Θυμόμαστε τις συγχωνεύσεις σχολείων και τμημάτων μόνο όταν το πρόβλημα φτάσει στην πόρτα μας. Μήπως όμως το Excel του Υπουργείου Παιδείας τρέφεται τελικά από τη δική μας επιλεκτική ευαισθησία;
Αρνούμαι να γράψω ένα άρθρο που θα καταδικάζει τις συγχωνεύσεις σχολείων και τμημάτων μόνο και μόνο για να κάνουμε κουβέντα, αντιπολίτευση και λίγο τσαμπουκά, κυρίως από τον καναπέ, και στο τέλος να επιστρέψουμε όλοι ήσυχοι στην καθημερινότητά μας.
Μια συγχώνευση που γίνεται χωρίς ουσιαστικά παιδαγωγικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά κριτήρια, χωρίς διάλογο με τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς, είναι προβληματική, το θεωρώ αυτονόητο.
Το σχολείο δεν είναι ένα εξελάκι, ένα λογιστικό φύλλο. Αν η Πολιτεία αποφασίζει με βάση τους αριθμούς, οφείλει να αποδείξει ότι εξέτασε και τις συνέπειες για τη μάθηση, τη ζωή της κοινότητας και την ασφάλεια των παιδιών.
Από την άλλη, μια τάξη 25 μαθητών δεν είναι αυτομάτως κακή τάξη διότι η ποιότητα εξαρτάται από τον εκπαιδευτικό, τη σύνθεση του τμήματος, τις υποδομές και τις ανάγκες των παιδιών.
Αυτό που σίγουρα σημαίνει όμως είναι ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός ενός τμήματος, αυξάνονται και οι απαιτήσεις για τον εκπαιδευτικό και γίνεται ολοένα δυσκολότερο να δεις το παιδί που μένει πίσω, αυτό που χρειάζεται λίγο περισσότερο χρόνο, λίγη παραπάνω προσοχή, αυτό που απλώς χάνεται μέσα στο πλήθος.
Τι είναι λοιπόν αυτό το άρθρο;
Στις 28 Μαΐου 2020 κατατέθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις». Ψηφίστηκε στις 11 Ιουνίου ως ν. 4692/2020. Στην Πρωτοβάθμια το γενικό όριο αυξήθηκε από 22 σε 25 μαθητές ανά τμήμα και στα επταθέσια και άνω δημοτικά το ελάχιστο από 12 σε 15. Το προηγούμενο πλαίσιο επέτρεπε ήδη, κατ’ εξαίρεση, τμήμα έως 25 μαθητών. Στα Γυμνάσια και στις Α΄– Β΄ τάξεις του Γενικού Λυκείου το όριο των 27 ισχύει βάσει απόφασης του 2013· στη Γ΄ ημερήσιου Γενικού Λυκείου το όριο είναι 25, βάσει νόμου του 2019.
Και όλα αυτά έγιναν στη Βουλή, μετά από διαβούλευση, μετά από πορείες και αντιδράσεις. Όχι στα κρυφά, όχι σε υπόγειο και όχι σιωπηλά. Με θόρυβο, από εκπαιδευτικούς και γονείς που προειδοποιούσαν, με κάθε δυνατό μέσο.
Το γνωρίζαμε;
Στην περιφέρεια το πρόβλημα είχε άλλη μορφή. Σχολεία με ελάχιστους ή καθόλου μαθητές δεν άνοιξαν ποτέ.
Στην Ήπειρο 38 μονάδες Πρωτοβάθμιας τέθηκαν σε αναστολή λειτουργίας για το 2025–26 ενώ πανελλαδικά, καταγράφηκαν εκατοντάδες μονάδες σε αναστολή, με τις 77 να βρίσκονται στην Αττική.
Και φέτος; Το ίδιο το Υπουργείο ανακοίνωσε για το 2026–27 ότι 70 νηπιαγωγεία συγχωνεύονται σε 33, 12 δημοτικά σε 6, 40 νηπιαγωγεία και 106 δημοτικά υποβιβάζονται και 75 σχολικές μονάδες καταργούνται.
Η συντριπτική πλειονότητα των τελευταίων βρισκόταν ήδη σε αναστολή.
Δείτε ξανά τα νούμερα!
Εδώ όμως χρειάζεται να είμαστε και τίμιοι. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί κάθε σχολείο με δύο ή τρία παιδιά να παραμένει ανοικτό επειδή απλώς «δεν θέλουμε συγχωνεύσεις». Υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η συγχώνευση έχει λογική. Η αναστολή ενός σχολείου χωρίς μαθητές και η σύμπτυξη δύο τμημάτων σε ένα σχολείο γεμάτο παιδιά απαιτούν όμως απόλυτα διαφορετική αιτιολόγηση.
Όταν λοιπόν μικρές κοινότητες στην ακριτική Ελλάδα έχαναν το σχολείο τους, πόσοι από εμάς στην Αθήνα ζητούσαμε να μάθουμε τι θα γίνει με τα παιδιά τους; Δεν το κάναμε επειδή ήταν μακριά μας; Επειδή ήταν παιδιά κάποιου άλλου; Είχαμε δουλειά; Κοιτάγαμε αλλού; Τι;
Τώρα που το πρόβλημα έφτασε στην πόρτα μας, στο δημοτικό μας, στο Γυμνάσιο του δικού μας παιδιού, στο Λύκειο της κόρης μας. Πηγαίνουμε στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, φωνάζουμε στους διευθυντές, γράφουμε επιστολές και το φοβερότερο όλων, «έχεις κανένα γνωστό»;
Μα σε ποιους φωνάζουμε; Σε αυτούς που είναι απλά διεκπεραιωτές εντολών, σε αυτούς που απλά σπρώχνουν τον φάκελο παρακάτω; Αυτούς που και πάλι εν μέρη εμείς αποδυναμώσαμε;
Ας ζητήσουμε από κάθε αρμόδιο να εξηγήσει τι εισηγήθηκε, ποιος αποφάσισε και με ποια στοιχεία γιατί οι ευθύνες δεν είναι ίδιες για όλους.
Προφανώς καλά κάνουμε να αντιδρούμε όταν θεωρούμε μια απόφαση λανθασμένη αλλά να απαιτήσουμε πρώτα να δημοσιοποιηθούν για κάθε περίπτωση οι μαθητές ανά τμήμα πριν και μετά, οι διαθέσιμες αίθουσες, οι ανάγκες υποστήριξης, οι αποστάσεις μετακίνησης, η εκτίμηση ασφάλειας και οι εναλλακτικές που εξετάστηκαν ώστε ο διάλογος με εκπαιδευτικούς, γονείς και διευθυντές να αποκτήσει αντικείμενο.
Και λίγο αυτοκριτική. Πόσοι από εμάς ακούσαμε τους εκπαιδευτικούς, παρακολουθήσαμε τις αποφάσεις και σταθήκαμε δίπλα σε γονείς άλλων περιοχών πριν απειληθεί το δικό μας σχολείο; Μήπως χρειάζεται παραπάνω συμμετοχή, παραπάνω προσοχή και παραπάνω συζήτηση με τους εκπαιδευτικούς μας;
Όταν εμφανιζόμαστε μόνο τη στιγμή που θίγεται το δικό μας παιδί, έχουμε μεν κάθε δικαίωμα να διαμαρτυρηθούμε, έχουμε όμως και την υποχρέωση να αναγνωρίσουμε πόσο επιλεκτικό υπήρξε το ενδιαφέρον μας.
Η Δημοκρατία δεν είναι υπηρεσία παραπόνων, να εμφανίζεσαι όταν το πρόβλημα φτάσει στην πόρτα σου.