Νέο Εθνικό Απολυτήριο: Μεταρρύθμιση αξιολόγησης ή μετατόπιση της ανισότητας;
Ο Πρόεδρος της Ένωσης Συλλόγων Γονέων του Δήμου 3Β και Πρόεδρος του Συλλόγου του 1ου Δημοτικού Σχολείου Βούλας, Γιώργος Ντούτσουλης, γράφει για το νέο Εθνικό Απολυτήριο που θα εφαρμοστεί από το 2027-2028. Μέσα από μια ιστορική αναδρομή και μια κριτική ματιά στο παρόν, θέτει το βασικό ερώτημα: πρόκειται για ένα βήμα προς την αξιοκρατία ή για μια μετατόπιση που ενδέχεται να αναδιαμορφώσει – και ίσως να διευρύνει – τις εκπαιδευτικές ανισότητες;
- Γιώργος Ντούτσουλης
- 15/02/2026 10:00
Σχετικά πρόσφατα, η υπουργός παιδείας ανακοίνωσε νέα μέτρα για την αξιολόγηση των μαθητών Λυκείων και την εισαγωγή τους στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Πριν προχωρήσουμε σε μια αξιολόγηση του νέου συστήματος ας δούμε λίγο το θέμα ιστορικά. Ήταν το 19 Απριλίου 1988 που μετά από πολλά χρόνια εφαρμογής αναλογικής προσμέτρησης των τριών τάξεων του λυκείου στη βαθμολογία και τον τελικό βαθμό των πανελληνίων, θεσπίστηκε το σύστημα των Δεσμών ένα σύστημα το οποίο με διάφορες παραλλαγές έχουμε μέχρι και σήμερα. Το τότε νέο σύστημα προσπάθησε να δημιουργήσει έναν ενιαίο τρόπο πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση βασισμένο σε κοινά πανελλαδικά θέματα και ανώνυμη κεντρική διαδικασία διόρθωσης.
Άμεσα, για όσους θυμούνται, η Γ’ Λυκείου οργανώθηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τις τέσσερις προπαρασκευαστικές Δέσμες, οι οποίες καθόριζαν ουσιαστικά το επιστημονικό πεδίο σπουδών που επέλεγε ο μαθητής.
Το βασικό σκεπτικό της μεταρρύθμισης, ήταν η ενίσχυση της διαφάνειας, η καθολική και ενιαία αξιολόγηση πρόσβασης, χωρίς «υποκειμενικές» κρίσεις εκπαιδευτικών αλλά και σχολείων προς τους μαθητές.
Η κριτική που ασκήθηκε ήταν έντονη, αφού θεωρήθηκε ότι το λύκειο μετατράπηκε σε προθάλαμο εξετάσεων και η επιλογή Δέσμης περιόριζε πρόωρα τις ακαδημαϊκές επιλογές.
Την ίδια στιγμή και άμεσα, η παραπαιδεία ενισχύθηκε σημαντικά. Οι μαθητές της εποχής εν το μέσω της σχολικής τρέχαμε να βρούμε φροντιστήρια που θα ενίσχυαν σημαντικά τις πιθανότητες εισαγωγής στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα αφού πλέον η προσπάθεια και οι επιδόσεις μας στα προηγούμενα χρόνια δεν θα συνυπολογιζόταν.

Σήμερα, το νέο Εθνικό Απολυτήριο, που θα τεθεί σε ισχύ από το σχολικό έτος 2027-2028, στοχεύει σε μια προσέγγιση παρόμοια με αυτή που ίσχυε τότε αλλά με το σκεπτικό ενός διεθνούς αναγνωρισμένου απολυτηρίου και γενικά την αναβάθμιση του απολυτηρίου και η συνολική αξιολόγηση της μαθητικής πορείας, αντί για ένα μονοδιάστατο σύστημα αξιολόγησης (!).
Η πρόσβαση με το «νέο» σύστημα δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τις πανελλαδικές εξετάσεις, αλλά θα λαμβάνει και πάλι υπόψη τους βαθμούς των Α’, Β’ και Γ’ Λυκείου.
Το σύστημα μεταβάλλεται και πάλι από την «υπερσυγκέντρωση σε υπερδιάχυση», και ο βαθμός του σχολείου λειτουργεί πλέον ως μοχλός πρόσβασης καλλιεργώντας έτσι πιθανόν έναν «βαθμολογικό πληθωρισμό».
Αν και το σύστημα μοιάζει ίδιο με αυτό της δεκαετίας του 1980, οι συνθήκες και το κοινωνικοοικονομικό και εκπαιδευτικό προφίλ του τόπου μας, της Ευρώπης δεν είναι καθόλου
ίδιο.
Πιο συγκεκριμένα, σήμερα έχουμε ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό και εμπορικό περιβάλλον στο πεδίο της εκπαίδευσης που ενισχύεται ακόμα περισσότερο από την είσοδο οικονομικών funds στην ελληνική αγορά και που γίνονται ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων.
Δημιουργούνται λοιπόν οι συνθήκες όπου ιδιωτικά αλλά και «πρότυπα» δημόσια λύκεια, μπορεί να επιδιώξουν μέσω διαφόρων μέσων υψηλότερους μέσους όρους αφού ανοιχτά το ίδιο το σύστημα καθιστά τον υψηλό βαθμό ως δυνητικό εμπορικό πλεονέκτημα μετατρέποντας έτσι την αξιολόγηση από παιδαγωγική και σε εμπορική διαδικασία.
Επιπροσθέτως, υπάρχει και ένας λιγότερο εμφανής, αλλά εξίσου σημαντικός κίνδυνος, που είναι η πίεση προς τους εκπαιδευτικούς αφού πλέον η αξιολόγηση ενός μαθητή θα παραμένει κατά ένα μεγάλο μέρος εντός του σχολείου.
Στο πλαίσιο αυτό, ο εκπαιδευτικός θα επηρεάζει άμεσα το ακαδημαϊκό μέλλον των μαθητών. Η ανησυχία εδώ είναι ότι δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου τοπικοί παράγοντες, πολιτικά πρόσωπα, οικονομικά ισχυροί γονείς ή οποιοσδήποτε μπορεί να ασκήσει πίεση στο εκπαιδευτικό σύστημα θα μπορούν δυνητικά να ασκήσουν και θετική ή αρνητική πίεση στο σύστημα.
Να τονίσουμε ότι δεν πρόκειται απαραίτητα για διαφθορά, αλλά για μια δομική τρωτότητα του συστήματος και μια ανησυχία που ήδη, ακόμα και χωρίς το νέο πλαίσιο, διατυπώνεται σε σχολικές κοινότητες.
Όταν λοιπόν η αξιολόγηση παραμένει εντός του σχολείου, οι πιθανότητα σε παρεμβάσεις αυξάνονται όπως και άλλωστε συνθήκες ανισότητας αφού δήμοι και σχολικές κοινότητες με
υψηλότερο μέσο εισόδημα, καλύτερες εγκαταστάσεις και περισσότερα μέσα διδασκαλίας θα αποκτούν έμμεσα πλεονέκτημα έναντι άλλων λιγότερο ευνοημένων περιοχών.
Για παράδειγμα στην τελευταία αποστολή (αλλά και σε κάθε αποστολή) στα πλαίσια του «Όπου Υπάρχουν Άγγελοι» βλέπουμε σχολεία να λειτουργούν με ταχύτητες διαδικτύου που στην Αθήνα είχαμε προ 15ετίας.

Τέλος, να δούμε και την κοινωνική διάσταση. Πολλές οικογένειες θα αισθανθούν (ή ήδη αισθάνονται) ότι η επιτυχία των παιδιών μας δεν εξαρτάται μόνο από την προσπάθεια και τις ικανότητες τους, αλλά και από το σχολικό περιβάλλον, τις τοπικές ισορροπίες, τη διαχείριση βαθμών, ακόμα και υποτιθέμενες συμπάθειες και αντιπάθειες, τροφοδοτώντας δυσπιστία και
ανταγωνισμό.
Άρα, η εκ νέου μετατόπιση από ένα πλήρως κεντρικά ελεγχόμενο σύστημα σε ένα μικτό μοντέλο συνεχούς αξιολόγησης θα μεταβάλει και τη «γεωγραφία της ισότητας», και πιθανώς εκεί να βρίσκεται και ο σοβαρότερος κίνδυνος.
Αν το νέο σύστημα συνοδευτεί από σαφή και μετρήσιμο εξωτερικό έλεγχο, όπως κοινά θέματα σε κρίσιμα μαθήματα, διασταυρωτικό έλεγχο βαθμολογίας και θεσμική θωράκιση των εκπαιδευτικών απέναντι σε παρεμβάσεις, ο κίνδυνος θα περιοριστεί σημαντικά, αυξάνοντας την αξιοπιστία του σχολείου ως ουδέτερου και συγκρίσιμου μηχανισμού αξιολόγησης.
Το εκπαιδευτικό μας σύστημα ήδη νοσεί. Υποχρηματοδότηση, απαξίωση εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικού συστήματος, ελλιπής συντήρηση, εξαγγελίες που δεν εφαρμόζονται και άλλες
ασαφείς, κενά εκπαιδευτικών και υλικοτεχνικές ελλείψεις που όλα μαζί οδηγούν σε άμεση αμφισβήτηση θεσμικής αξιοπιστίας.
Περαιτέρω διάβρωση του συστήματος μπορεί να οδηγήσει ακόμα πιο κοντά σε μερική ιδιωτικοποίηση, με τους γονείς να καλούνται να βάλουν ακόμα πιο βαθιά το χέρι στη τσέπη σε
ένα εκπαιδευτικό σύστημα που όμως τουλάχιστον θεωρητικά, παραμένει στα πλαίσια του άρθρου 16 του Συντάγματος της Ελλάδος.
Το μέτρο δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, αλλά σίγουρα δεν πλαισιώνεται με δικλίδες ασφαλείας που θα ενίσχυαν την αξιοπιστία και την διαφάνεια.
Αν αυτό γίνει τότε μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για ένα πραγματικά καλύτερο και αξιοκρατικό σύστημα εκπαίδευσης.