Τάκης Βαμβακίδης: «Αν πεθάνει η ποντιακή διάλεκτος, θα πεθάνουμε κι εμείς μαζί της»
Με αφορμή μια συγκινητική παράσταση που παρουσιάζεται στην ποντιακή διάλεκτο και τιμώντας την επέτειο των 107 χρόνων από τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, η Γεωργία Βαμβακερού συναντησε για το NouPou τον Τάκη Βαμβακίδη, έναν καλλιτέχνη που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της πορείας του στη διάσωση και τη διάδοση στη νέα γενιά μιας γλώσσας που, όπως λέει, «είναι η ψυχή και η ρίζα μας».
- Γεωργία Βαμβακερού
- 19/05/2026 09:45
- Φωτογραφίες: Λεωνίδας Τούμπανος
Πολλοί τον γνωρίσαμε μέσα από το τραγούδι της δεκαετίας του ’90 «Πλάτσα Πλούτσα» με τον Κώστα Μπίγαλη, ενώ άλλοι τον ξεχώρισαν από τη συγκλονιστικά ρεαλιστική ερμηνεία του στη σειρά «Το Κόκκινο Ποτάμι» του Μανούσου Μανουσάκη. Μέσα σε όλα αυτά, ο Τάκης Βαμβακίδης είναι και ο καλλιτέχνης που ζωνάνεψε στη σκηνή τον αγαπημένο λαϊκό μας ήρωα: Τον Καραγκιόζη.
Φέτος, μέσα από τον θεατρικό μονόλογο «Ροδα’φνον» του Κώστα Διαμαντίδη, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, μας έφερε ακόμη πιο κοντά σε μια γλώσσα που αποτελεί καθρέφτη της ψυχής κάθε Πόντιου. Γιατί η γλώσσα είναι η ρίζα και η ταυτότητά μας. Δεν είναι απλώς ένα μέσο επικοινωνίας, αλλά φορέας πολιτισμού, ιστορίας, μνήμης και αυτοσυνείδησης.
Με βαθιά συγκίνηση και αφοσίωση στην ποντιακή ψυχή, ο ηθοποιός και δημιουργός ξεδιπλώνει τη δική του προσωπική διαδρομή μέσα από τη γλώσσα, το θέατρο και τη μνήμη του Πόντου. Κάθε του βήμα κουβαλά τη ρίζα, τη διάλεκτο και τη βαριά κληρονομιά των προγόνων. Με σεβασμό απέναντι στη γλώσσα που άκουσε από παιδί στο σπίτι και στα καφενεία της Αετορράχης Ελασσόνας, μιλά για τον καθημερινό αγώνα να διασωθεί η ποντιακή λαλιά όχι σαν μουσειακό απομεινάρι, αλλά σαν ζωντανή ανάσα πολιτισμού, μνήμης και ταυτότητας.

Κοιτάζοντας πίσω στα πρώτα του βήματα, ο Τάκης Βαμβακίδης διακρίνει αυτό το αόρατο νήμα που τον συνέδεε πάντα με τις ρίζες του, ακόμα και σε ανύποπτες στιγμές της καριέρας του. «Στο “Πλάτσα Πλούτσα” υπάρχει ποντιακή λύρα, αλλά και κάποιες ποντιακές εκφράσεις. Έδωσα, δηλαδή, τη γεύση του Πόντου ακόμη και σε αυτό το σατιρικό τραγούδι του 1994. Πράγματι, σε ό,τι κάνω – όπου ακουμπάω, σε όποια μορφή τέχνης κι αν περνάω – βάζω πάντα το μονοπάτι της ψυχής μου, το ποντιακό», εξομολογείται.
Η απόλυτη ταύτιση και ο έρωτάς του με τη διάλεκτο, ωστόσο, πήραν άλλη διάσταση στην πορεία. «Αυτό το μονοπάτι, μαζί με την ποντιακή διάλεκτο, το ερωτεύτηκα ιδιαίτερα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Αφορμή στάθηκε μια φράση του Ποντίου Υπουργού και βουλευτή Λεωνίδα ΙασωνίδηΛεωνίδα Ιασωνίδη: “Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω πάτριος Ποντία γη”, δηλαδή “Να ξεραθεί το στόμα μου, να μην μπορώ να μιλήσω, αν σε απαρνηθώ ποτέ, ποντιακή ρίζα και πατρίδα μου”. Αυτή η φράση με συγκλόνισε. Στη συνέχεια διάβασα ποιήματα του Ποντιακής καταγωγής θεατρικού συγγραφέα Φίλωνα Κτενίδη, καθώς και του ποιητή και συγγραφέα Κώστα Διαμαντίδη και τότε γεννήθηκε μέσα μου η σκέψη να ασχοληθώ με το ποντιακό θέατρο. Ένα θέατρο γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο, που μου προσφέρει μια ξεχωριστή σκηνική ηδονή».

Μια ζωντανή γλώσσα που αρνείται να πεθάνει
Για τον ίδιο, η ενασχόληση αυτή δεν είναι απλώς μια επαγγελματική επιλογή, αλλά μια βαθιά εσωτερική ανάγκη που αγγίζει τα όρια της ιεροτελεστίας. «Την ποντιακή διάλεκτο την αγάπησα βαθιά και πιστεύω πως δεν θα πεθάνει ποτέ. Είμαι αντίθετος με εκείνους που υποστηρίζουν ότι νομοτελειακά θα χαθεί. Γιατί, αν πεθάνει, θα πεθάνουμε κι εμείς μαζί της. Σ’ αυτό το μονοπάτι συναντώ και τον Μανούσο Μανουσάκη και το “Κόκκινο Ποτάμι”. Εκεί ερμηνεύω τον ρόλο του βουλευτή Παυλίδη και βιώνω μια ακόμη βαθιά συγκίνηση. Είναι σαν να συνομιλώ με τον παππού μου, με τους προγόνους μου, με τους 353.000 νεκρούς».

Η ευθύνη απέναντι σε αυτή τη βαριά κληρονομιά απαιτεί απόλυτο σεβασμό και πειθαρχία, κάτι που ο δημοφιλής ηθοποιός δεν παραβλέπει ποτέ. «Η ποντιακή διάλεκτος είναι μια μεγάλη πρόκληση για να την προφέρεις σωστά. Έχω τέσσερις δασκάλους. Καθετί που λέω σε μια ποντιακή παράσταση περνά από το φίλτρο αυτών των ανθρώπων – δασκάλων και φίλων μαζί. Γιατί αυτή τη γλώσσα πρέπει να τη λέμε σωστά. Όπως τη μιλούσαν οι παππούδες μας. Εγώ μιλούσα ποντιακά από παιδί. Στο σπίτι, στο σχολείο, στο χωριό μου, την Αετορράχη Ελασσόνας. Όμως άλλο να μιλάς τη γλώσσα και άλλο να την ερμηνεύεις – ειδικά μέσα από γραμμένα κείμενα. Στην τελευταία παράσταση έκανα έντεκα λάθη. Λεπτομέρειες – ένα φωνήεν, μια ανάσα. Όμως κι αυτά τα διορθώνω».
Η διάσωση αυτής της λαλιάς περνά μέσα από την καθημερινή της χρήση και τη σύνδεση των ανθρώπων. «Η ποντιακή γλώσσα είναι ζωντανή. Τη μιλούν ακόμη οι παππούδες μας, τη μιλούν οι γονείς μας. Και όταν συναντιόμαστε οι Πόντιοι, οφείλουμε να τη μιλάμε. Γιατί, όπως λέει και ο Κώστας Διαμαντίδης: “Όταν ένας Πόντιος συναντά έναν Πόντιο και δεν μιλούν ποντιακά, χάνεται η Ποντιακή μας ρίζα”».

Μέσα από το έργο «Ροδάφ’νον», τα μηνύματα αυτά αποκτούν σάρκα και οστά πάνω στο σανίδι, αγγίζοντας τις ευαίσθητες χορδές των νεότερων θεατών. «Και στο “Ροδάφ’νον” η Παρθένα, η γιαγιά, η πρόσφυγας, λέει πως τη γλώσσα μας δεν πρέπει να τη χάσουμε. Πως Πόντιος που δε μιλάει τη γλώσσα του είναι παπάς χωρίς γένια. Κι αυτό είναι κάτι που το βλέπεις να περνάει και στα νέα παιδιά. Στις παραστάσεις έρχονται πολλοί νέοι άνθρωποι, περιμένουν έξω από το θέατρο, θέλουν να ακούσουν τη γλώσσα, να ακούσουν τη λύρα, να νιώσουν κάτι από τον τόπο τους. Κι αυτή είναι η πραγματική επανάσταση. Τα παιδιά έχουν ήδη μια πρώτη επαφή μέσα από τους ποντιακούς συλλόγους και γι’ αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό να στηριχθούν αυτοί οι σύλλογοι, να γίνονται μαθήματα ποντιακής γλώσσας, να υπάρχουν δάσκαλοι που θα μεταδίδουν τη διάλεκτο και την παράδοση. Γιατί όταν ένα παιδί που έχει ακούσει λίγα ποντιακά έρχεται στην παράσταση και ακούει βαριά, παλιάς κοπής ποντιακά, ενθουσιάζεται. Νιώθει ότι ανοίγεται μπροστά του ένας ολόκληρος κόσμος».
Όταν ο Καραγκιόζης συνάντησε τον Πόντο
Κλείνοντας, ο Τάκης Βαμβακίδης μοιράζεται μια αναπάντεχη καλλιτεχνική διασταύρωση, που απέδειξε ότι τίποτα στην πορεία του δεν ήταν τυχαίο, αφού ακόμη και ο Καραγκιόζης—τον οποίο υπηρέτησε για δεκαετίες—είχε μέσα του τη στόφα της ίδιας προσφυγικής ψυχής. «Εγώ πάντα κουβαλούσα μέσα μου μια γεύση από Πόντο σε ό,τι έκανα, αλλά κάποτε πίστευα πως ο Καραγκιόζης δεν είχε καμία σχέση με αυτό. Μέχρι που ο Πάνος Σκουρολιάκος είδε κάτι στο πρόσωπό μου και μου ζήτησε να συμμετέχω σαν ζωντανός Καραγκιόζης σε ένα τηλεοπτικό σόου. Τότε πήγα στον μεγάλο δάσκαλο, τον Ευγένιο Σπαθάρη, για να μου μάθει λίγη από την έκφραση και την κίνηση του ζωντανού Καραγκιόζη. Και αυτή η “μικρή επίσκεψη” κράτησε τελικά 25 ολόκληρα χρόνια. Έγινε μια σπουδαία συνεργασία και μια βαθιά φιλία μέχρι να φύγει ο δάσκαλος από τη ζωή. Παίξαμε μαζί, ταξιδέψαμε μαζί, ζήσαμε τον κόσμο του θεάτρου σκιών και κάποια στιγμή, όταν παρουσιάζαμε στο Badminton το έργο “Σκιών Καμώματα”, ήρθε ένας άνθρωπος και μου έφερε ένα ποντιακό κείμενο λέγοντάς μου: “Θέλω να το παίξεις σαν ζωντανός Καραγκιόζης”».

Αυτή η στιγμή ήταν η αποκάλυψη που ένωσε όλα τα κομμάτια του παζλ της ζωής του. «Εκεί κατάλαβα πως ο Καραγκιόζης, που έρχεται από την Ανατολή και πέρασε μέσα από την Τουρκία και τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, κουβαλάει κι αυτός μέσα του κάτι από την ψυχή του Πόντου. Και τότε όλα ενώθηκαν μέσα μου: η γλώσσα, η προσφυγιά, η μνήμη, η σάτιρα, ο λαϊκός άνθρωπος. Γιατί ο Καραγκιόζης, όπως και ο Πόντιος, έμαθε να επιβιώνει με το χιούμορ, με την αξιοπρέπεια και με την ψυχή του».