Λίγο κρασί, πολλή θάλασσα
Η καλοκαιρινή Αθηναϊκή Ριβιέρα βάζει το γαλάζιο σε πρώτο πλάνο και ο νησιώτικος αμπελώνας ντύνεται στα λευκά για την περίσταση.
- 13/08/2026 10:44
Η ακτογραμμή της νότιας Αττικής παρουσιάζει μια πρωτόγνωρη δυναμική, δυναμική η οποία κορυφώνεται τους καλοκαιρινούς μήνες. Από τα πολυτελή γαστρονομικά εστιατόρια μέχρι τα ταβερνάκια και τα μπιστρό, η θάλασσα είναι παντού και τα πιάτα με βάση τα αγαθά της καταλαμβάνουν την κεντρική θέση στη σκηνή.
Και τι καλύτερο για τη θάλασσα από τα κρασιά της… θάλασσας, τη στιγμή μάλιστα που οι αμπελώνες των νησιών του Ιονίου και του Αιγαίου είναι από τους πιο δυναμικούς αλλά και σημαντικούς της χώρας.
Πολλές οι ποικιλίες που καλλιεργούνται στα (συνήθως) άνυδρα εδάφη τους, με τον αέρα, την αλμύρα και τον ήλιο να σμιλεύουν τον χαρακτήρα τους προσδίδοντας στα κρασιά υψηλότερη οξύτητα και υφάλμυρη αίσθηση, συγκριτικά με τα περισσότερα λευκά της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η γοητεία της νησιωτικής ανατολής
Το τελευταίο γίνεται εμφανές ακόμα και σε ποικιλίες που δεν τις έχουμε συνδέσει με αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως το λευκό Μοσχάτο, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτό προέρχεται από πρασινωπά-γκρι εδάφη ή μεγάλο υψόμετρο. Το Μοσχάτο Λήμνου των Γκαρύλη προέρχεται από τα πρώτα εδάφη, οι Ψηλές Κορυφές του ΕΟΣ Σάμου δεν διαθέτει, αφιερωμένο και το διαφορετικό λεμονένιο του νησιού, του οποίου τους επιτρέπει να συνδυάσει ιδανικά μόνο δροσερές πράσινες σαλάτες αλλά και με tempura γαρίδας.
Η οινική δραστηριότητα στη Λέσβο είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ελαιοπαραγωγή της. Χύδρα, το αμπελοοινικό Μεθυμναίου έχει αναδείξει την ιδιαίτερη Χύδρα του οινοποιείο. Αν και ερυθρό, ο οινοποιός λευκό αποκτά σοβαρή αξιότητα και πικάντικες νότες ευγενούς οξείδωσης, γεγονός που το καθιστά τέλειο ταίριασμα με δύσκολα πιάτα όπως τα κατσικίσια αλλά και το αυγοτάραχο.
Ζέστη, αέρας και αλμύρα
Οι Κυκλάδες προφανώς δεν θέλουν ιδιαίτερες συστάσεις, αφού τα κρασιά τους είναι διαφανώς τα πλέον αναγνωρίσιμα και καταξιωμένα της χώρας, με τη Σαντορίνη να βρίσκεται στα χείλη όλων όσων γίνεται λόγος για τους οινόφιλους του πλανήτη.
Αυτός ο παγκόσμιας κλάσης αμπελώνας έχει από τη μια να αντιμετωπίσει τη φρενήρη οικιστική ανάπτυξη και από την άλλη τις δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες σε μια μάχη που στα χαρτιά φαίνεται καταδικασμένη. Όμως ο χυμός των υπεραιωνόβιων, αυτόριζων πρέμνων του Ασύρτικου και των άλλων ποικιλιών που είναι φυτεμένες στα γεμάτα βασάλτη εδάφη της είναι μοναδικός. Διαμορφωμένα σε
κουλούρα ώστε να προστατεύονται από τον ήλιο και τον αέρα αλλά και να συγκρατούν την ελάχιστη υγρασία από τις πρωινές ομίχλες χαρίζουν παραγωγές υποπολλαπλάσιες άλλων περιοχών, όμως η δύναμη, το γευστικό βάθος και η εκφρασμένη με θειάφι και αλάτι ορυκτότητα είναι παγκόσμιας κλάσης. Παγκόσμιας κλάσης μοιραία είναι και οι τιμές οι οποίες μάλιστα τα τελευταία χρόνια έχουν εκτοξευθεί, αφού οι τρύγοι ήταν καταστροφικοί και οι ήδη τρομακτικά χαμηλές στρεμματικές αποδόσεις έφτασαν να είναι σχεδόν μηδενικές.
Ονόματα όπως αυτά των Χατζηδάκη, Καραμολέγκου, Αργυρού, Γαίας και Oeno P βρίσκονται στον αφρό των
επιδόσεων, όμως ποτέ δεν θα πέσεις έξω με μια ΠΟΠ Σαντορίνη. Το ίδιο ισχύει και αφού τη φέρετε στο τραπέζι σας, αφού ο γευστικός πλούτος, το τρομακτικό σώμα και η ατελείωτη επίγευση καθιστούν τον συνδυασμό των κρασιών με πελαγίσια ψάρια μοναδικό. Εσείς το μόνο που μένει να αποφασίσετε είναι αν δεν θα κάνετε καμία έκπτωση στο terroir επιλέγοντας μια ετικέτα οινοποιημένη σε δεξαμενή ή θα βάλετε την κάπνα μιας βαρελάτης δίπλα σε αυτήν τη σχάρας.
Η Τήνος όχι μόνο καταφέρνει να κοιτάξει τη Σαντορίνη στα μάτια αλλά και να την προκαλέσει τιμολογιακά,
κυρίως χάρη στις στρατοσφαιρικές επιδόσεις του Τ-Οίνος από τον από- κοσμο, ανεπανάληπτο αμπελώνα του Βόλακα και των γύρω περιοχών που βρίσκονται στα ψηλά του νησιού. Η δουλειά των οινοποιείων Βαπτιστής και Messarea ανεβάζει περαιτέρω τις μετοχές του, ενώ το Ασύρτικο εκεί είναι πιο ελαφρύ αλλά εξίσου λεμονάτο και ορυκτό. Βρίσκει ως εκ τούτου θέση και πλάι σε ένα όξινο Ceviche, αλλά και σε ωμά όστρακα.
Η Πάρος είναι το τρίτο σημαντικό νησί της παρέας, τη στιγμή μάλιστα που διαθέτει τη δική του ομώνυμη ΠΟΠ, που για τα λευκά κρασιά απαιτεί αποκλειστικά την χρήση της ποικιλίας Μονεμβασιά. Αυτό βέβαια κανέναν δεν χαλάει, αφού η εν λόγω ποικιλία είναι ελαφριά, φρουτώδης και δροσερή, καθι- στώντας τα κρασιά από τα εξαιρετικά οινοποιεία Paros Farming Community (PFC) και Μωραΐτη ιδανικά για καρπάτσιο ψαριών ή οστρακόδερμων αλλά και καλαμαριού στη σχάρα.
Οι ιδιαίτερα ψαγμένοι πάντως δεν θα πρέπει να εγκαταλείψουν το Αιγαίο χωρίς να φέρουν στα ποτήρια τους τα Αγερικό και Σεριφιώτικο από τα οινοποιεία Nico Grylli και Ousyra αντίστοιχα. Το πρώτο έρχεται από τους μικρούς Λειψούς και βάζει το ερυθρό Φωκιανό (προφανώς σε blanc de noir οινοποίηση!) πλάι σε Ασύρτικο και Αθήρι, ενώ το δεύτερο από την κυκλαδίτικη πρωτεύουσα Σύρο σε μια σπάνια έκφραση του ομώνυμου σταφυλιού που πιθανότατα προέρχεται από τη Σέριφο.
Η (κατα)πράσινη πλευρά του φεγγαριού
Η θάλασσα της Ανατολής είναι υπέροχη, όμως και αυτή της Δύσης είναι εξίσου συναρπαστική! Ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που ο αμπελώνας του κατάφυτου Ιονίου διαθέτει ένα πλήθος από λίαν ενδιαφέροντα σταφύλια αλλά και εξαιρετικούς παραγωγούς που έχουν αντισταθεί στον πειρασμό των ξενόφερτων ποικιλιών.
Η οινική παράδοση της Κεφαλονιάς πατά πάνω στο ξεχωριστό terroir των πλαγιών του όρους Αίνος και είναι μπολιασμένη με μπόλικη τρέλα αλλά και αμπόλιαστα κλίματα. Όπως και η Σαντορίνη, έτσι και η οινική βασίλισσα των Επτανήσων διαθέτει αρκετούς αυτόριζους αμπελώνες μεγάλης ηλικίας, με την πλειοψηφία τους να είναι φυτεμένοι με τη σπουδαία Ρομπόλα που δίνει τα κρασιά ΠΟΠ Ρομπόλα Κεφαλληνίας. Αν και φωτίζει τον βοτανικό της χαρακτήρα που εκφράζεται κυρίως με αρώματα χαμομηλιού, η Ρομπόλα διαθέτει φοβερό νεύρο και μέτριο σώμα, προφίλ που συνήθως αναδεικνύεται μέσα από inox οινοποιήσεις. Η αγάπη της για τηγανητά μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια και γαρίδες αθεράπευτη, η δύναμή της ωστόσο αρκετή για να αντέξει ακόμα και έναν μπακαλιάρο σκορδαλιά. Το μόνο δύσκολο είναι η επιλογή, αφού το νησί διαθέτει παραγωγούς υψηλότατου επιπέδου όπως τους Πετρακόπουλο, Σαρρή, Σκλάβο, Gentilini και Ορεάλιο Γη.
Αν πάντως αναζητάτε κάτι πιο στρόγγυλο ή αν έχετε στο πιάτο σας ένα κρεμώδες ριζότο ή μια πάστα με αστακό ή καραβίδα, το νησί διαθέτει άλλα δύο, πιο στρόγγυλα διαμάντια, το Ζακυνθινό και το Βοστυλίδι.
Το τελευταίο βέβαια μεγαλουργεί ακόμα περισσότερο στη Ζάκυνθο, γνωστό εκεί ως Γουστολίδι. Την τελευταία δεκαετία το Φιόρο του Λεβάντε εντυπωσιάζει με τις επιδόσεις του, ενώ βασίζεται και σε άλλα ιθαγενή σταφύλια, όπως τον Παύλο και το Σκιαδόπουλο. Σπουδαία κληρονομιά του νησιού η Verdea, ένα κρασί που συνήθως αποτελεί blend όλων των παραπάνω ποικιλιών. Αν και οφείλει το όνομά του στο χρώμα των σταφυλιών του πρώιμου τρύγου, πλέον διαθέτει αξιοσημείωτο όγκο και όχι άγουρο χαρακτήρα, κάτι που διασφαλίζει εξαιρετικές αρμονίες ακόμα και με πληθωρικά πιάτα ψαρικών. Τα οινοποιεία Γράμψα, Σολωμού και Γκούμα προσφέρουν υψηλό ποιοτικό μέσο όρο στις συλλογές τους, καθιστώντας το σκονάκι αχρείαστο.
Ανεξάντλητος επομένως ο θαλασσινός οινικός πλούτος του Αιγαίου και του Ιονίου, και το καλοκαίρι στην Αθηναϊκή Ριβιέρα προσφέρει πολλές αφορμές για να τον γνωρίσουμε και να τον απολαύσουμε.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο «The Table», την νέα, premium εφημερίδα της NouPou Media για τη γαστρονομία στην Αθηναϊκή Ριβιέρα.