξηγεί ότι δεν μπορούμε να «βάζουμε τα αντιπλημμυρικά έργα σε ένα καλούπι και να λέμε ότι παντού χρειάζονται τα ίδια». Σε ορισμένες περιοχές μπορεί να απαιτούνται «συνεχείς καθαρισμοί με βαριά μηχανήματα», ενώ αλλού η παρουσία βλάστησης παίζει καθοριστικό ρόλο. Άλλωστε, «η βλάστηση κόβει την ταχύτητα του νερού».
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα ρέματα σε τεχνικό επίπεδο. «Δυστυχώς, οι υδραυλικοί αντιμετωπίζουν τα ρέματα με καθαρά υδραυλικούς όρους και κριτήρια», λέει. Η λογική που ακολουθείται συνήθως είναι η εξής: «Θέλω αυτή την παροχή να την περάσω από έναν τετράγωνο αγωγό. Τι διαστάσεις πρέπει να έχει ο τετράγωνος αγωγός; Τόσο. Φτιάξ’ το». Αυτή η προσέγγιση, όμως, αγνοεί το γεγονός ότι «η φύση έχει και αυτή τους μηχανισμούς της».
Κι αυτό είναι ένα φαινόμενο που, προφανώς, δεν περιορίζεται στη Γλυφάδα. «Για παράδειγμα, στην Πικροδάφνη έχουμε σχηματισμούς που βρίσκονται εκεί για εκατομμύρια χρόνια και πάμε και βάζουμε συρματοκιβώτια για να τους προστατεύσουμε», λέει. Πρόκειται για παρεμβάσεις που, όπως επισημαίνει, έχουν ημερομηνία λήξης. «Τα συρματοκιβώτια δεν θα αντέξουν πάνω από πενήντα χρόνια. Σε πενήντα χρόνια θα κάνει κάποιος επιστήμονας πάλι την κουβέντα ότι “ξέρετε, τα συρματοκιβώτια που βάλαμε τότε σκουριάσανε, γέμισε το ποτάμι με φερτά υλικά”». «Δεν είναι λύσεις αυτές», καταλήγει. «Πρέπει να κοιτάμε κάθε φορά πώς λειτουργεί το εκάστοτε ρέμα».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κωνσταντίνος Λουπασάκης επισημαίνει ότι έχει σημασία να κατανοήσουμε και πώς σχεδιάζονται τα τεχνικά έργα και ποια όρια έχουν εκ των πραγμάτων. Επιμένει πως δεν είναι όλα τα έργα σχεδιασμένα για να αντέχουν τις ίδιες πλημμυρικές παροχές. Όταν σχεδιάζεται για παράδειγμα ένα αποχευτικό δίκτυο σε έναν δρόμο, «θεωρούμε ότι είναι ανεκτό ο δρόμος να μαζέψει λίγο νερό μια φορά την τριετία». Αντίθετα, μια γέφυρα σε ποτάμι σχεδιάζεται ώστε να αντέχει τη μέγιστη πλημμυρική παροχή της 100ετίας, ενώ οι υπερχειλιστές ενός φράγματος «σχεδιάζονται έτσι ώστε να αντέχουν την πλημμυρική παροχή της χιλιετίας», καθώς ενδεχόμενη αστοχία θα είχε τραγικές συνέπειες.
Το να σχεδιάζονται όλα τα έργα για το απόλυτο ακραίο σενάριο παραδέχεται πως δεν είναι ρεαλιστικό. «Δεν είναι οικονομοτεχνικά εφικτό και λογικό να τα σχεδιάσεις με τη μέγιστη παροχή της χιλιετίας». Διαφορετικά, «σε κάθε δρόμο θα έπρεπε να υπάρχει ένας γιγαντιαίος αγωγός, μπας και μια φορά στα χίλια χρόνια μου δώσει μεγάλη πλημμυρική παροχή».
NouPou Newsletter
Μάθε τη νότια πλευρά της πόλης μέσα από το inbox σου