Η Ιστορία της Βούλας: Aπό την Κεκροπίδα φυλή και τους πρόσφυγες του Μεσοπολέμου στο σήμερα
Η Βούλα αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο δημοφιλή παραλιακά προάστια της Αθήνας. Πίσω όμως από την κοσμική εικόνα της κρύβεται μια διαδρομή αιώνων: από την αρχαία Ακρόπολη και τα τσιφλίκια της Μονής Πετράκη, μέχρι τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1927 και τα πρώτα κυριακάτικα μπάνια στις αμμουδιές της.
- 17/09/2026 04:45
Αν περπατήσει κανείς σήμερα στους φαρδείς, δενδροφυτεμένους δρόμους της Βούλας, ανάμεσα σε σύγχρονα πολυώροφα κτίρια και κομψές μονοκατοικίες, είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστεί τη διαδρομή που διένυσε αυτός ο τόπος στον χρόνο. Πριν γίνει ένα από τα πιο δημοφιλή οικιστικά προάστια της Αθηναϊκής Ριβιέρας, υπήρξε για αιώνες μια αραιοκατοικημένη γη, υποταγμένη στους ρυθμούς της κτηνοτροφίας και της θάλασσας.
Τα αρχαιότερα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή φτάνουν πίσω στις τελευταίες φάσεις της Νεολιθικής εποχής (5.400-3.100 π.Χ.), με την οργανωμένη ζωή του τόπου να ανθίζει ωστόσο ουσιαστικά από τα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα και καθ’ όλη τη διάρκεια της Κλασικής εποχής.
Κατσίκες, αλυκές και μια αρχαία Αγορά
Μετά το 508 π.Χ., η περιοχή της σημερινής Βούλας, μαζί με τη γειτονική Βουλιαγμένη, δημιούργησαν τον δήμο των Αλών Αιξωνίδων. «Οι Αλαιείς αποτελούσαν ένα οργανωμένο οικιστικά και παραγωγικά σύνολο,οι δραστηριότητες του οποίου εκάλυπταν όλες τις εκφάνσεις της ζωής και μάλιστα σε αρκετά αναπτυγμένο επίπεδο» γράφει η αρχαιολόγος Ιωάννα Ανδρέου στη μελέτη της για τον αρχαίο δήμο.
Ο δήμος των Αλών Αιξωνίδων ανήκε στην Κεκροπίδα φυλή, μία από τις 10 πολιτικές και διοικητικές υποδιαιρέσεις της Αττικής που θεσπίστηκαν από τον Κλεισθένη, παίρνοντας το όνομά της από τον μυθικό βασιλιά Κέκροπα. Ο δήμος εξέλεγε έξι βουλευτές για τη Βουλή των Πεντακοσίων, όσους και ο δήμος Αναγυρούντος (η σημερινή Βάρη), ο οποίος ανήκε στην Ερεχθηίδα φυλή. Με βάση την αναλογία πληθυσμού – βουλευτών υπολογίζεται ότι ο δήμος Αλών Αιξωνίδων κατοικούνταν από 200 άνδρες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε συνολικό πληθυσμό περίπου 800 ελεύθερων ανθρώπων.
Το όνομα του δήμου αποκάλυπτε την καθημερινότητα των αρχαίων κατοίκων:
- Το «Αλαί» παρέπεμπε στις αλυκές και την περισυλλογή αλατιού στην παραλία (στα αλίπεδα όπου δεκαετίες αργότερα δημιουργήθηκαν οι πλαζ του ΕΟΤ).
- Το «Αιξωνίδες» έβγαινε από την αίγα (την κατσίκα), προδίδοντας την έντονη κτηνοτροφική δραστηριότητα στους πρόποδες του Υμηττού. Παράλληλα, οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αλιεία (ο αρχαίος συγγραφέας Αθήναιος αναφέρει τη φημισμένη τρίγλη, δηλαδή το μπαρμπούνι της περιοχής), την ελαιοκαλλιέργεια και τη μελισσοκομία.
Ο δήμος Αλών Αιξωνίδων φέρει κατά το ήμισυ το ίδιο όνομα με τον γειτονικό δήμο της Αιξωνής (δηλαδή τον «τόπο των κατσικιών»), τη σημερινή Γλυφάδα.
Το σχεδιάγραμμα αποτυπώνει το παραλιακό μέτωπο από το ακρωτήριο του Αγίου Κοσμά και τη Γλυφάδα (Αιξωνή), μέχρι τη χερσόνησο Πούντα (Capo Punta), που σήμερα αποτελεί το όριο Γλυφάδας και Βούλας, τη Βούλα (Αλαί Αιξωνίδες) και τη χερσόνησο της Βουλιαγμένης (Capo Zoster).
Μεταξύ της χερσονήσου Πούντα και του Λαιμού βρίσκονταν, κατά μήκος της ακτογραμμής, οι αλυκές από τις οποίες πήρε και το όνομά του ο Δήμος Αλών - Αιξωνιδών. Οι αλυκές φαίνεται πως ήταν ορατές μέχρι και πρόσφατα, «πριν από μερικές δεκαετίες» σύμφωνα με το Ψηφιακό Λεύκωμα του Δήμου Βάρης - Βούλας - Βουλιαγμένης «Όψεις της Ιστορίας της πόλης και του Δήμου».
Λίγοι γνωρίζουν όμως ότι ο αρχαίος αυτός δήμος είχε και τη δική του Ακρόπολη, η οποία έχει εντοπισθεί σε έναν λόφο ύψους 100 μέτρων στα σύνορα με τη Βάρη και τη Βουλιαγμένη, στη θέση Καστράκι, χωρίς ωστόσο να έχει διεξαχθεί συστηματική ανασκαφική έρευνα. Από το μικρό της πλάτωμα (100×40 μέτρα) οι αρχαίοι ήλεγχαν πλήρως τις κινήσεις προς το εσωτερικό του δήμου, τα Μεσόγεια και τον Σαρωνικό.
Στις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν τη δεκαετία του 2000 στην περιοχή, ήρθε στο φως ένα συγκρότημα 1.500 τ.μ. με 12 δωμάτια, ιερό και πηγάδι, που χρονολογούνται στους κλασικούς χρόνους (τέλη 5ου-4ου αι. π.Χ.) και πιθανότατα ταυτίζεται με την αρχαία αγορά του δήμου.
Πώς πήρε το όνομά της η Βούλα (και η πρώτη πρωθυπουργική αναφορά)
Αν αναρωτιέστε από πού προέκυψε το σύγχρονο όνομα «Βούλα», η επικρατέστερη ερμηνεία μας πάει πίσω στην Τουρκοκρατία. Τότε, η περιοχή Βάρης, Βούλας, Βουλιαγμένης, καθώς και του Κορωπίου ανήκαν σε μια μεγάλη γαιοκτησία (τσιφλίκι) της μονής Ασωμάτων Πετράκη και ο αγροτικός πληθυσμός πλήρωνε φόρους που αποδίδονταν στο μοναστήρι. Σε έγγραφο του 1824 που αφορούσε την οριοθέτηση των κτημάτων των Κάτω Τραχώνων και της μονής Πετράκη, η «βούλα» ήταν ένα σημάδι στο βουνό, στα σύνορα των σημερινών Δήμων Γλυφάδας και Βούλας.
Το 1900, όταν ανακαλύφθηκαν πηγές πόσιμου νερού στη Βάρη, το θέμα της διψασμένης Αθήνας πήρε τεράστιες διαστάσεις. Ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης χρηματοδότησε άμεσα τις σχετικές έρευνες. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και των ενημερώσεων από τον Νομάρχη Αττικής για το νερό της περιοχής, καταγράφεται ίσως για πρώτη φορά επίσημα το τοπωνύμιο της Βούλας.
Ο αμαξηλάτης του 1913, οι πρώτοι παραθεριστές και το Ασκληπιείο
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Βούλα ήταν ένας σχεδόν ακατοίκητος τόπος (το 1920 καταγράφηκαν μόλις 31 μόνιμοι κάτοικοι), που προσέλκυε ελάχιστους Αθηναίους για κυνήγι και περίπατο στην εξοχή.
Η μετακίνηση, βέβαια, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όπως κατέγραφε γλαφυρά η εφημερίδα Εμπρός το καλοκαίρι του 1913, οι παραθεριστές που κατηφόριζαν προς τη νότια εξοχή είχαν να αντιμετωπίσουν τις αυθαιρεσίες του αμαξηλάτη του λεωφορείου της γραμμής. Ο συγκεκριμένος κύριος ζητούσε υπερβολικά φιλοδωρήματα για να παραδώσει επιστολές, σταματούσε αδικαιολόγητα στα οινοπωλεία και έκανε συνεχώς ατυχήματα!
Το 1920 δημιουργήθηκαν στη Βούλα τα πρώτα υπόστεγα του Ασκληπιείου, σε έκταση που παραχώρησε η Μονή Πετράκη. Το σανατόριο άρχισε να λειτουργεί το 1921 και πέρασε υπό τη διοίκηση του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού το 1923. Αρχικά λειτούργησε με τέσσερα υπόστεγα ως σανατόριο για παιδιά που έπασχαν από φυματίωση των οστών και αρθρώσεων, για να εξελιχθεί δεκαετίες αργότερα σε ένα από τα σημαντικότερα νοσοκομεία της χώρας. Παράλληλα, από το 1924, οι εξοχικές κατασκηνώσεις του Πατριωτικού Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως (ΠΙΚΠΑ) στη Βούλα άρχισαν να φιλοξενούν εκατοντάδες άπορα παιδιά για θαλάσσια λουτρά.
Οι κληρούχοι Μικρασιάτες και το όνειρο της κηπούπολης
Την ίδια περίοδο, η Βούλα άρχισε να αποκτά έναν νέο πληθυσμό. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η ανάγκη αποκατάστασης των προσφύγων οδήγησε στη δημιουργία προσφυγικών αγροτικών συνοικισμών. Την άνοιξη του 1927, το Υπουργείο Γεωργίας δημιούργησε τον προσφυγικό αγροτικό συνοικισμό στην περιοχή του Αγίου Ιωάννου, σε μια οικιστική έκταση 92 στρεμμάτων – ανάμεσα στις σημερινές οδούς Μικράς Ασίας, Αγίου Ιωάννου, Σμύρνης και Διγενή. Γύρω από τον οικισμό προβλέπονταν αγροί συνολικής έκτασης 1.876 στρεμμάτων, ενώ μια ακόμη ορεινή έκταση 3.157 στρεμμάτων παραχωρήθηκε από κοινού στους κληρούχους για την ανάπτυξη κτηνοτροφίας. Σύμφωνα με το επίσημο έγγραφο των τίτλων κατοχής της προσφυγικής κοινότητας, κληρούχοι ήταν οι αρχηγοί 41 οικογενειών.
Η εγκατάσταση κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Η γη ήταν πετρώδης και είχε μείνει για χρόνια ακαλλιέργητη, ενώ δεν υπήρχε επαρκής ύδρευση. Το κράτος δεν παρείχε στους πρόσφυγες σπόρους, ζώα ή γεωργικά εργαλεία, με αποτέλεσμα αρκετοί να χρειάζεται να νοικιάζουν εργαλεία ή ακόμη και ζώα από γεωργούς της Βάρης και του Κορωπίου. Κάποιοι έφυγαν για ένα διάστημα αναζητώντας εργασία στην Αθήνα ή στις γύρω κοινότητες, ενώ άλλοι παρέμειναν και προσπάθησαν να καλλιεργήσουν τη γη.
Στα χωράφια καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, οπωροφόρα δέντρα και κηπευτικά, ενώ μετά το 1930 προστέθηκαν ο αρακάς και τα κουκιά. Η παραγωγή συνήθως επαρκούσε μόλις για τις ανάγκες της κάθε οικογένειας και ελάχιστα προϊόντα περίσσευαν για εμπορική διάθεση. Για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους, αρκετοί στράφηκαν σε άλλες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων το εμπόριο και η αλιεία. Σήμερα, το Μνημείο Ιωνίας στην πλατεία Αγίου Ιωάννου θυμίζει τις ρίζες αυτών των ανθρώπων που έδωσαν ζωή στον τόπο.
Την ίδια στιγμή, όμως, η Βούλα σχεδιαζόταν και ως τόπος παραθεριστικής κατοίκησης. Κατά τον Μεσοπόλεμο, η δημιουργία κηπουπόλεων αποτελούσε μέρος της προσπάθειας αποσυμφόρησης του κέντρου της Αθήνας, με χώρους πρασίνου και δυνατότητα εγκατάστασης προσφύγων. Στο πλαίσιο αυτό, το ΦΕΚ 311 της 17ης Σεπτεμβρίου 1926 ενέκρινε τη δημιουργία του «εξοχικού συνοικισμού Βούλας».
Ήδη από το 1923, δύο Αθηναίοι είχαν αγοράσει από τη Μονή Πετράκη παραθαλάσσια έκταση 1.100 στρεμμάτων. Μέρος της έκτασης μεταβιβάστηκε στη συνέχεια σε ακόμη δέκα άτομα και συστάθηκε η Μετοχική Εταιρεία Εκμεταλλεύσεως Κτήματος Βούλας, η ΜΕΕΚΒ. Το 1927 συμφωνήθηκε με το υπουργείο Συγκοινωνιών η εκτέλεση έργων υποδομής και η μεταβίβαση στο Δημόσιο κοινόχρηστων εκτάσεων.
Έτσι, μέσα στην ίδια περιοχή συνυπήρχαν δύο διαφορετικές πραγματικότητες: από τη μία οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μια ζωή από την αρχή, καλλιεργώντας μια δύσκολη γη και χτίζοντας τα πρώτα τους σπίτια, και από την άλλη ο σχεδιασμός μιας νέας εξοχικής συνοικίας που σταδιακά θα άλλαζε τον χαρακτήρα της Βούλας.
Η «Διμοιρία του Βουνού» και το πρώτο σχολείο
Στα χρόνια της Κατοχής, η παραλιακή ζώνη επιτάχθηκε, η γερμανική διοίκηση μετέτρεψε το ΠΙΚΠΑ σε στρατιωτικό νοσοκομείο και οι κάτοικοι οργανώθηκαν μαζικά στην Αντίσταση. Με επικεφαλής τον εκπαιδευτικό Θάνο Χατζημήτρο («Δάσκαλο»), τον ιερέα Δημήτριο Κοντάρα και τον κοινοτάρχη Νίκο Στάικο, συγκροτήθηκε η περίφημη «Διμοιρία του Βουνού» στον Υμηττό, ενώ γιατροί και προσωπικό του Ασκληπιείου τροφοδοτούσαν μυστικά τους αντάρτες.
Στα μεταπολεμικά χρόνια, η ζωή άρχισε να οργανώνεται με τους δικούς της αργούς ρυθμούς. Όπως θυμάται η παλιά κάτοικος της Βούλας, Φιλίτσα Σιταρά, το πρώτο σχολείο λειτούργησε προσωρινά μέσα σε ένα εξοχικό σπίτι στην οδό Κονδύλη που παραχώρησε ένας ιδιώτης. Εκεί φοίτησαν τα παιδιά με έναν μόλις δάσκαλο για όλες τις τάξεις. Όταν πια χτίστηκε το κτίριο του 1ου Δημοτικού Σχολείου Βούλας, το σχολείο είχε αρχικά μόνο μία αίθουσα (αυτή που σήμερα φιλοξενεί την αίθουσα υπολογιστών του σχολείου!) και ένα πηγάδι στην αυλή όπου τα παιδιά έπαιζαν «γέο βαγκέο» και κρυφτό.
Τότε, η περιοχή χωριζόταν στην «Κάτω Βούλα» (γύρω από το Ασκληπιείο), ενώ η «Άνω Βούλα» ήταν γύρω από τη σημερινή πλατεία Ιμίων, δηλαδή αρκετά χαμηλότερα από τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Για τους παλιούς κατοίκους, εκεί περίπου τελείωνε η Βούλα.
Τα μπάνια του ’50, οι σκηνές στην παραλία και η αυτοδιοικητική πορεία της Βούλας
Τη δεκαετία του 1950, η Βούλα έγινε προορισμός για τα κυριακάτικα μπάνια των Αθηναίων. Στην παραλία δεν υπήρχε ακόμα τίποτα, εκτός από ένα περιπτεράκι στο σημείο όπου αργότερα χτίστηκε το ξενοδοχείο «Γαλήνη». Όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα ενοικίασης δωματίων έστηναν πρόχειρες σκηνές στην ακτή, εγκαινιάζοντας τα πρώτα κάμπινγκ της Αττικής. Παράλληλα, το 1953, οι κατασκηνώσεις του ΠΙΚΠΑ φιλοξένησαν περίπου 1.200 παιδιά από τα σεισμόπληκτα Επτάνησα.
Η πληθυσμιακή έκρηξη δεν άργησε να έρθει: από 2.106 κατοίκους το 1951, η Βούλα έφτασε τους 3.864 το 1961 και τους 5.575 το 1971.
Η διοικητική της διαδρομή αποτυπώνει αυτή την ανάπτυξη:
- Το 1929 προσαρτήθηκε στην κοινότητα Βάρης.
- Το 1934 αποσπάστηκε και αναγνωρίστηκε ως αυτόνομη Κοινότητα Βούλας.
- Το 1982 αναγνωρίστηκε επίσημα σε αυτόνομο Δήμο Βούλας, με πρώτο δήμαρχο τον Ιωάννη Κιούκη.
Ακόμα και κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ‘70 και του ‘80 όμως, η εικόνα της Βούλας – και ειδικά των πάνω συνοικιών – απείχε παρασάγγας από τη σημερινή. «Ο δρόμος που ανέβαινε από τα Δικηγορικά προς το Πανόραμα είχε ήδη αρκετές μονοκατοικίες με υπέροχους κήπους. Όταν όμως έφτανες στο Πανόραμα, περίπου στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα η πλατεία Χλόης, υπήρχαν μόλις τρία σπίτια, κι όλο το άλλο ήταν βραχώδες έδαφος» διηγείται παλιός κάτοικος της περιοχής στο NouPou.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι δεκαετίες του ’90 και του 2000 σφράγισαν την οριστική μετάβαση του προαστίου. Η εντατική ανοικοδόμηση κατέλαβε σταδιακά τους άγονους λόφους, ενώ έργα υποδομών – όπως η άφιξη του Τραμ και η αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου – μετέτρεψαν την άλλοτε εξοχική Βούλα σε ένα από τα πιο δημοφιλή και περιζήτητα οικιστικά προάστια των νοτίων.
Το 2010, με την εφαρμογή του «Καλλικράτη», η Βούλα συνενώθηκε με τη Βάρη και τη Βουλιαγμένη στον σημερινό ενιαίο δήμο.
Σχεδόν έναν αιώνα μετά τις πρώτες προσφυγικές μερίδες γης και τα κυριακάτικα μπάνια με σκηνές στην αμμουδιά, η τοπογραφία της Βούλας έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί. Η αγροτική και εξοχική γη του περασμένου αιώνα υποχώρησε σταδιακά κάτω από την οικιστική ανάπτυξη δεκαετιών, δίνοντας τη θέση της σε ένα από τα πιο δημοφιλή προάστια των νοτίων. Κι όμως, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά ανάμεσα στις σύγχρονες πολυκατοικίες και τους φροντισμένους δρόμους, θα εντοπίσει ακόμα ψήγματα αυτής της διαδρομής: διάσπαρτα αποτυπωμένα στα αρχαία ευρήματα, στα μνημεία των προσφύγων και στις αναμνήσεις των παλαιότερων κατοίκων της.
Πηγές:
- Ψηφιακό Λεύκωμα Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης «Όψεις της Ιστορίας της πόλης και του Δήμου» (Επιστημονική επιμέλεια: Δρ Αναστασία Λερίου | Έρευνα – Συγγραφή: Δρ Ανθή Μπαλιτσάρη, Μαίρη Γιαμαλίδη, Μανώλης Πέπονας, Γιώργος Λαουτάρης, Ρόμπερτ Κιουτσουκαλτιντζίογλου)
- «2000-2010 Από το Ανασκαφικό Έργο των Εφορείων Αρχαιοτήτων» – ΚΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Υπουργείο Πολιτισμού
- «Ένας περίπατος στα αρχαία της Βούλας» (Της Άννας Μπουζιάνη, με στοιχεία από την ξενάγηση του ιστορικού Μάκη Σταύρου, 15/11/2013) – Εβδόμη Online (ebdomi.com)
- «Οι πρώτοι Βουλιώτες και μνήμες από το 1ο Δημοτικό Βούλας» (Συνέντευξη της Φιλίτσας Σιταρά στην Αλεξία Ζερβούδη) – NouPou.gr
- «Οι πρώτοι πρόσφυγες στη Βούλα» (19/09/2023) – 3vita.gr. Πηγή κειμένου: Άννα Μουρουγκλού, «Απαρχές της οικιστικής ανάπτυξης στην περιοχή της Βούλας», Βούλα, Ιστορία της πόλης και του Δήμου, εκδόσεις Αλέξανδρος, 2004.