Ενοίκια: Σκληρό πόκερ για ένα λογικό μίσθωμα στα νότια προάστια
Τα ενοίκια έχουν φτάσει σε τιμές ρεκόρ και οι ενδιαφερόμενοι ζουν με το συνεχές άγχος μιας νέας αύξησης. Όσα μας είπαν ενοικιαστές και μεσίτες για την κατάσταση που διαμορφώνεται στην αγορά ακινήτων στο παραλιακό μέτωπο.
- 24/09/2026 13:00
Έναν μήνα προτού ανεβεί τα σκαλιά της εκκλησίας το τηλέφωνο της Σ.Μ. χτύπησε παρατεταμένα. Ήταν η σπιτονοικοκυρά της. «Κάτι πρέπει να κάνουμε με το ενοίκιό σου» της είπε με νόημα, μετά τις στερεοτυπικές ευχές για «βίον ανθόσπαρτον». «Χωρίς περιστροφές, μου το πήγε από 400 ευρώ στα 750 ευρώ» διηγείται σήμερα, έναν χρόνο αργότερα, η 35χρονη γυναίκα, που ζει στο Παλαιό Φάληρο. «Είχα νοικιάσει το διαμέρισμα το 2021 κάνοντας ένα τριετές συμβόλαιο και, όταν έληξε, το 2024, η ιδιοκτήτρια, που ήταν οικογενειακή μας φίλη, είχε προτείνει να κάνουμε μια ‘σιωπηρή παράταση’ με τους ίδιους όρους». Το ποσό για το νιόπαντρο ζευγάρι είναι δυσθεώρητο και για να το καλύψουν καλούνται να κάνουν πολλές θυσίες. «Παρακολουθώ καθημερινά αγγελίες και μιλώ με ιδιοκτήτες» εξηγεί η ίδια, που αναζητά κάτι πιο οικονομικό για τους ίδιους αλλά και μια γκαρσονιέρα, ώστε να μετακομίσει πιο κοντά τους η μητέρα της.
«Έχουμε δει απίστευτα πράγματα» ομολογεί, «είδαμε ισόγειο 28 τετραγωνικών, εξαιρετικά παραμελημένο, με εσωτερική αυλή για το οποίο ζητούσαν 400 ευρώ ακατέβατα· πήγαμε σε ένα δώμα 7ου ορόφου σε πολυκατοικία με ασανσέρ έως τον 6ο όροφο, το οποίο είχε μάλιστα την τουαλέτα εκτός σπιτιού και παρόλα αυτά νοικιαζόταν έναντι 450 ευρώ». Η μητέρα της ακόμα δεν έχει κατορθώσει να βρει ένα «αξιοπρεπές και λειτουργικό για τα 75 της χρόνια» μικρό διαμέρισμα στα νότια.
Αντιμέτωπη με όλα τα παραπάνω και έχοντας συγκεκριμένους οικονομικούς πόρους, η Σ.Μ. καταφεύγει σε μια απευκταία -για την ιδιοσυγκρασία της- λύση. «Αναγκάζομαι και εγώ με τη σειρά μου να αυξήσω το ενοίκιο που παίρνω από ένα ακίνητο, που έχω στο όνομα μου, για να ανταποκριθώ στα δικά μας έξοδα» διευκρινίζει, «έχω προαναγγείλει στην ενοικιάστριά μου ότι στο νέο μας συμβόλαιο το ενοίκιο θα είναι κατά εκατό ευρώ πιο υψηλό».
Βαθιά το χέρι στην τσέπη
Η ιστορία της Σ.Μ. αντανακλά γλαφυρά τον εν εξελίξει «πόλεμο» στην αγορά ακινήτων στα νότια προάστια: ενοικιαστές σε αδιέξοδο και ιδιοκτήτες που προσπαθούν να καλύψουν όλες τις οικονομικές τους ανάγκες από την ακίνητη περιουσία τους. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τη ReDataset του ομίλου Resolute, από το πρώτο τρίμηνο του 2023 μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2026, το κόστος ενοικίασης έχει αυξηθεί σε ποσοστό που κυμαίνεται από 9,6% στο Παλαιό Φάληρο μέχρι και 22,2% στη Γλυφάδα. Βάσει, λοιπόν, της επεξεργασίας της ReDataset, το μέσο κόστος ενοικίου ξεκινάει από τα 820 ευρώ στην Καλλιθέα και φτάνει μέχρι τα 1.340 ευρώ στην περιοχή Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης. «Τα μισθώματα έχουν πλέον φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα» σχολιάζει η κ. Βασιλική Ζαρκατζιά, managing director στο Paragon Real Estate που έχει έδρα στη Γλυφάδα.
«Ουσιαστικά πολύ λίγοι άνθρωποι που εργάζονται στην Ελλάδα μπορούν να διαθέσουν τόσα πολλά χρήματα για στέγη, πρόκειται κυρίως για υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων, αθλητές, VIP ή ξένους που έχουν επιλέξει να εργάζονται με βάση την Αθήνα». Ενδεικτικά, οι τιμές ενοικίασης στη Βουλιαγμένη κυμαίνονται από 20 έως 50 ευρώ το τετραγωνικό, ανάλογα με το σημείο, και στην Κάτω Γλυφάδα ξεκινούν από 20 και φτάνουν έως 40-45 ευρώ το τετραγωνικό, ανάλογα και πάλι με το σημείο. «Παρατηρώ μικρές μετακινήσεις ενοικιαστών, από τη Βούλα, τη Βουλιαγμένη και την Κάτω Γλυφάδα προς Άνω Γλυφάδα, Αργυρούπολη, Βάρκιζα ή Άνω Βούλα» απαντά στο εύλογο ερώτημα. «Ωστόσο, δεν έχω συναντήσει άνθρωπο που είναι γέννημα θρέμμα Γλυφαδιώτης που να αποφάσισε να μετακομίσει μακριά από τα νότια προάστια· γνωρίζω περιπτώσεις που προτίμησαν να φύγουν εκτός Αθηνών ή ακόμα και εκτός Ελλάδας, για να εξασφαλίσουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής».
«Μια μετακόμιση κοστίζει οικονομικά και συναισθηματικά»
«Βρήκαμε το σπίτι μας στη Βούλα μέσω μεσίτη, αφού είχε προηγηθεί ένα 6μηνο συνεχούς και ανεπιτυχούς αναζήτησης» θυμάται η Λ.Π., μητέρα δύο παιδιών, που ζει εδώ και δέκα χρόνια στην περιοχή. «Από τη στιγμή που πέρασα το κατώφλι του, ένιωσα ότι αυτό ήταν το σπίτι που έψαχνα». Πολύ γρήγορα οι δύο πλευρές «έδωσαν τα χέρια» και υπεγράφη ένα 2ετές συμβόλαιο έναντι 600 ευρώ. «Ένιωθα τότε πολύ τυχερή, διότι δεν κυκλοφορούσαν τέτοια ενοίκια στην περιοχή» ομολογεί η 42χρονη γυναίκα. Φυσικά, ακολούθησαν διαδοχικές αυξήσεις. «Περίμενα ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε, αλλά κατόπιν σχετικής ενημέρωσης, όμως στη δική μας περίπτωση, κάθε φορά ενώ κρατάμε τα στυλό στα χέρια, η σπιτονοικοκυρά μας ρωτούσε ‘να βάλουμε άλλα 150 ευρώ;’ και με αυτόν τον τρόπο μας αιφνιδιάζει». Έτσι, το μίσθωμα έχει φτάσει αισίως τα 900 ευρώ, το οποίο για να καλυφθεί έχει αναγκάσει τον πατέρα της οικογένειας να βρει δεύτερη δουλειά.
Εδώ και τρεις μήνες η Λ.Π. παρακολουθεί τις εργασίες στον κάποτε παραμελημένο κήπο της πολυκατοικίας, όπου τώρα κατασκευάζεται πισίνα. «Έχω επίγνωση ότι είναι μια επένδυση που η ιδιοκτήτρια κάνει για να την εξαργυρώσει». Η 42χρονη είναι εγγεγραμμένη σε όλες τις πλατφόρμες και λαμβάνει καθημερινά αγγελίες για ακίνητα προς ενοικίαση στην εν λόγω συνοικία- μια εξόχως στρεσογόνα διαδικασία. «Δυστυχώς όλα εδώ γύρω κυμαίνονται άνω των 1.000 ευρώ, δεν βρίσκω επομένως κάτι πιο συμφέρον από το εδώ σπίτι, ενώ και η ίδια η μετακόμιση κοστίζει οικονομικά και συναισθηματικά» εξηγεί η ίδια, που νιώθει ότι δεν έχει επιλογές. «Θα προσπαθήσω να διαπραγματευτώ, αλλά νιώθω με την πλάτη στον τοίχο» τονίζει. «Δεν θέλω να αλλάξω γειτονιά, εδώ μεγάλωσα και ζουν οι πιο κοντινοί μου φίλοι, τα παιδιά μου πάνε στο δημόσιο σχολείο της Βούλας- το οποίο ειρήσθω εν παρόδω παρέχει πολύ υψηλού επιπέδου εκπαίδευση».
Μια απαιτητική διαπραγμάτευση
Μόλις ένα μισθωτήριο συμβόλαιο πλησιάζει τα 2,5 χρόνια, η κ. Ζαρκατζιά δέχεται πολλά τηλεφωνήματα. «Βασιλική, μάθε!» την παρακαλούν οι ενοικιαστές πελάτες της που θέλουν να βολιδοσκοπήσουν τις διαθέσεις της άλλης πλευράς. Οι μεσίτες, ως μεσάζοντες, αναλαμβάνουν τον συχνά άχαρο ρόλο του διαπραγματευτή. «Η διαπραγμάτευση, κακά τα ψέματα, κυλάει στο αίμα μας, ίσως ως ένα κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας» λέει αστειευόμενη η ίδια, που νιώθει ότι συχνά κατορθώνει να καταλήξουν οι δύο πλευρές σε έναν έντιμο συμβιβασμό.
«Συχνά, αρνούμαστε να συνεργαστούμε με ιδιοκτήτες, οι οποίοι έχουν μη ρεαλιστικές αξιώσεις» επισημαίνει από την πλευρά του ο κ. Λευτέρης Φραγκιουδάκης από το μεσιτικό «Κτηματομεσιτική Φραγκιουδάκης» με έδρα τον Άγιο Δημήτριο, που δραστηριοποιείται σε όλο το παραλιακό μέτωπο. «Πρόσφατα, αρνήθηκα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε έναν ιδιοκτήτη παλαιάς μονοκατοικίας στον Άγιο Δημήτριο, ο οποίος επέμενε να ζητήσουμε μίσθωμα ίδιο με εκείνο που ζητούν σε νεόδμητες πολυκατοικίες· είχε προβεί σε μερική ανακαίνιση, το σπίτι ωστόσο ήταν χτισμένο με τσιμεντόλιθους».
Το οικονομικό βάρος της συντήρησης
Κάθε περίπτωση, βέβαια, διαφοροποιείται- δεν είναι όλοι οι ιδιοκτήτες προνομιούχοι. «Η συντήρηση ενός σπιτιού στα νότια και ειδικά στα σημεία που θεωρούνται ‘φιλέτα’ δεν είναι εύκολη υπόθεση» παρατηρεί από την πλευρά της η κ. Ζαρκατζιά, που έχει εξειδικευτεί στα οικονομικά και τις επενδύσεις στο real estate. «Η φορολογία είναι εξαιρετικά υψηλή και οι επισκευαστικές ανάγκες συχνά αυξημένες λόγω παλαιότητας· παρά το πλήθος των επιδοτούμενων από την Ε.Ε. προγραμμάτων για ανακαίνιση οι ιδιοκτήτες στα νότια δεν μπορούν να επωφεληθούν από αυτά, καθώς εξαιρούνται βάσει των οικονομικών κριτηρίων που συνδέονται με τις αντικειμενικές τιμές των ακινήτων τους».
Δεν είναι λίγες οι φορές που νέοι κληρονόμοι, οι οποίοι μόλις εισέρχονται στην αγορά εργασίας και έχουν πολύ χαμηλές απολαβές, αδυνατούν να καλύψουν το κόστος συντήρησης τέτοιων σπιτιών και ενδέχεται να εξαναγκαστούν ακόμα και σε μία πρόωρη πώλησή τους. Τα τελευταία, άλλωστε, στοιχεία, της Eurostat, αποδεικνύουν ότι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα αρχίζει να μειώνεται: το 2025 ήταν 69.4% και μια δεκαετία νωρίτερα βρισκόταν στο 75,1%. «Ας μην λησμονούμε ότι οι τιμές των ενοικίων ανεβαίνουν παράλληλα με τις τιμές πώλησης των ακινήτων, οι οποίες δεν επηρεάζονται μόνο από τη μεγάλη ζήτηση και από αγοραστές του εξωτερικού, αλλά και από την άνοδο του κατασκευαστικού κόστους και της ίδιας της άδειας» υπενθυμίζει ο κ. Φραγκιουδάκης.
Οι στεγαστικές ανάγκες μεταβάλλονται
Σύμφωνα με τον ίδιο, μεταξύ των ενοικιαστών σε δυσμενέστερη θέση βρίσκονται οι οικογένειες με δύο παιδιά, οι οποίες κατ’ επέκταση χρειάζονται τρία υπνοδωμάτια και διαμερίσματα άνω των 100 τετραγωνικών. «Εκεί είναι δύσκολοι οι συμβιβασμοί, τα παιδιά χρειάζονται το καθένα τον δικό του χώρο» σχολιάζει ο κ. Φραγκιουδάκης, που παρατηρεί εξίσου τη μετακίνηση πελατών του προς όμορες, οικονομικότερες, περιοχές. «Κυρίως μετακομίζουν προς τον Άγιο Δημήτριο ή την Ηλιούπολη· ορισμένοι ενδέχεται να επιλέξουν μια οικονομική συνοικία για να μένουν αλλά εξακολουθούν να εργάζονται ή να στέλνουν τα παιδιά τους σχολείο πιο μακριά, στην ‘παλιά’ τους γειτονιά, διασχίζοντας καθημερινά πολλά χιλιόμετρα» προσθέτει ο ίδιος.
«Οι αλλαγές στη δομή της ίδιας της κοινωνίας και στο δημογραφικό διαφοροποιούν τις στεγαστικές ανάγκες» επισημαίνει η κ. Ζαρκατζιά, «υπάρχει πολύ μεγάλη ζήτηση σε μικρά διαμερίσματα, στα οποία δυστυχώς το απόθεμα είναι πολύ μικρό· έτσι παρατηρούμε αύξηση των μισθωμάτων στα μικρότερα σπίτια, τα οποία θα στεγάσουν ζευγάρια χωρίς παιδιά ή μονογονεϊκές οικογένειες, δεδομένου ότι έχουμε πολύ περισσότερα διαζύγια απ’ ό,τι στο παρελθόν».
Όταν συνέφερε περισσότερα η αγορά…
Παρακολουθώντας, βέβαια, την αγορά ακινήτων σε βάθος δεκαετιών, διαπιστώνει κανείς ότι… «έχει ο καιρός γυρίσματα». «Οι τιμές ενοικίασης είχαν ανεβεί σημαντικά στον απόηχο των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, το διάστημα δηλαδή 2003-2006» διηγείται ο κ. Φραγκιουδάκης, «τότε, ωστόσο, το κόστος ζωής ήταν πολύ πιο χαμηλό και οι ενδιαφερόμενοι ήταν σε θέση να καταβάλουν πιο εύκολα το μίσθωμα».
Την εποχή της ευμάρειας συνέφερε ίσως περισσότερο να αγοράσει κανείς σπίτι. «Τα στεγαστικά δάνεια εγκρίνονταν εύκολα και αρκούσε, π.χ. ένα δάνειο ύψους 200.000 ευρώ για την αγορά ενός ακινήτου» περιγράφει, «η δε δόση δεν διέφερε από το ύψος ενός ενοικίου, σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και χαμηλότερη».
Η σημερινή πραγματικότητα είναι διαμετρικά αντίθετη. «Τα δάνεια εγκρίνονται πλέον, ωστόσο, ένα τέτοιο ποσό, π.χ. 200.000 ευρώ, δεν αρκεί κατά κανόνα για την αγορά σπιτιού· τα δε ενοίκια φαντάζουν ακόμα πιο υψηλά εν μέσω μιας γενικευμένης ακρίβειας» καταλήγει ο κ. Φραγκιουδάκης.